4 Αυγούστου 2026

Στη Μητρόπολη Αθηνών η κηδεία του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη

Στη Μητρόπολη Αθηνών θα τελεστεί σήμερα, Τρίτη 4 Αυγούστου, η εξόδιος ακολουθία του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, πρώην υπουργού και ιστορικού στελέχους της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την Κυριακή σε ηλικία 93 ετών.

Η κηδεία έχει προγραμματιστεί για τις 12:00 το μεσημέρι, ενώ τον επικήδειο λόγο αναμένεται να εκφωνήσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφερόμενος στην πολυετή πολιτική διαδρομή και στην παρουσία του εκλιπόντος στη δημόσια ζωή.

Μετά την ολοκλήρωση της τελετής, η ταφή του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη θα πραγματοποιηθεί στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων του

Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης άφησε την τελευταία του πνοή στις 15:30 το απόγευμα της Κυριακής 2 Αυγούστου, στο σπίτι του στην Αθήνα. Ο θάνατός του σημειώθηκε ανήμερα των γενεθλίων του, προσδίδοντας ακόμη μεγαλύτερη συγκινησιακή φόρτιση στην απώλειά του.

Αφήνει πίσω του τέσσερα παιδιά: τον πρώην υπουργό Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, τη δημοσιογράφο Ελένη Βαρβιτσιώτη, καθώς και τους Θωμά και Κωνσταντίνο Βαρβιτσιώτη.

Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 1933. Νομικός και πολιτικός, υπηρέτησε επί δεκαετίες ως βουλευτής της ΕΡΕ και της Νέας Δημοκρατίας, ανέλαβε σειρά υπουργικών χαρτοφυλακίων, εξελέγη ευρωβουλευτής και διετέλεσε αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Υπήρξε μία από τις μακροβιότερες κοινοβουλευτικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με πολιτική παρουσία που ξεπέρασε τις τέσσερις δεκαετίες. Ήταν ένας από τους δύο τελευταίους εν ζωή βουλευτές της ΕΡΕ και το τελευταίο εν ζωή μέλος της Βουλής που είχε εκλεγεί στις εκλογές του 1961.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, στη τότε Δυτική Γερμανία, με ειδίκευση στο Εταιρικό Δίκαιο.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να ασκεί δικηγορία και το 1960 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ύστερα από εισήγηση του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρόκα.

Την ίδια περίοδο ήρθε σε στενότερη επαφή με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος γνώριζε τον πατέρα του, Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, πρώην βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τού ανέθεσε αρχικά τη σύνταξη εισηγήσεων προς κυβερνητικούς παράγοντες και λίγο αργότερα τον επέλεξε ως υποψήφιο βουλευτή της ΕΡΕ στη Β΄ Περιφέρεια Αθηνών.

Στις εκλογές του 1961 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής. Επανεξελέγη το 1963 και το 1964, ενώ μετά τη Μεταπολίτευση εκπροσώπησε τη Β΄ Αθηνών από το 1974 έως το 1996. Το 2000 εξελέγη βουλευτής Επικρατείας.

Από την αντίσταση στη Δικτατορία έως τα κορυφαία υπουργεία

Κατά την περίοδο της Δικτατορίας ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση. Τον Ιούλιο του 1968, έναν χρόνο μετά την επιβολή του στρατιωτικού καθεστώτος, συνυπέγραψε μαζί με άλλους πρώην βουλευτές ανακοινώσεις με αίτημα την επιστροφή της χώρας στη δημοκρατική ομαλότητα.

Οι Αρχές τού απαγόρευσαν την έξοδο από την Ελλάδα. Σε συνεννόηση με τον Γεώργιο Ράλλη και τον Παναγή Παπαληγούρα συνδέθηκε με κλιμάκιο της αντιστασιακής οργάνωσης «Ελεύθεροι Έλληνες».

Η δράση αυτή αποκαλύφθηκε και στις 9 Οκτωβρίου συνελήφθη. Μετά την ανάκριση που ακολούθησε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, κρατήθηκε για πέντε μήνες σε πλήρη απομόνωση.

