Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΑΡΙΝΟΣ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ

Στουρνάρας: Το στεγαστικό πρόβλημα και οι τράπεζες

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Στουρνάρας ανέλυσε την ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης στην αγορά κατοικίας στην Ελλάδα.
  • Οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να λύσουν μόνες τους το στεγαστικό, απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές.
  • Η στεγαστική κρίση συνδέεται άμεσα με τις δημογραφικές τάσεις και τη μείωση του εργατικού δυναμικού.
  • Η μακροπροληπτική πολιτική μπορεί να συμβάλει, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ανέλυσε διεξοδικά το στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, μιλώντας στο 32ο Οικονομικό Συνέδριο του Ντουμπρόβνικ, που διοργάνωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κροατίας. Στην ομιλία του, ο κεντρικός τραπεζίτης δεν περιορίστηκε σε μια απλή περιγραφή της κατάστασης, αλλά προχώρησε σε μια βαθιά ανάλυση των αιτιών και των συνεπειών, ενώ παράλληλα αναφέρθηκε στα περιθώρια παρέμβασης που έχουν οι τράπεζες.

Η διάσταση του προβλήματος στην Ελλάδα

Ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι η ελληνική αγορά κατοικίας παρουσιάζει σημαντική ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ιδιαίτερα σε μητροπολιτικές περιοχές όπως η Αθήνα. Οι τιμές και τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, αν και ο ρυθμός ανόδου έχει πρόσφατα επιβραδυνθεί. Η οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών από το κόστος στέγασης είναι από τις υψηλότερες στη ζώνη του ευρώ, γεγονός που καθιστά το ζήτημα ιδιαίτερα πιεστικό. Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τα υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης, η προσιτή στέγαση παραμένει ένα άπιαστο όνειρο για πολλούς, κυρίως λόγω των χαμηλών εισοδημάτων και της αύξησης των συνοδευτικών εξόδων, όπως η ενέργεια και η συντήρηση.

Η κατασκευαστική δραστηριότητα, αν και έχει ανακάμψει μερικώς από την κρίση, παραμένει σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από εκείνα της προ κρίσεως περιόδου. Το αυξημένο κόστος κατασκευής, η πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και οι καθυστερήσεις στην έκδοση οικοδομικών αδειών λειτουργούν ως τροχοπέδη για την αύξηση της προσφοράς. Από την άλλη πλευρά, η ζήτηση παραμένει ισχυρή, τροφοδοτούμενη τόσο από εγχώριους παράγοντες, όπως η άνοδος του διαθέσιμου εισοδήματος, όσο και από ξένες επενδύσεις και τουριστικές ροές.

Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών και τα όριά τους

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος υπογράμμισε ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να επιλύσουν το στεγαστικό πρόβλημα από μόνες τους. Η οικονομική προσιτότητα της στέγασης διαμορφώνεται κυρίως από τις συνθήκες στην πλευρά της προσφοράς, τη δημοσιονομική πολιτική και διαρθρωτικούς παράγοντες. Η αύξηση της προσφοράς κατοικιών, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των πολεοδομικών διαδικασιών και η καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της λύσης. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να μείνουν αδρανείς, καθώς η στεγαστική κρίση επηρεάζει την ευρύτερη οικονομία.

Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στη μακροπροληπτική πολιτική ως ένα εργαλείο που μπορεί να συμβάλει, θέτοντας όρια στον δανεισμό, όπως ο δείκτης δανείου προς αξία (LTV) και ο δείκτης εξυπηρέτησης δανείου προς εισόδημα (DSTI). Τέτοια μέτρα μπορούν να αποτρέψουν την υπερβολική δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών και να περιορίσουν την κερδοσκοπική ζήτηση, ενώ παράλληλα μπορούν να ενσωματώνουν κοινωνικές παραμέτρους, όπως ευνοϊκότερες συνθήκες για τους αγοραστές πρώτης κατοικίας.

Οι δημογραφικές επιπτώσεις και η ανάγκη για συνολική στρατηγική

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σύνδεση του στεγαστικού προβλήματος με τις δημογραφικές τάσεις. Η περιορισμένη πρόσβαση σε προσιτή στέγη καθυστερεί τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, ιδίως μεταξύ των νεότερων γενεών, με αποτέλεσμα πολλοί νέοι να παραμένουν στο πατρικό τους σπίτι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή να αναβάλλουν την απόφαση για οικογένεια. Αυτό έχει ευρύτερες μακροοικονομικές επιπτώσεις, καθώς η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού μειώνουν το εργατικό δυναμικό και επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά.

Κλείνοντας, ο Γιάννης Στουρνάρας τόνισε ότι το στεγαστικό ζήτημα δεν αφορά μόνο τιμές και αγορές, αλλά κυρίως το κατά πόσον οι οικονομίες παρέχουν στην επόμενη γενιά μια αξιόπιστη προοπτική για το μέλλον. Ο ρόλος των υπευθύνων χάραξης πολιτικής είναι να διασφαλίσουν ότι οι πολιτικές τους δεν ενισχύουν τις ανισορροπίες και, όπου είναι εφικτό, να συμβάλουν σε μια πιο ισορροπημένη κατανομή των πόρων, με γνώμονα μια βιώσιμη οικονομία που εμπνέει σιγουριά και ευκαιρίες.