Τα data centers δεν είναι «σύννεφο»: Πόσο ρεύμα και νερό θα ζητήσει η τεχνητή νοημοσύνη από την Ελλάδα

Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται συχνά ως άυλη τεχνολογία. Ως λογισμικό, ως αλγόριθμος, ως «σύννεφο». Η πραγματικότητα είναι λιγότερο αφηρημένη και πολύ πιο βαριά. Πίσω από κάθε ερώτηση σε ένα σύστημα AI, πίσω από κάθε αρχείο που αποθηκεύεται στο cloud, πίσω από κάθε ψηφιακή υπηρεσία που θεωρείται πλέον αυτονόητη, υπάρχουν τεράστιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, γεμάτες servers, καλώδια, συστήματα ψύξης, υποσταθμούς ηλεκτροδότησης και εφεδρικές υποδομές. Τα data centers είναι το φυσικό σώμα της ψηφιακής οικονομίας. Και αυτό το σώμα χρειάζεται ρεύμα, νερό και γη.

Η διεθνής εικόνα είναι ήδη αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από data centers αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2030, φθάνοντας περίπου τις 945 TWh, δηλαδή σχεδόν το 3% της συνολικής παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Από το 2024 έως το 2030 η κατανάλωση των data centers προβλέπεται να αυξάνεται περίπου κατά 15% ετησίως, ρυθμός πολλαπλάσιος σε σχέση με την αύξηση της κατανάλωσης στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αναγνωρίσει το μέγεθος του προβλήματος. Τα data centers υπολογίζεται ότι καταναλώνουν περίπου 1,5% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή περίπου 415 TWh ετησίως, ενώ η ίδια πρόβλεψη παραπέμπει σε υπερδιπλασιασμό μέχρι το τέλος της δεκαετίας, κυρίως λόγω της εκρηκτικής ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και των ενεργοβόρων υπολογιστικών συστημάτων που απαιτεί.

Η Ευρώπη μπροστά σε νέα ενεργειακή πίεση

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Τον Ιούνιο του 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε ότι προχωρά σε ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης για τα data centers, ακριβώς επειδή η κατανάλωσή τους αυξάνεται με ταχύτητα που μπορεί να πιέσει τα δίκτυα και να αυξήσει το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το Reuters, η ισχύς των data centers στην Ε.Ε. προβλέπεται να αυξηθεί από 12 GW σε 28 GW έως το 2030, ενώ η συμμετοχή τους στην ευρωπαϊκή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να ξεπεράσει το σημερινό 2,5%. Η ίδια αναφορά σημειώνει ότι τα data centers θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύσουν το 20% της αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στις ανεπτυγμένες οικονομίες έως το 2030.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ειδικό βάρος. Η χώρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως κόμβος ψηφιακών υποδομών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση, τις υποθαλάσσιες καλωδιακές συνδέσεις, την εγγύτητα με τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθώς και το ενδιαφέρον μεγάλων τεχνολογικών ομίλων. Η Microsoft έχει ήδη προωθήσει στρατηγική επένδυση για τρία data centers στην Αττική, σε Σπάτα και Κορωπί, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Microsoft Cloud, Azure, Microsoft 365, Dynamics 365 και Power Platform από ελληνικό έδαφος.

Η επένδυση της Microsoft έχει συνολικό προϋπολογισμό 976,168 εκατ. ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, σύμφωνα με τη Ναυτεμπορική, μετά την έγκριση κινήτρων από το υπουργείο Ανάπτυξης. Το πρώτο data center προβλέπεται να κατασκευαστεί στο επιχειρηματικό πάρκο «Πέτρα-Γιαλού-Βούλια-Προκαλήσι» στη Δημοτική Ενότητα Σπάτων-Λούτσας, ενώ το δεύτερο και το τρίτο στην περιοχή «Μπουρμπουτσάνα» του Δήμου Κρωπίας. Η ισχύς του data center στα Σπάτα αναφέρεται σε 19,2 MW, ενώ τα δύο του Κορωπίου σε 9,6 MW έκαστο.

Ακόμη και μόνο αυτή η επένδυση δείχνει το ενεργειακό αποτύπωμα που συνοδεύει την ψηφιακή ανάπτυξη. Αν οι τρεις μονάδες της Microsoft, συνολικής ονομαστικής ισχύος 38,4 MW, λειτουργούσαν συνεχώς σε πλήρες φορτίο, η ετήσια κατανάλωση θα προσέγγιζε τις 336 GWh, πριν συνυπολογιστούν οι πρόσθετες ανάγκες ψύξης, υποστήριξης και συνολικής λειτουργίας της εγκατάστασης. Πρόκειται για ενδεικτικό υπολογισμό, καθώς η πραγματική κατανάλωση εξαρτάται από τον βαθμό φόρτισης, την τεχνολογία ψύξης, την ενεργειακή απόδοση και τον τρόπο μέτρησης της εγκατάστασης.

