Τέλος η ειδική εποπτεία; Η κυβέρνηση πανηγυρίζει, η πραγματική δοκιμασία αρχίζει
Έπειτα από δεκαέξι χρόνια ειδικών ευρωπαϊκών ελέγχων που συνδέθηκαν άμεσα με την εποχή των μνημονίων, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον κοντά στην έξοδο και από το τελευταίο καθεστώς ξεχωριστής οικονομικής παρακολούθησης. Εφόσον ολοκληρωθούν οι αλλαγές που προωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και υπάρξει θετική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, από το φθινόπωρο η χώρα θα μπορεί να υπάγεται μόνο στους γενικούς κανόνες εποπτείας που ισχύουν για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μία τέτοια εξέλιξη θα σημαίνει το τέλος των ειδικών αποστολών των ευρωπαϊκών θεσμών στην Αθήνα και των ξεχωριστών εξαμηνιαίων εκθέσεων που αφορούν αποκλειστικά την ελληνική οικονομία. Η αλλαγή συνδέεται με τη βελτίωση των δημοσιονομικών δεδομένων, την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η χώρα διαθέτει πλέον την ικανότητα να εξυπηρετεί κανονικά τις δανειακές της υποχρεώσεις. Η κυβέρνηση αναμένεται να αξιοποιήσει πολιτικά αυτή την εξέλιξη, παρουσιάζοντάς την ως απόδειξη αποκατάστασης της διεθνούς αξιοπιστίας και ως βάση για μεγαλύτερο περιθώριο οικονομικών παρεμβάσεων, φοροελαφρύνσεων, αυξήσεων εισοδημάτων και στοχευμένων μέτρων.
Η θετική αξιολόγηση που αναμένεται το φθινόπωρο είναι πιθανό να αποτελέσει βασικό κομμάτι της κυβερνητικής αφήγησης ήδη από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να παρουσιάσει την έξοδο από το ειδικό καθεστώς ως αποτέλεσμα των οικονομικών επιλογών των τελευταίων ετών και ως οριστικό κλείσιμο ενός κύκλου που άρχισε με την υπαγωγή της χώρας στα μνημόνια.

Η πολιτική αξιοποίηση, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η πορεία αυτή στηρίχθηκε σε μία δεκαετία σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής, υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης και μεγάλων θυσιών για την ελληνική κοινωνία. Το τέλος μιας ειδικής εποπτείας μπορεί να έχει ισχυρό συμβολισμό, όμως το πραγματικό μέτρο επιτυχίας θα είναι αν η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών μεταφερθεί ουσιαστικά στα εισοδήματα και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Από την εποπτεία έως το 2059 στη δυνατότητα πρόωρης εξόδου
Με βάση τον σημερινό ευρωπαϊκό κανονισμό, μία χώρα που έχει λάβει χρηματοδοτική βοήθεια υποχρεώνεται να παραμένει σε καθεστώς μεταπρογραμματικής εποπτείας έως ότου αποπληρώσει τουλάχιστον το 75% των σχετικών δανείων.
Για την Ελλάδα, λόγω του τεράστιου ύψους των δανείων και της μεγάλης διάρκειας αποπληρωμής τους, ο κανόνας αυτός θα μπορούσε να οδηγήσει σε ειδική παρακολούθηση μέχρι και το 2059. Πρόκειται για μία συνέπεια της πρωτοφανούς χρηματοδοτικής στήριξης που απαιτήθηκε στα χρόνια των μνημονίων.

Σήμερα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισκέπτονται την Αθήνα δύο φορές ετησίως για τις σχετικές αξιολογήσεις. Στη διαδικασία συμμετέχουν επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, ενώ στην ελληνική περίπτωση συμμετέχει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Οι έλεγχοι εξετάζουν την πορεία των δημοσίων οικονομικών, τις εξελίξεις στην οικονομία, την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος και κυρίως την ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί χωρίς προβλήματα τα δάνεια που έλαβε κατά την περίοδο των προγραμμάτων διάσωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πλέον προτείνει αλλαγή του Κανονισμού 472/2013, ώστε η ένταση της εποπτείας να καθορίζεται από την πραγματική δημοσιονομική και χρηματοδοτική κατάσταση μιας χώρας και όχι μηχανικά από το ποσοστό των δανείων που έχει ήδη αποπληρωθεί.
Το νέο μοντέλο προβλέπει ότι μετά τη συμπλήρωση πέντε ετών μεταπρογραμματικής εποπτείας θα μπορεί να πραγματοποιείται ειδική αξιολόγηση βιωσιμότητας και δυνατότητας αποπληρωμής. Εφόσον δεν εντοπίζονται σοβαροί κίνδυνοι, οι τακτικές αποστολές και οι ξεχωριστές εκθέσεις θα μπορούν να αναστέλλονται για διάστημα πέντε ετών.
Μετά την ολοκλήρωση αυτής της περιόδου θα πραγματοποιείται νέα εξέταση. Ο μηχανισμός ασφαλείας επομένως δεν εξαφανίζεται, όμως περιορίζονται οι συνεχείς αποστολές όταν οι οικονομικές συνθήκες δεν δικαιολογούν πλέον τόσο στενή παρακολούθηση.
Η λογική της Κομισιόν είναι ότι δεν υπάρχει λόγος να δεσμεύονται προσωπικό και πόροι για επαναλαμβανόμενες αποστολές σε χώρες που έχουν επιστρέψει σε σταθερή δημοσιονομική πορεία και δεν παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής.
Η Ελλάδα εξήλθε στις 20 Αυγούστου 2022 από την ενισχυμένη εποπτεία και πέρασε στη μεταπρογραμματική παρακολούθηση, με τις αξιολογήσεις να πραγματοποιούνται πλέον ανά εξάμηνο αντί για κάθε τρίμηνο. Τυπικά, επομένως, η πενταετία συμπληρώνεται το καλοκαίρι του 2027.

Στις Βρυξέλλες εξετάζεται, ωστόσο, το ενδεχόμενο να προσμετρηθεί και η περίοδος της ενισχυμένης εποπτείας από το 2018 έως το 2022, καθώς εκείνο το καθεστώς ήταν αυστηρότερο και προέβλεπε ακόμη συχνότερους ελέγχους.
Ευρωπαϊκές πηγές θεωρούν ότι θα ήταν δύσκολο να μείνει η Ελλάδα εκτός του πρώτου κύματος χωρών που θα απαλλαγούν από τις τακτικές ειδικές αξιολογήσεις. Διαφορετικά, η χώρα θα μπορούσε να παραμείνει μόνη στο συγκεκριμένο καθεστώς έως το επόμενο καλοκαίρι, παρότι τα βασικά δημοσιονομικά στοιχεία έχουν βελτιωθεί αισθητά.
Η απόφαση πάντως δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Η πρόταση της Επιτροπής πρέπει να λάβει την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στη συνέχεια να ακολουθήσει θετική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας.
Τα οικονομικά στοιχεία που ενισχύουν τη θέση της Αθήνας
Το βασικότερο επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι οι επιδόσεις της οικονομίας. Στην αξιολόγηση του Ιουνίου η Κομισιόν αναφέρει ότι η Ελλάδα διατηρεί την ικανότητα να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της και εμφανίζει βελτιωμένους δημοσιονομικούς δείκτες.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025, καταγράφοντας τρίτη συνεχόμενη χρονιά θετικής ανάπτυξης. Η οικονομική δραστηριότητα στηρίχθηκε στις επενδύσεις, στην ιδιωτική κατανάλωση, στις εξαγωγές και στη χρήση ευρωπαϊκών πόρων.
Ισχυρή ήταν και η επίδοση στα δημόσια οικονομικά. Το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε περίπου στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, υπερβαίνοντας τις αρχικές εκτιμήσεις. Στην επίδοση συνέβαλαν η αύξηση των φορολογικών εσόδων, η βελτίωση της συμμόρφωσης και η συγκράτηση των δημοσίων δαπανών.