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας συμμετείχε στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του 1974 ως υφυπουργός Εσωτερικών. Στις εκλογές του ίδιου έτους εξελέγη εκ νέου με τη Νέα Δημοκρατία και ακολούθησε μία μακρά κυβερνητική διαδρομή.

Διετέλεσε υφυπουργός Εξωτερικών από το 1974 έως το 1975, υπουργός Εμπορίου από το 1975 έως το 1977 και υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων από το 1977 έως το 1980.

Το 1989 ανέλαβε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στην Κυβέρνηση Συνεργασίας και στη συνέχεια το Υπουργείο Εμπορίου στην Οικουμενική Κυβέρνηση. Επανήλθε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας την περίοδο 1990-1993, ενώ το 1992 ανέλαβε και το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Από το 1985 έως το 1996 διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ενώ από το 1994 έως το 1997 κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου της Νέας Δημοκρατίας.

Το 1989 είχε ταχθεί κατά της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου, διατυπώνοντας διαφορετική θέση σε μία από τις πλέον οξείες πολιτικές συγκρούσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Στη μακρά κοινοβουλευτική του πορεία διετέλεσε γραμματέας του προεδρείου της Βουλής την περίοδο 1961-1963, γραμματέας της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος το 1963 και κοσμήτορας της Βουλής από το 1965 έως το 1967.

Υπήρξε επίσης μόνιμο μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στις εργασίες σύνδεσης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα από το 1962 έως το 1967, ενώ συμμετείχε και σε κοινοβουλευτικές ομάδες του ΝΑΤΟ.

Από τον Ιανουάριο του 1998 έως τον Αύγουστο του 2010 διετέλεσε πρόεδρος του Ινστιτούτου «Κωνσταντίνος Καραμανλής». Τον Μάιο του 2009 ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική, ολοκληρώνοντας μία διαδρομή 48 ετών.

Παράλληλα με την πολιτική του παρουσία, ανέπτυξε σημαντική συγγραφική δραστηριότητα, δημοσιεύοντας νομικές και πολιτικές μελέτες, καθώς και άρθρα κοινωνικού και δημόσιου ενδιαφέροντος.

Ανάμεσα στα έργα του περιλαμβάνονται «Η ονομαστική μετοχή», «Η ΕΟΚ και το Εταιρικόν Δίκαιον», «Η αλλαγή στο εδώλιο», «Αποκατάσταση Ιστορικών Αληθειών», «Η αλήθεια για το παρελθόν πυξίδα για το μέλλον» και «Συνταγματικοί Προβληματισμοί».

Έγραψε επίσης τα βιβλία «Η Ελλάδα Μπροστά στο 2000: Ένα Νέο Συνταγματικό Πλαίσιο», «Η Βουλευτική Ασυλία», «Οι Τρεις Απειλές του Αιώνα», «Πολιτι(στι)κή φωτογραμμετρία», «Η Μεταναστευτική Πολιτική της Ευρώπης» και «Η Αναγκαία Αναθεώρηση».

Στη συγγραφική του παραγωγή περιλαμβάνονται ακόμη τα έργα «Τυφλοί στρατοί – Η Δύση και η Απειλή του Ισλαμικού Φονταμενταλισμού», «Αναζητώντας την Τέχνη» και η δίγλωσση έκδοση «5 Χρόνια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2004-2009».

Κατά τη διάρκεια της δημόσιας ζωής του επισκέφθηκε, ως επίσημος προσκεκλημένος, την Αγγλία, τη Δυτική Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Για τη μακρά πολιτική και δημόσια προσφορά του τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος. Είχε επίσης παρασημοφορηθεί με ανώτατες διακρίσεις άλλων κρατών.

Η σημερινή εξόδιος ακολουθία στη Μητρόπολη Αθηνών κλείνει τον κύκλο μιας πολιτικής διαδρομής που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και συνδέθηκε με κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.