Η ίδια η Microsoft εξηγεί ότι ο δείκτης PUE μετρά τη συνολική ενέργεια που απαιτείται για μια εγκατάσταση σε σχέση με την ενέργεια που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για υπολογιστική ισχύ, ενώ ο δείκτης WUE μετρά τη χρήση νερού σε λίτρα ανά kWh για ψύξη και ύγρανση.

Η ελληνική φιλοδοξία να γίνει κόμβος data centers

Η συζήτηση δεν περιορίζεται στα τρία data centers της Microsoft. Τον Φεβρουάριο του 2024, Ελλάδα και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για την προώθηση επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές στην Ελλάδα. Το μνημόνιο προβλέπει data centers μέγιστης ισχύος 500 MW και συνδέεται με επενδύσεις σε υποθαλάσσια καλώδια που θα ενώνουν κόμβους ανάμεσα σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Εάν ένα τέτοιο μέγεθος μετατραπεί σε πραγματική εγκατεστημένη και λειτουργική ισχύ, η ενεργειακή κλίμακα παύει να είναι περιφερειακό ζήτημα και γίνεται ζήτημα εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού.

Το νερό είναι η δεύτερη, λιγότερο προβεβλημένη πλευρά του θέματος. Τα data centers παράγουν θερμότητα και πρέπει να ψύχονται αδιάλειπτα. Η ψύξη μπορεί να γίνει με διαφορετικές τεχνολογίες: αερόψυξη, υδρόψυξη, εξατμιστική ψύξη, κλειστά κυκλώματα, υβριδικά συστήματα. Η επιλογή της τεχνολογίας δεν είναι ουδέτερη. Τα συστήματα που χρησιμοποιούν νερό μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας, αυξάνοντας όμως την κατανάλωση υδάτινων πόρων.

Η Google αναφέρει ότι η υδρόψυξη μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και των εκπομπών σε σχέση με την αερόψυξη, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι αυτή η επιλογή αυξάνει το υδατικό αποτύπωμα των data centers.

Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες γνωρίζουν ότι η κοινωνική αποδοχή των data centers θα κριθεί πλέον και στο πεδίο του νερού. Η Microsoft ανακοίνωσε ότι από τον Αύγουστο του 2024 εισάγει νέο σχεδιασμό data centers για AI workloads, με ψύξη σε επίπεδο chip και «μηδενική» κατανάλωση νερού για ψύξη κατά τη λειτουργία. Σύμφωνα με την εταιρεία, ο σχεδιασμός αυτός μπορεί να αποτρέψει χρήση άνω των 125 εκατ. λίτρων νερού ετησίως ανά data center, αν και νερό εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για βοηθητικές ανάγκες, όπως κουζίνες και χώροι υγιεινής. Η ίδια πηγή διευκρινίζει ότι ο υφιστάμενος στόλος data centers της Microsoft συνεχίζει να χρησιμοποιεί μείγμα αερόψυκτων και υδρόψυκτων συστημάτων, κάτι που δείχνει ότι η μετάβαση σε νέες τεχνολογίες δεν εξαφανίζει αυτομάτως το πρόβλημα από τις υπάρχουσες υποδομές.

Το νερό ως κρίσιμος πόρος για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, το ζήτημα του νερού είναι κρίσιμο. Η χώρα ανήκει στην ευρωπαϊκή ζώνη όπου η λειψυδρία δεν αποτελεί μελλοντική πιθανότητα, αλλά ήδη μετρήσιμη πίεση. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος αναφέρει ότι στη νότια Ευρώπη περίπου το 30% του πληθυσμού ζει σε περιοχές με μόνιμο υδατικό στρες και έως 70% σε περιοχές με εποχικό καλοκαιρινό στρες. Για την Ελλάδα ειδικά, καταγράφεται υδατική πίεση κυρίως την άνοιξη και το καλοκαίρι, ακριβώς τις περιόδους όπου συνδυάζονται ξηρασία, τουρισμός, άρδευση και αυξημένες ανάγκες δημόσιας ύδρευσης.

