Τέμπη: Το αόρατο τείχος της εξουσίας και η σιωπηλή προστασία της κορυφής

Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν ένα «κακό βράδυ» του ελληνικού σιδηροδρόμου. Δεν ήταν μια ατυχής σύμπτωση. Ήταν η στιγμή που η Πολιτεία υποχρεώθηκε να κοιταχτεί στον καθρέφτη — και απέστρεψε το βλέμμα. Ήταν η ώρα που το κράτος αποκαλύφθηκε γυμνό από τα συνθήματα περί «επιτελικής αποτελεσματικότητας» και «ψηφιακού εκσυγχρονισμού» και φάνηκε όπως πραγματικά λειτουργεί όταν απειλείται: με ταχύτητα προς τα μέσα, με αμηχανία προς τα έξω.

Από την πρώτη κιόλας νύχτα, πριν ακόμη καταλαγιάσει ο καπνός, πριν συνειδητοποιήσει η κοινωνία το μέγεθος της απώλειας, το αφήγημα είχε ήδη δομηθεί. «Ανθρώπινο λάθος». Δύο λέξεις. Δύο λέξεις που λειτούργησαν σαν θόλος προστασίας. Σαν ομπρέλα για να μη βραχούν οι ανώτεροι όροφοι της πυραμίδας. Μια διατύπωση που έδωσε την ψευδαίσθηση εξήγησης, αλλά στην ουσία έκλεισε τη συζήτηση πριν ανοίξει.

Σε μια χώρα που έχει υποφέρει από πραγματικά ανθρώπινα λάθη, η επίκληση του «ανθρώπινου παράγοντα» είναι εύκολη. Διότι μεταθέτει το βάρος στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Εκείνον που είναι ορατός, αναλώσιμος, αντικαταστάσιμος. Όμως στα σύνθετα συστήματα, τα δυστυχήματα δεν γεννιούνται σε ένα γραφείο σταθμάρχη. Γεννιούνται σε σωρευτικές παραλείψεις, σε καθυστερήσεις, σε επιλογές που λαμβάνονται — ή δεν λαμβάνονται — χρόνια πριν.

Και εδώ αρχίζει το ουσιώδες ερώτημα: ποιος αποφάσισε ότι τα συστήματα ασφαλείας μπορούν να περιμένουν; Ποιος θεώρησε ότι οι υποδομές αντέχουν άλλη μία παράταση; Ποιος αποδέχθηκε ως «κανονικότητα» τη διοικητική αδράνεια; Διότι η κρατική ευθύνη δεν εξαντλείται στο πρόσωπο που έκανε το μοιραίο λάθος. Εκτείνεται σε εκείνους που δημιούργησαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο το λάθος έγινε θανατηφόρο.

Στην υπόθεση των Τεμπών παρακολουθήσαμε, δυστυχώς, ένα γνώριμο έργο. Διαρροές με το σταγονόμετρο. Πορίσματα που προχωρούν μέχρι ένα σημείο και σταματούν με ευλάβεια πριν αγγίξουν τον πυρήνα. Δηλώσεις περί «κάθαρσης» που επαναλαμβάνονται, αλλά δεν διαπερνούν το κέντρο βάρους της εξουσίας. Σαν να υπάρχει μια αόρατη γραμμή — ένα άτυπο όριο — πέρα από το οποίο η αναζήτηση ευθυνών θεωρείται απειλή για το σύστημα.

Η αλυσίδα της ευθύνης, για άλλη μία φορά, έσπασε πριν φτάσει στην κορυφή.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι υπάρχουν λάθη. Σε κάθε οργανωμένο κράτος, λάθη θα υπάρξουν. Το ανησυχητικό είναι ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα συσπειρώνεται όταν αισθάνεται ότι απειλείται. Ενεργοποιεί μηχανισμούς αυτοπροστασίας, μετατρέπει τη διαφάνεια σε επικοινωνιακό σύνθημα και την αλήθεια σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ο χρόνος λειτουργεί ως αποσβεστήρας. Η κοινή γνώμη κουράζεται. Η οργή αμβλύνεται. Η κανονικότητα επιστρέφει.

Αυτό είναι η εθνική–κρατική αναλγησία: όχι οι υψηλοί τόνοι, αλλά η ψυχρή διοικητική ευπρέπεια της μετάθεσης ευθυνών. Η γλώσσα που λειαίνει τις αιχμές. Η τεχνική ορολογία που σκεπάζει την πολιτική ουσία. Η διαχείριση της μνήμης.

Τρία χρόνια μετά, το αίτημα δεν είναι εκδικητικό. Είναι θεσμικό. Δεν αφορά μόνο την ποινική κατάληξη. Αφορά την παραδοχή ότι η αποτυχία ήταν διαρθρωτική. Ότι η υποβάθμιση των υποδομών, η καθυστέρηση στην εφαρμογή συστημάτων ασφαλείας, η ανοχή στην προχειρότητα, δεν ήταν «αστοχίες». Ήταν επιλογές — έστω και δια της παραλείψεως. Και οι επιλογές έχουν πολιτικό πρόσημο.

Στην Ελλάδα έχουμε αναπτύξει μια ιδιότυπη ανθεκτικότητα στην τραγωδία. Συγκινούμαστε, οργιζόμαστε, υποσχόμαστε μεταρρυθμίσεις, και ύστερα επιστρέφουμε στη ρουτίνα. Όμως τα Τέμπη δεν είναι μια «κακή στιγμή». Είναι σταθμός. Είναι τομή. Είναι ο καθρέφτης ενός κράτους που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη δική του ευθύνη όταν αυτή αγγίζει την κορυφή.

Διότι η κρατική ευθύνη δεν τεμαχίζεται σε βαθμίδες για να διασώζεται η πυραμίδα. Αν δεν σπάσει αυτός ο άτυπος κανόνας της προστατευμένης κορυφής, τότε το τραύμα δεν θα είναι μόνο η απώλεια των ανθρώπων που χάθηκαν. Θα είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης. Και ένα κράτος που χάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών του δεν αποδυναμώνεται απλώς· καθίσταται θεσμικά επισφαλές.

Τα Τέμπη δεν είναι μόνο υπόθεση δικαστηρίων. Είναι δοκιμασία θεσμών. Είναι ερώτημα πολιτικής ηθικής. Είναι η στιγμή που καλούμαστε να απαντήσουμε αν αντιλαμβανόμαστε την εξουσία ως ευθύνη ή ως μηχανισμό αυτοσυντήρησης.

Αν, τρία χρόνια μετά, το βασικό αίτημα παραμένει να διαπεραστεί ένα «αόρατο τείχος», τότε το πρόβλημα δεν είναι η συγκυρία. Είναι η αρχιτεκτονική της εξουσίας.

Και αυτό είναι άλλο ένα  βαρύ φορτίο που άφησε πίσω της η νύχτα των Τεμπών.