Στην Ελλάδα, οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει πρωθυπουργός – αρκεί να βολεύει το σύστημα
Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η φράση «οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει πρόεδρος» επαναλαμβάνεται με περηφάνια, σαν απόδειξη της δημοκρατικής ανοιχτότητας του πολιτικού τους συστήματος. Η συγκεκριμένη δήλωση, όπως την εννοούν οι Αμερικανοί, δεν αφορά μόνο το θεσμικό πλαίσιο, αλλά και μια ιδεολογική υπόσχεση: ότι δεν έχει σημασία ποια είναι η καταγωγή σου, το χρώμα του δέρματός σου, η κοινωνική σου τάξη ή οι προγονικές σου καταβολές.
Αυτό που μετράει είναι οι ικανότητές σου, το ήθος σου, η προσωπικότητά σου, οι προτάσεις σου για την κοινωνία και η αποδεδειγμένη δράση σου στο δημόσιο πεδίο. Θεωρητικά, το σύστημα επιτρέπει στον «καλύτερο» να φτάσει στην κορυφή, ακόμα και αν ξεκίνησε από το χαμηλότερο σκαλί. Ωστόσο, αυτό παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένας μύθος. Η πραγματικότητα, τόσο στην Αμερική όσο και αλλού, αποδεικνύεται πάντα πολύ πιο περίπλοκη και επιλεκτική.
Ας μεταφέρουμε το βλέμμα στην Ελλάδα του σήμερα – μια χώρα που φθίνει όχι μόνο δημογραφικά και οικονομικά, αλλά και πολιτισμικά, θεσμικά, τεχνολογικά, γεωπολιτικά. Εδώ, η αντίστοιχη φράση θα μπορούσε να είναι: «Οποιοσδήποτε – ανεπαρκής, ακατάλληλος, πολιτικά αστοιχείωτος, ξενόδουλος, δόλιος ή απλώς φαιδρός – μπορεί να γίνει πρωθυπουργός, υπουργός ή αξιωματούχος».
Με την προϋπόθεση να έχει τις «σωστές» διασυνδέσεις. Το κατάλληλο χρώμα – κομματικό ή επικοινωνιακό. Τις σωστές γνωριμίες, τους πάτρωνες, εγχώριους ή και υπερεθνικούς. Την ευκολία να διαφημιστεί, ακόμα και μέσα από τα αποτυχημένα περάσματά του από θέσεις ευθύνης, ως «λύση ανάγκης». Η αξιοκρατία δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επιλογής, αλλά στην τελευταία – αν υπάρχει καν στον κατάλογο των προϋποθέσεων.
Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών αποδεικνύει πως μια σειρά από πολιτικά «τζάκια», νεόκοπα ή παραδοσιακά, απόγονοι ή κατασκευάσματα μηχανισμών, έχουν διαμορφώσει έναν πολιτικό χάρτη όπου η έννοια της προσωπικής αξίας και ικανότητας σπανίζει. Στη θέση της, θριαμβεύουν η κομματική πίστη, η διαπλοκή, η επικοινωνιακή φούσκα και η καλλιέργεια ενός δήθεν «λαϊκού προφίλ». Το αποτέλεσμα είναι η ίδια η πολιτική να μοιάζει με έναν κύκλο στον οποίο εναλλάσσονται πρόσωπα που δεν εμπνέουν ούτε εμπιστοσύνη ούτε ελπίδα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η πιθανότητα επανεμφάνισης του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Αντιθέτως, δείχνει να λειτουργεί σχεδόν νομοτελειακά. Όχι επειδή υπάρχει αυθεντική κοινωνική πίεση για την επιστροφή του, αλλά επειδή το σύστημα χρειάζεται το «αντίπαλο δέος» που θα λειτουργήσει ως άλλοθι. Ένας Μητσοτάκης χρειάζεται έναν Τσίπρα για να δικαιολογήσει τη δική του παρουσία. Και ένας Τσίπρας χρειάζεται έναν Μητσοτάκη για να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει εναλλακτική. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δύο μαζί λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία μιας κυνικής πολιτικής αναπαραγωγής.
Η εποχή μας είναι αυτή που γεννά και αναδεικνύει πολιτικά σχήματα και πρόσωπα όπως ο Αλέξης Τσίπρας. Η ίδια εποχή που – ενώ έχει απορρίψει επανειλημμένα τις πολιτικές του – φαίνεται έτοιμη να τον αποδεχθεί ξανά, όχι από ελπίδα, αλλά από απόγνωση. Οι πολιτικοί κύκλοι της μεταπολίτευσης λειτουργούν με τέτοιον τρόπο, ώστε ακόμα και το φθαρμένο να εμφανίζεται ως «δοκιμασμένη λύση». Και μέσα σε αυτή τη στρεβλή πραγματικότητα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενδεχομένως να βλέπει στην επιστροφή Τσίπρα την καλύτερη εγγύηση για ένα ακόμη ισχυρό ποσοστό – ακόμα κι αν αυτό δεν το πιστεύει πια ούτε το εκλογικό επιτελείο της ΝΔ.
Το πολιτικό παιχνίδι στη χώρα έχει καταντήσει ένα θέατρο επαναλαμβανόμενων ρόλων. Οι πολίτες, εγκλωβισμένοι σε έναν κύκλο εναλλαγής γνωστών και μη εξαιρετέων, καλούνται να διαλέξουν μεταξύ δύο απογοητευτικών επιλογών. Και ενώ οι πραγματικές ανάγκες αυξάνονται, η πολιτική ποιότητα μειώνεται. Όχι επειδή λείπουν οι άξιοι, αλλά επειδή το σύστημα τους κρατά έξω από το κάδρο. Στην Ελλάδα, λοιπόν, «οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει πρωθυπουργός» – αλλά μόνο αν εξυπηρετεί όσους κρατούν το τιμόνι της εξουσίας, μπροστά και πίσω από τη σκηνή.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα