Συμβαίνει Τώρα: Νερό: Η κυβέρνηση υπόσχεται φθηνότερους λογαριασμούς, η ΔΕΗ θυμίζει τι ακολούθησε

Συμβαίνει Τώρα: Ακύρωσε την εμφάνισή του ο Μητσοτάκης μετά την τραγωδία με τους πυροσβέστες

Συμβαίνει Τώρα: Σύλληψη 56χρονου για κακομεταχείριση ζώων και τεράστιο οπλοστάσιο

Συμβαίνει Τώρα: Η Άγκυρα προκαλεί ξανά: Έξι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου

Συμβαίνει Τώρα: Μεταναστευτική πίεση στην Κρήτη: 234 άτομα σε πέντε λέμβους μέσα σε λίγες ώρες

Συμβαίνει Τώρα: Κοζάνη: Διαμαρτυρία για τις νέες ταυτότητες και ουρές για διαβατήρια

Συμβαίνει Τώρα: Συναγερμός στη Σητεία: Η φωτιά πλησίασε το εργοστάσιο του Αθερινόλακκου

Συμβαίνει Τώρα: Στη φυλακή ο 30χρονος για το σχέδιο επίθεσης κατά του Ισίδωρου Ντογιάκου

Συμβαίνει Τώρα: Ταμείο Ανάκαμψης: Μοίρασαν εγκρίσεις για πρόγραμμα που είχαν ήδη ακυρώσει

Συμβαίνει Τώρα: Ρήγμα στην «ΕΛΠΙΔΑ»: Αποχώρησε ο Αυγερινός με βαριές αιχμές για «φυτευτούς συμβούλους»

Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΔΟΤΗ

ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

29 Ιουλίου 2026

Ταμείο Ανάκαμψης: Μοίρασαν εγκρίσεις για πρόγραμμα που είχαν ήδη ακυρώσει

Σε μια βαριά καταγγελία για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας διαχειρίστηκαν ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά προγράμματα που είχαν προκηρυχθεί στην Ελλάδα προχώρησε ο Αριστείδης Χατζής, καθηγητής Φιλοσοφίας, Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η υπόθεση αφορά ερευνητικό έργο το οποίο εγκρίθηκε επίσημα στις 22 Ιουλίου 2025 και, όπως προκύπτει από την κυβερνητική απάντηση που επικαλείται ο καθηγητής, αφαιρέθηκε την ίδια ακριβώς ημέρα από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επειδή δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα στις προθεσμίες του Ταμείου Ανάκαμψης.

Με άλλα λόγια, δεκάδες ερευνητικές ομάδες ενημερώθηκαν ότι είχαν εξασφαλίσει χρηματοδότηση για ένα φιλόδοξο επιστημονικό πρόγραμμα, ενώ ο ίδιος κρατικός μηχανισμός είχε ήδη αποφασίσει την ακύρωση της χρηματοδότησής του.

Ο Αριστείδης Χατζής καταγγέλλει ότι η διοίκηση άφησε τους επιστήμονες χωρίς καμία ουσιαστική ενημέρωση για περίπου έναν χρόνο. Η επίσημη απάντηση ήρθε μόνο μετά από συγκέντρωση υπογραφών, εξώδικες ενέργειες και επανειλημμένες παρεμβάσεις όσων είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα.

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα επειδή το έργο αφορούσε περίπου 80 έως 90 επιστημονικές ομάδες, οι οποίες στελεχώνονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από νέους ερευνητές. Άνθρωποι που είχαν επενδύσει χρόνο, εργασία και επαγγελματικές προσδοκίες πληροφορήθηκαν ότι εγκρίθηκαν, χωρίς ποτέ να ενημερωθούν ότι η χρηματοδοτική βάση του προγράμματος είχε ήδη αποσυρθεί.

Έγκριση και ακύρωση την ίδια ημέρα

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο καθηγητής, τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στη «Διαύγεια» στις 22 Ιουλίου 2025, έπειτα από μήνες προετοιμασίας των προτάσεων και αναμονή μεγαλύτερη του ενός έτους.

Η ομάδα του, όπως και δεκάδες άλλες, πληροφορήθηκε ότι είχε επιλεγεί. Την ίδια ημέρα, κατόπιν πρότασης του υπουργείου Παιδείας, το έργο αφαιρέθηκε από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με επίσημη αιτιολογία την αδυναμία ολοκλήρωσής του μέσα στο διαθέσιμο χρονικό πλαίσιο.

Η αλληλουχία αυτή αποκαλύπτει έναν κρατικό μηχανισμό που ανακοίνωσε αποτελέσματα χωρίς να έχει διασφαλίσει ότι το πρόγραμμα μπορούσε πράγματι να υλοποιηθεί. Οι επιστήμονες κλήθηκαν να πανηγυρίσουν μια έγκριση που είχε ήδη μετατραπεί σε κενό διοικητικό χαρτί.