Αυτό σημαίνει ότι η χωροθέτηση data centers δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επενδυτική υπόθεση. Κάθε εγκατάσταση πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Από ποιο δίκτυο θα αντλεί ηλεκτρική ενέργεια; Με ποιον τρόπο θα ψύχεται; Θα χρησιμοποιεί πόσιμο νερό, ανακυκλωμένο νερό, βρόχινο νερό ή κλειστό κύκλωμα; Ποιο θα είναι το πραγματικό WUE στις ελληνικές κλιματικές συνθήκες; Ποια θα είναι η συνολική επίδραση στην τοπική υδροδότηση, ειδικά σε περιοχές όπως η Ανατολική Αττική, όπου η πίεση γης, ενέργειας και υδάτων είναι ήδη αυξημένη;

Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση: το ενεργειακό μείγμα. Ένα data center μπορεί να ισχυρίζεται ότι προμηθεύεται πράσινη ενέργεια μέσω συμβολαίων ή πιστοποιητικών, όμως η φυσική λειτουργία του εξακολουθεί να απαιτεί σταθερή ισχύ, όλο το εικοσιτετράωρο. Τα data centers δεν είναι φορτία που μπορούν εύκολα να «σβήνουν» όταν δεν φυσάει ή δεν έχει ήλιο. Χρειάζονται αξιοπιστία, εφεδρείες, δίκτυα υψηλής αντοχής και συχνά συστήματα αποθήκευσης ή γεννήτριες ασφαλείας. Για τον λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή συζήτηση για τα data centers έχει μετατοπιστεί από το αν χρειάζονται στην ψηφιακή οικονομία, στο πώς θα υποχρεωθούν να αποκαλύπτουν και να περιορίζουν το πραγματικό ενεργειακό και υδατικό τους αποτύπωμα.

Η ελληνική δημόσια συζήτηση βρίσκεται ακόμη πίσω από τις εξελίξεις. Η προσέλκυση τεχνολογικών κολοσσών παρουσιάζεται συνήθως ως απόδειξη εκσυγχρονισμού, επενδυτικής εμπιστοσύνης και ψηφιακής αναβάθμισης. Αυτά τα στοιχεία υπάρχουν και δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Τα data centers μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των ψηφιακών υπηρεσιών, να μειώσουν χρόνους απόκρισης, να στηρίξουν επιχειρήσεις, δημόσιο τομέα, κυβερνοασφάλεια, cloud υπηρεσίες και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η πλήρης αποτίμηση του κόστους.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν γεννιέται σε κενό. Χρειάζεται μέταλλα για chips, εργοστάσια για εξοπλισμό, ηλεκτρικά δίκτυα για συνεχή τροφοδοσία, νερό ή ενέργεια για ψύξη, γη για εγκαταστάσεις και θεσμικό πλαίσιο για περιβαλλοντικό έλεγχο. Όσο η χρήση της εξαπλώνεται, τόσο περισσότερο η χώρα που φιλοξενεί τις υποδομές της πρέπει να γνωρίζει τι ακριβώς παραχωρεί: ηλεκτρικό χώρο στο δίκτυο, φυσικό χώρο στην επικράτεια, υδατικούς πόρους στις τοπικές κοινωνίες και συχνά δημόσια κίνητρα σε ιδιωτικές επενδύσεις.

Το κεντρικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν πρέπει να έχει data centers. Μια χώρα που θέλει να συμμετέχει στην ψηφιακή οικονομία δεν μπορεί να αγνοήσει τέτοιες υποδομές. Το ερώτημα είναι με ποιους όρους θα τα αποκτήσει. Με διαφάνεια ή με γενικόλογες ανακοινώσεις; Με δημοσιοποίηση στοιχείων κατανάλωσης ή με εμπιστευτικότητα; Με δεσμεύσεις για ανακυκλωμένο νερό και καθαρή ενέργεια ή με απλές εταιρικές διακηρύξεις; Με χωροταξικό σχεδιασμό ή με αποσπασματικές εγκρίσεις; Με ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες ή με ακόμη μία ανάπτυξη που κοινωνικοποιεί το κόστος και ιδιωτικοποιεί την απόδοση;

Τα data centers δεν είναι «σύννεφο». Είναι βαριές υποδομές της νέας εποχής. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μοιάζει άυλη στην οθόνη του χρήστη, όμως στο έδαφος αφήνει αποτύπωμα. Και για την Ελλάδα, που μπαίνει ταυτόχρονα στην εποχή της ψηφιακής επέκτασης, της ενεργειακής πίεσης και της λειψυδρίας, το αποτύπωμα αυτό πρέπει να μετρηθεί πριν γίνει μόνιμο.

Παραπομπές