Σήμερα Γιορτάζουν:

ΤΙΧΩΝ

Τελικά, τα μάθατε; Στην Ιταλία η Μελόνι γίνεται «κέντρο» και η καθαρή Δεξιά ψάχνει νέο όχημα

Τελικά, τα μάθατε έτσι; Στην Ιταλία, μας λένε, «ανεβαίνει η Ακροδεξιά». Δηλαδή η κυρία Τζόρτζια Μελόνι, που κάποτε παρουσιαζόταν από τα ευρωπαϊκά σαλόνια ως η μεγάλη απειλή για τη φιλελεύθερη τάξη, σιγά σιγά μετακινείται προς το κέντρο. Και επειδή η πολιτική, όπως η φύση, απεχθάνεται το κενό, εμφανίζεται τώρα ένα νέο κόμμα δεξιότερα της Μελόνι, για να θυμίσει ότι η κοινωνική βάση της Δεξιάς δεν εξαφανίζεται επειδή η ηγεσία της αποφασίζει να φορέσει πιο ευπρεπές κοστούμι στις Βρυξέλλες.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στην Ιταλία δείχνουν άνοδο του νέου κόμματος Futuro Nazionale, δηλαδή «Εθνικό Μέλλον», του στρατηγού Ρομπέρτο Βανάτσι. Σύμφωνα με τη μέτρηση της SWG για το TgLa7, το κόμμα αυτό φθάνει στο 5,3% στην πρόθεση ψήφου, ποσοστό που το φέρνει στο ίδιο επίπεδο με τη Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι. Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια. Πρόκειται για πολιτικό σύμπτωμα. Όταν ένα νεοσύστατο κόμμα, με αρχηγό έναν στρατηγό που μιλά χωρίς τους κώδικες της ευρωπαϊκής ορθότητας, ακουμπά εκλογικά ένα ιστορικό κόμμα της ιταλικής Δεξιάς, τότε κάτι βαθύτερο συμβαίνει.

Η νέα Δεξιά δεξιότερα της Μελόνι

Ο Βανάτσι δεν εμφανίζεται ως απλός διαμαρτυρόμενος. Εμφανίζεται ως εκφραστής μιας «καθαρής Δεξιάς», η οποία θεωρεί ότι η Μελόνι προσαρμόστηκε υπερβολικά γρήγορα στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομιμοφροσύνης. Στο πρόγραμμά του περιλαμβάνονται σκληρές θέσεις για τη μετανάστευση, η ρητορική περί μαζικών απελάσεων παράτυπων μεταναστών, ο περιορισμός δικαιωμάτων όσων μεταναστών δεν θεωρούνται πλήρως ενταγμένοι στο ιταλικό κοινωνικό σώμα, καθώς και η αμφισβήτηση της ανάγκης ειδικής νομικής προστασίας για κατηγορίες όπως οι γυναίκες ή τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Ειδικά η θέση του περί γυναικοκτονίας, ότι δηλαδή δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ποινική κατηγορία, προκάλεσε ήδη σφοδρές αντιδράσεις.

Το σημαντικό, όμως, δεν είναι μόνο τι λέει ο Βανάτσι. Είναι γιατί βρίσκει ακροατήριο. Και βρίσκει ακροατήριο διότι η Μελόνι, που ανέβηκε στην εξουσία ως εθνική, αντισυστημική και ευρωσκεπτικιστική φωνή, επέλεξε ως πρωθυπουργός τη γραμμή της θεσμικής προσαρμογής. Από το «θα αλλάξουμε την Ευρώπη» περάσαμε στο «θα μας αποδεχθεί η Ευρώπη». Από την πολιτική ταυτότητα περάσαμε στη διαχειριστική αξιοπιστία. Από την ένταση του εθνικού λόγου περάσαμε στη γλώσσα της ευρωπαϊκής ευπρέπειας.

Κάπου εδώ αρχίζει το γνωστό ιταλικό τραγούδι της ιστορίας. «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», τραγουδούσε κάποτε η Βέμπο, σε μια άλλη εποχή, όταν η Ιταλία του φασισμού έμπαινε στην ελληνική μνήμη όχι ως θεωρητική έννοια, αλλά ως πολεμική απειλή. Σήμερα, βέβαια, δεν είμαστε στο 1940. Δεν υπάρχουν εύκολες αναλογίες και οι ιστορικές εξισώσεις είναι επικίνδυνες. Υπάρχει όμως κάτι που επιστρέφει: η διαρκής αναζήτηση ταυτότητας από κοινωνίες που αισθάνονται ότι οι ελίτ τους τις εγκατέλειψαν. Όταν οι λαοί δεν πιστεύουν ότι τα σύνορά τους φυλάσσονται, ότι η γλώσσα τους προστατεύεται, ότι ο πολιτισμός τους έχει αξία, τότε αναζητούν κάποιον που θα τους πει τα πράγματα χοντρά, άγαρμπα, συχνά επικίνδυνα, αλλά πάντως καθαρά.