Το υπουργείο Παιδείας γνώριζε, κατά την καταγγελία, ότι το έργο είχε αποσυρθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης. Παρ’ όλα αυτά, οι δικαιούχοι δεν ενημερώθηκαν άμεσα, δεν έλαβαν χρονοδιάγραμμα για εναλλακτική χρηματοδότηση και δεν τους δόθηκε σαφής εικόνα για το μέλλον των ερευνητικών τους σχεδίων.

Ο καθηγητής αναφέρει ότι επί έναν χρόνο απηύθυνε επιστολές, μηνύματα, αιτήματα και προτάσεις προς κάθε αρμόδιο φορέα, χωρίς να λάβει ουσιαστική απάντηση. Η σιωπή συνεχίστηκε παρά τις δημόσιες παρεμβάσεις, τα δημοσιεύματα και τις προσπάθειες επικοινωνίας με κυβερνητικά στελέχη.

Η κυβερνητική αδιαφορία άφησε δεκάδες ομάδες σε κατάσταση πλήρους αβεβαιότητας. Νέοι επιστήμονες είχαν στηριχθεί στην επίσημη ανακοίνωση της «Διαύγειας», είχαν απορρίψει άλλες επαγγελματικές ευκαιρίες και είχαν οργανώσει την παραμονή τους στην Ελλάδα με βάση ένα πρόγραμμα που το ίδιο το κράτος είχε ήδη αφαιρέσει από τη χρηματοδότηση.

Ο Αριστείδης Χατζής περιγράφει την απάντηση της διοίκησης ως προσβολή που προστέθηκε στην οικονομική και επαγγελματική ζημιά. Κατά την εκτίμησή του, το κράτος αντιμετώπισε τους ερευνητές ως ανθρώπους χωρίς δικαίωμα ενημέρωσης, λογοδοσίας και σεβασμού στις εύλογες προσδοκίες που δημιούργησε η επίσημη έγκριση.

Στην απάντηση που δόθηκε σε κοινοβουλευτική ερώτηση γίνεται αναφορά στο άρθρο 40 του νόμου 5294/2026. Η διάταξη προβλέπει ότι, όταν ανακαλείται η ένταξη ενός έργου στο Ταμείο Ανάκαμψης, το αρμόδιο υπουργείο μεριμνά για την ένταξή του στο αντίστοιχο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, εντός των εγκεκριμένων ορίων του προϋπολογισμού του.

Η πρόβλεψη αυτή αφορά, όμως, οικονομικές εκκρεμότητες που απορρέουν από νομικές δεσμεύσεις οι οποίες είχαν ήδη αναληφθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τον καθηγητή, συμβάσεις δεν είχαν υπογραφεί μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.

Επομένως, δεν είχε δημιουργηθεί νομική υποχρέωση του υπουργείου απέναντι στις επιστημονικές ομάδες, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το κράτος είχε δημοσιεύσει επισήμως την έγκρισή τους. Η κυβερνητική επίκληση της συγκεκριμένης διάταξης εμφανίζεται έτσι ως υπόσχεση χωρίς σαφές οικονομικό και νομικό αντίκρισμα.

Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι η διοίκηση κατασκεύασε μια ψευδαίσθηση πιθανής διάσωσης του έργου, ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρχαν υπογεγραμμένες συμβάσεις που να θεμελιώνουν υποχρέωση χρηματοδότησης. Η διατύπωση διατήρησε τις προσδοκίες των ερευνητών ζωντανές, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένη απόφαση, προϋπολογισμό ή χρονοδιάγραμμα.

Νέοι επιστήμονες πληρώνουν την κυβερνητική ανικανότητα

Η καταγγελία φωτίζει ένα βαθύτερο πρόβλημα για την έρευνα στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση επικαλείται συστηματικά την ανάγκη επιστροφής των νέων επιστημόνων από το εξωτερικό, την ίδια στιγμή που κρατικοί φορείς ακυρώνουν προγράμματα, καθυστερούν αποφάσεις και αφήνουν ερευνητικές ομάδες επί μήνες χωρίς ενημέρωση.

Ο Αριστείδης Χατζής καλεί με οξύ τρόπο τους νέους επιστήμονες που βρίσκονται στο εξωτερικό να παραμείνουν εκεί και όσους σκέφτονται να φύγουν να το πράξουν χωρίς καθυστέρηση. Η τοποθέτησή του αποτυπώνει την πλήρη κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το ελληνικό κράτος ως εργοδότη, χρηματοδότη και θεσμικό εταίρο της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Ο ίδιος αναφέρεται ειδικά στην ομάδα των 30 νέων συνεργατών του, οι οποίοι περίμεναν να εργαστούν, να αποκτήσουν εισόδημα και να προσφέρουν μέσα από το ερευνητικό πρόγραμμα. Ορισμένοι από αυτούς, όπως επισημαίνει, έχασαν άλλες ευκαιρίες επειδή εμπιστεύθηκαν την επίσημη έγκριση και τις διαβεβαιώσεις ότι θα βρισκόταν λύση.

