Τέμπη: Η Εισαγγελία Λάρισας φιμώνει τους συγγενείς – Απαγορεύει πραγματογνώμονες και δειγματοληψία στο εξωτερικό
Η απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας να απαγορεύσει στους συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας στα Τέμπη να ορίσουν πραγματογνώμονες της επιλογής τους και να λάβουν δείγματα για αποστολή στο εξωτερικό δημιουργεί νέα δεδομένα στην υπόθεση που παραμένει ανοιχτή σχεδόν δύο χρόνια μετά το δυστύχημα.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την εντύπωση που είχε δημιουργηθεί μετά την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, ο οποίος είχε τερματίσει την κινητοποίησή του μετά τη δημόσια δέσμευση του πρωθυπουργού ότι θα προχωρήσει η διαδικασία εκταφής ώστε οι οικογένειες να λάβουν σαφείς απαντήσεις για τα αίτια θανάτου των δικών τους ανθρώπων. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική από τις τότε προσδοκίες, καθώς η δικαστική απόφαση θέτει στενούς περιορισμούς, αφήνοντας τους συγγενείς με το αίσθημα ότι τα αιτήματά τους δεν αντιμετωπίζονται με συνέπεια.
Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας, με το έγγραφο ΑΒΜ: Ε2024/153 που απευθύνεται σε διοικητές αστυνομικών τμημάτων των περιοχών όπου βρίσκονται οι τάφοι των θυμάτων, καθορίζει το πλαίσιο των εκταφών. Προβλέπεται ότι οι συγγενείς και οι τεχνικοί τους σύμβουλοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διαδικασία, χωρίς δικαίωμα δειγματοληψίας.
Οι πραγματογνώμονες της πλευράς των οικογενειών μπορούν να προβαίνουν μόνο σε παρατηρήσεις και συστάσεις, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν δείγματα για αποστολή σε εργαστήρια της επιλογής τους στο εξωτερικό. Η δειγματοληψία ανατίθεται αποκλειστικά στον διορισμένο από τις αρχές πραγματογνώμονα, ο οποίος έχει και την ευθύνη καταγραφής, σφράγισης, φύλαξης και αποστολής υλικού.

Η απόφαση σημειώνει ότι οποιαδήποτε αυτοτελής δειγματοληψία από τεχνικό σύμβουλο των οικογενειών θεωρείται παρέμβαση στο έργο του πραγματογνώμονα και μπορεί να επιφέρει ποινικές συνέπειες βάσει του άρθρου 207 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η προειδοποίηση αυτή προκαλεί ήδη έντονο προβληματισμό. Δύο τεχνικοί σύμβουλοι φέρονται να έχουν εκδηλώσει την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από τη διαδικασία, εκτιμώντας ότι κινδυνεύουν με νομικές επιπτώσεις σε περίπτωση που επιχειρήσουν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους με την πληρότητα που προσδοκούν οι οικογένειες.
Η δικαστική αυτή προσέγγιση μεταβάλλει ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι συγγενείς περίμεναν να διεξαχθούν οι εκταφές, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αναζητήσουν τεχνική τεκμηρίωση εκτός Ελλάδας. Πολλές οικογένειες είχαν δηλώσει εξαρχής ότι επιθυμούν να αποσταλούν δείγματα στο εξωτερικό, επικαλούμενες την απουσία εξειδικευμένων εργαστηρίων στη χώρα. Η απαίτηση για ανεξάρτητη πραγματογνωμοσύνη αποτελούσε βασικό στοιχείο της διεκδίκησής τους, με στόχο να υπάρξει αποσαφήνιση των αιτίων θανάτου των 57 ανθρώπων.
Το έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας επηρεάζει όχι μόνο τις δυνατότητες των οικογενειών, αλλά και τη διάθεση των επιστημόνων που είχαν συμφωνήσει να συνδράμουν ως τεχνικοί σύμβουλοι. Η απειλή ποινικής ευθύνης λειτουργεί αποτρεπτικά και δυσχεραίνει την παρουσία ανεξάρτητων ειδικών στη διαδικασία. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ανησυχία, καθώς περιορίζει τη διαφάνεια και ενισχύει τον φόβο ότι η υπόθεση ενδέχεται να οδηγηθεί σε νέα καθυστέρηση.
Το ζήτημα εντείνεται από πληροφορίες που περιήλθαν στο φως της δημοσιότητας, σύμφωνα με τις οποίες οι δικαστικές αρχές ζητούν από τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων των περιοχών όπου έχουν ταφεί τα θύματα να εντοπίσουν οι ίδιοι πραγματογνώμονες για να προταθούν και να εγκριθούν. Η πρακτική αυτή δημιουργεί απορίες για το πώς θα εξασφαλιστεί η απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια, ιδίως σε μικρές και απομακρυσμένες περιοχές όπου ενδέχεται να μην υπάρχουν ειδικοί με εμπειρία σε τέτοια διαδικασία. Αστυνομικοί παράγοντες εκφράζουν ήδη επιφυλάξεις για το αν μπορούν να ανταποκριθούν στο αίτημα, καθώς δεν αποτελεί αντικείμενο της υπηρεσίας τους ούτε υπάρχουν κατάλογοι ειδικών με τα προσόντα που απαιτούνται για τόσο κρίσιμες εξετάσεις.
Ο προβληματισμός διευρύνεται μέσα στις οικογένειες των θυμάτων, οι οποίες βλέπουν ότι η διαδικασία της εκταφής, αντί να επιταχύνεται, εμφανίζει νέα εμπόδια. Η απογοήτευση είναι εμφανής, καθώς η υπόθεση παραμένει σε εκκρεμότητα ενώ οι δημόσιες διαβεβαιώσεις δεν έχουν υλοποιηθεί με τρόπο που να αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των συγγενών απέναντι στην πολιτεία. Το ζήτημα τίθεται πλέον και σε συλλογικό επίπεδο, με τις οικογένειες να εξετάζουν την αναθεώρηση της στάσης τους στις επόμενες συνεδριάσεις του συλλόγου, προκειμένου να καθορίσουν τις επόμενες κινήσεις.
Οι συγγενείς αναφέρουν ότι έχουν απευθυνθεί σε πανεπιστημιακά εργαστήρια της χώρας, τα οποία γνωστοποίησαν ότι δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για εξειδικευμένες εξετάσεις που θα μπορούσαν να αποδώσουν με ακρίβεια την αιτία θανάτου. Η επιβεβαίωση αυτή ενίσχυσε την επιμονή τους να ζητήσουν αποστολή δειγμάτων στο εξωτερικό. Με τη νέα δικαστική απόφαση, ο δρόμος αυτός κλείνει τυπικά, καθώς η δειγματοληψία αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των πραγματογνωμόνων που διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές, χωρίς δικαίωμα παράλληλης εξέτασης.
Οι οικογένειες τονίζουν ότι η ικανοποίηση του αιτήματος για εκταφή είχε παρουσιαστεί ως ένδειξη ότι το κράτος αναγνωρίζει την ανάγκη για πλήρη και τεκμηριωμένη διερεύνηση, ιδιαίτερα μετά την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο υπήρχε πραγματική πρόθεση προώθησης της διαδικασίας με διαφάνεια και σεβασμό στη βούληση των συγγενών. Η υπόθεση επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση με ένταση, καθώς η διάσταση ανάμεσα στις δηλώσεις και στις δικαστικές πράξεις προκαλεί αμηχανία και ανασφάλεια στους ανθρώπους που αναζητούν απαντήσεις για τον θάνατο των παιδιών και των συγγενών τους.
Σύμφωνα με όσα έχουν γνωστοποιηθεί, η Εισαγγελία είχε λάβει γνώση των αιτημάτων των οικογενειών, ωστόσο επέλεξε να εφαρμόσει το αυστηρό πλαίσιο που προβλέπει η ποινική δικονομία για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Η στάση αυτή δημιουργεί αντιδράσεις, καθώς ερμηνεύεται από πολλούς συγγενείς ως προσπάθεια περιορισμού της ανεξάρτητης τεχνικής συμμετοχής και παράλληλης ενίσχυσης ενός κεντρικού μηχανισμού ελέγχου των εξετάσεων. Ορισμένοι εκτιμούν ότι η καθυστέρηση της διαδικασίας και η επιλογή πραγματογνωμόνων από καταλόγους που διαμορφώνονται μέσω αστυνομικών διευθύνσεων δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την αναζήτηση της αλήθειας.
Η συζήτηση στον δημόσιο χώρο αναμένεται να ενταθεί τις επόμενες εβδομάδες, καθώς η υπόθεση αγγίζει ζητήματα θεσμικής εμπιστοσύνης και δικαιώματος των πολιτών να ενημερώνονται για τις συνθήκες θανάτου των συγγενών τους. Η καθυστέρηση στις εκταφές και οι περιορισμοί που τίθενται στις επιλογές των οικογενειών δημιουργούν αίσθημα στασιμότητας και αμφιβολίας για το αν η διαδικασία θα οδηγήσει σε αποτελέσματα που θα γίνουν αποδεκτά ως αξιόπιστα.
Οι συγγενείς, μέσα από τις συζητήσεις τους, επισημαίνουν ότι θα συνεχίσουν να διεκδικούν τη δυνατότητα αποστολής δειγμάτων στο εξωτερικό, τονίζοντας ότι η διαφάνεια αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Η υπόθεση παραμένει σε κρίσιμο σημείο, καθώς οι αποφάσεις της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας διαμορφώνουν ένα πλαίσιο με περιορισμένες επιλογές για όσους αναζητούν πλήρη αποτύπωση των αιτίων θανάτου των θυμάτων.
Η επόμενη συνεδρίαση του συλλόγου των συγγενών των θυμάτων αναμένεται να θέσει το ζήτημα σε νέα βάση, με περισσότερη πίεση προς τους θεσμούς ώστε να δοθεί δυνατότητα πρόσβασης σε ανεξάρτητες εξετάσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη σε μια διαδικασία που μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να καλύψει τις προσδοκίες όσων έχασαν τους ανθρώπους τους στη σύγκρουση των τρένων. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και οι συγγενείς δηλώνουν αποφασισμένοι να συνεχίσουν την προσπάθεια για πλήρη διαλεύκανση των αιτίων θανάτου, με σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων και προσήλωση στη δικαίωση που αναμένουν.