Το δημόσιο χρέος παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, όμως ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία. Από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 περιορίστηκε στο 146,1% το 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027.
Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται ακόμη πιο αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι το χρέος μπορεί να φτάσει στο 136,8% του ΑΕΠ ήδη στο τέλος του 2026. Στην αποκλιμάκωση συμβάλλουν η οικονομική ανάπτυξη, τα υψηλά πλεονάσματα και οι πρόωρες αποπληρωμές παλαιότερων δανειακών υποχρεώσεων.
Σημαντικό αποθεματικό ασφαλείας αποτελούν και τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, τα οποία βρίσκονταν κοντά στα 40 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025. Παράλληλα, η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους πλησιάζει τα 19 χρόνια και μεγάλο μέρος των δανείων έχει χαμηλά και σταθερά επιτόκια.
Η συγκεκριμένη διάρθρωση περιορίζει τις ανάγκες συνεχούς αναχρηματοδότησης και προσφέρει μεγαλύτερη προστασία απέναντι σε απότομες αυξήσεις των διεθνών επιτοκίων. Πρόκειται για σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες υπερχρεωμένες οικονομίες που πρέπει να ανανεώνουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του χρέους τους κάθε χρόνο.
Καθοριστική για την αλλαγή της ευρωπαϊκής αντιμετώπισης της Ελλάδας ήταν και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν αναβαθμίσει τη χώρα, ενώ οι εκδόσεις ελληνικών ομολόγων προσελκύουν σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η Ελλάδα μπορεί πλέον να χρηματοδοτείται κανονικά από τις αγορές και έχει προχωρήσει σε πρόωρη εξόφληση τμημάτων παλαιών δανείων. Η συγκεκριμένη πολιτική μειώνει τις μελλοντικές επιβαρύνσεις από τόκους και ενισχύει την εικόνα μιας οικονομίας που μπορεί να διαχειρίζεται με μεγαλύτερη ασφάλεια τις υποχρεώσεις της.
Η Κομισιόν εξακολουθεί να προειδοποιεί ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό και ότι η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνεχιστεί. Αναγνωρίζει, όμως, ότι οι άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες είναι περιορισμένες και ότι η χώρα διαθέτει σημαντικό απόθεμα για να αντιμετωπίσει πιθανές αναταράξεις.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει αναπόφευκτα να εμφανίσει το τέλος της ειδικής εποπτείας ως ακόμη μία μεγάλη οικονομική επιτυχία. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, αρχίζει μετά την αποχώρηση των ειδικών ευρωπαϊκών ελέγχων. Η δημοσιονομική αξιοπιστία θα πρέπει πλέον να διατηρείται χωρίς εξωτερική πίεση, ενώ τα πλεονάσματα και η ανάπτυξη θα πρέπει να μεταφραστούν σε ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, των μισθών και της καθημερινότητας.
Μετά από δεκαέξι χρόνια μνημονίων, ενισχυμένης και μεταπρογραμματικής εποπτείας, η έξοδος από τον τελευταίο ειδικό μηχανισμό έχει σαφή ιστορικό και πολιτικό συμβολισμό. Δεν αποτελεί όμως λευκή επιταγή για την οικονομική πολιτική. Αντίθετα, αυξάνει την ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία δεν θα μπορεί πλέον να αποδίδει τις δύσκολες επιλογές στις απαιτήσεις των θεσμών και θα κρίνεται αποκλειστικά για τα αποτελέσματα της δικής της διαχείρισης.
Πιο Δημοφιλή
Η φωτιά έκαψε το Μητσοτάκη και το «επιτελικό κράτος»
Η χώρα φλέγεται, μετρά νεκρούς και ο πρωθυπουργός παρακολουθεί…
Πιο Πρόσφατα
Η Allianz ανακοίνωσε κέρδη-ρεκόρ στο β' τρίμηνο