Ο καθηγητής αναλαμβάνει την ηθική ευθύνη για την αισιοδοξία με την οποία διαβεβαίωνε τους νέους συνεργάτες του ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν δυνατόν να τους εμπαίζει. Η πραγματικότητα, όπως αναφέρει, διέψευσε αυτή την πεποίθηση με τον πιο σκληρό τρόπο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται για ακόμη μία φορά να αντιμετωπίζει τη δημόσια διοίκηση ως μηχανισμό επικοινωνιακών ανακοινώσεων. Ανακοινώνει προγράμματα, εγκρίνει προτάσεις και καλλιεργεί προσδοκίες, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι οι δεσμεύσεις μπορούν να υλοποιηθούν.

Η πολιτική ζημιά δεν περιορίζεται σε έναν διοικητικό φάκελο. Αφορά δεκάδες επιστημονικές ομάδες, εκατοντάδες ερευνητές, χαμένες εργατοώρες, ακυρωμένα σχέδια και νέους ανθρώπους που έλαβαν ακόμη ένα σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να τους προσφέρει στοιχειώδη θεσμική αξιοπιστία.

Η επίκληση των ασφυκτικών προθεσμιών του Ταμείου Ανάκαμψης δεν απαλλάσσει το υπουργείο Παιδείας από την ευθύνη. Αντιθέτως, αναδεικνύει την αποτυχία του να σχεδιάσει, να αξιολογήσει και να ενεργοποιήσει εγκαίρως ένα πρόγραμμα που είχε παρουσιαστεί ως το πιο φιλόδοξο ερευνητικό εγχείρημα της χώρας.

Η αδυναμία ολοκλήρωσης μέσα στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα δεν προέκυψε ξαφνικά την ημέρα ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων. Ήταν συνέπεια καθυστερήσεων που είχαν ήδη συσσωρευθεί, ενώ οι επιστημονικές ομάδες περίμεναν περισσότερο από έναν χρόνο για να μάθουν αν οι προτάσεις τους εγκρίθηκαν.

Το κράτος μετέφερε τελικά το κόστος της δικής του καθυστέρησης στους ερευνητές. Εκείνοι προετοίμασαν φακέλους, συγκρότησαν ομάδες, σχεδίασαν εργασίες και περίμεναν την αξιολόγηση. Η διοίκηση εξάντλησε τον διαθέσιμο χρόνο και στη συνέχεια επικαλέστηκε την έλλειψη χρόνου για να αποσύρει το έργο.

Η στάση αυτή συγκρούεται με τις βασικές αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος. Όταν μια δημόσια αρχή ανακοινώνει επίσημα την έγκριση ενός προγράμματος, δημιουργεί εύλογες προσδοκίες στους δικαιούχους και οφείλει να τους ενημερώνει άμεσα για κάθε μεταβολή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενημέρωση αντικαταστάθηκε από πολύμηνη σιωπή. Η λογοδοσία ήρθε μόνο έπειτα από πίεση, εξώδικα και κοινοβουλευτική παρέμβαση. Ακόμη και τότε, η απάντηση δεν περιείχε συγκεκριμένη δέσμευση για την εξασφάλιση των χρημάτων.

Ο συμβολισμός γίνεται ακόμη πιο πικρός από την ονομασία του προγράμματος: «Trust Your Stars – Εμπιστοσύνη στ’ Αστέρια μας». Ένα έργο που υποτίθεται ότι θα στήριζε νέους επιστήμονες κατέληξε να αποτελεί απόδειξη της κρατικής αναξιοπιστίας απέναντι στους ανθρώπους που επιμένουν να παράγουν έρευνα στην Ελλάδα.

Ο Αριστείδης Χατζής δηλώνει ότι θα συνεχίσει την επιστημονική του εργασία και ότι μεταβαίνει στο Λονδίνο για έρευνα με δικά του έξοδα, καλύπτοντας τις ανάγκες από τον πανεπιστημιακό του μισθό. Υπογραμμίζει ότι θεωρεί την εργασία του εθνικής σημασίας και ότι θα εξακολουθήσει να μοιράζεται τα αποτελέσματα με συναδέλφους και νέους ερευνητές.

Η προσωπική του επιμονή δεν μπορεί να καλύψει το θεσμικό κενό. Η έρευνα δεν μπορεί να εξαρτάται από τις οικονομικές αντοχές κάθε πανεπιστημιακού ούτε από την αυτοχρηματοδότηση ομάδων που έχουν ήδη αξιολογηθεί και εγκριθεί από το ίδιο το κράτος.

Η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας οφείλουν να απαντήσουν με συγκεκριμένα στοιχεία: ποιος ευθύνεται για την καθυστέρηση, πότε διαπιστώθηκε ότι το έργο δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί, γιατί ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα την ημέρα της αφαίρεσής του και ποιο ποσό έχει εξασφαλιστεί για τη μεταφορά του σε άλλο χρηματοδοτικό πρόγραμμα.

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, η υπόθεση παραμένει ένα ακόμη τεκμήριο κυβερνητικής ανικανότητας, διοικητικής περιφρόνησης και εμπαιγμού της επιστημονικής κοινότητας. Το κράτος που διακηρύσσει ότι θέλει να ανακόψει το brain drain έδειξε στους νέους ερευνητές την έξοδο, ακυρώνοντας στην πράξη όσα διαφημίζει στις επίσημες ομιλίες του.