Η Ευρώπη που παράγει τα φαινόμενα που μετά καταγγέλλει

Στην Ιταλία αυτό παίρνει το όνομα Βανάτσι. Στη Γαλλία παίρνει άλλα ονόματα. Στη Γερμανία άλλα. Στην Ολλανδία άλλα. Η Ευρώπη προσποιείται ότι εκπλήσσεται κάθε φορά που η κοινωνική δυσφορία μεταφράζεται σε ψήφο διαμαρτυρίας. Όμως η ίδια Ευρώπη, με τη γραφειοκρατική της αλαζονεία, με τη μεταναστευτική της αμηχανία, με την αποκοπή της από τις ιστορικές ταυτότητες των λαών της, παράγει ακριβώς το φαινόμενο που μετά καταγγέλλει.

Εδώ, όμως, στην Ελλάδα τα πράγματα είναι αλλιώς. Είμαστε δημοκράτες. Είμαστε σύγχρονοι. Είμαστε προοδευτικοί. Είμαστε νέοι άνθρωποι, ακόμη και όταν μετράμε ογδόντα χρόνια πολιτικής φθοράς στην πλάτη μας. Είμαστε τόσο νέοι, ώστε εφευρίσκουμε και νέες λέξεις για να κρύψουμε παλαιές ενοχές. Εξ ου και ο όρος «νεοπατριωτισμός», που ακούσαμε προσφάτως στην πατρίδα μας. Όχι πατριωτισμός σκέτος. Αυτός είναι βαρύς, ύποπτος, μυρίζει χώμα, μνήμη, σύνορα, θυσία, Εκκλησία, οικογένεια, ιστορική συνέχεια. Θέλει προσοχή. Θέλει επεξήγηση. Θέλει αποστείρωση. Γι’ αυτό τον βαφτίζουμε «νέο», για να μη φοβούνται οι ευαίσθητοι.

Στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχουμε πρόβλημα με τις λέξεις. Έχουμε πρόβλημα με την αλήθεια πίσω από τις λέξεις. Λέμε «πατρίδα», αλλά εννοούμε διαχείριση. Λέμε «σύνορα», αλλά εννοούμε ευρωπαϊκές διαδικασίες. Λέμε «οικογένεια», αλλά σπεύδουμε να διαβεβαιώσουμε ότι δεν προσβάλλουμε κανέναν. Λέμε «ταυτότητα», αλλά την υποβάλλουμε πρώτα σε έλεγχο πολιτικής ορθότητας. Και μέσα σε αυτήν τη γλωσσική ακροβασία, φθάνουμε να ζούμε σε μια χώρα όπου το αυτονόητο χρειάζεται δικηγόρο, σύμβουλο επικοινωνίας και πιστοποιητικό μη προσβολής.

Ο πατριωτισμός χωρίς απολογητικό ύφος

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιγράψει τον Βανάτσι. Δεν χρειάζεται στρατηγούς με κραυγές, ούτε πολιτικούς που μετατρέπουν τη δικαιολογημένη κοινωνική αγωνία σε χονδροειδή συνθήματα. Χρειάζεται, όμως, κάτι πολύ πιο δύσκολο: να ξαναμιλήσει σοβαρά για την πατρίδα χωρίς να απολογείται. Να μιλήσει για τη μετανάστευση χωρίς να συκοφαντεί ανθρώπους, αλλά και χωρίς να ακυρώνει την αγωνία των πολιτών. Να μιλήσει για την οικογένεια χωρίς φοβίες, αλλά και χωρίς να παραδίδει τη δημόσια συζήτηση σε ιδεολογικές αστυνομίες. Να μιλήσει για την εθνική συνέχεια χωρίς να ζητά άδεια από τις Βρυξέλλες, τα ιδρύματα, τα πάνελ και τους εισαγγελείς της ορθότητας.

Διότι, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι αν στην Ιταλία ανεβαίνει η Ακροδεξιά. Το πρόβλημα είναι γιατί το πολιτικό κέντρο, παντού στην Ευρώπη, έχει γίνει τόσο κενό, τόσο άχρωμο, τόσο άνευρο, ώστε αφήνει τους λαούς να αναζητούν καταφύγιο στα άκρα. Όταν οι κυβερνήσεις δεν υπερασπίζονται την κοινωνική συνοχή, κάποιος θα εμφανιστεί να την υπερασπιστεί με τον χειρότερο τρόπο. Όταν οι ελίτ περιφρονούν τις ταυτότητες, κάποιος θα τις σηκώσει σαν λάβαρο. Όταν η δημοκρατία καταλήγει να φοβάται τις ίδιες τις λέξεις του λαού της, τότε δεν απειλείται πρώτα από τους «ακραίους». Απειλείται από τη δική της κενότητα.

Εδώ, λοιπόν, στην Ελλάδα είμαστε αλλιώς. Όχι επειδή είμαστε σοφότεροι. Αλλά επειδή μάθαμε να κρύβουμε καλύτερα τα ίδια αδιέξοδα. Τα ντύνουμε με πιο κομψές λέξεις. Τα περνάμε από επιτροπές. Τα βαφτίζουμε «μεταρρυθμίσεις», «συμπερίληψη», «ευρωπαϊκή κανονικότητα», «νέο πατριωτισμό». Και συνεχίζουμε, δήθεν ήρεμοι, μέχρι να ανακαλύψουμε κι εμείς κάποια μέρα ότι κάτω από την επιφάνεια της ευπρέπειας βράζει μια κοινωνία που δεν θέλει πια να της εξηγούν τι επιτρέπεται να αισθάνεται για την πατρίδα της.

Ετικέτες: