Η χώρα διανύει μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική ένταση υπερβαίνει τα όρια της απλής ιδεολογικής αντιπαράθεσης και αναδεικνύεται ως ένδειξη βαθύτερης θεσμικής δυσλειτουργίας. Πρόκειται για μια συνθήκη που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της αντίληψης και της άσκησης της δημοκρατικής εξουσίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η λειτουργία του Κοινοβουλίου αποκτά ιδιαίτερο βάρος τόσο ως θεσμική οντότητα όσο και ως αντανάκλαση της πολιτικής ποιότητας της χώρας.
Η μεταπολιτευτική εποχή οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή ότι το Κοινοβούλιο συνιστά τον βασικό φορέα της λαϊκής κυριαρχίας και της θεσμικής νομιμοποίησης, πέρα από τον ρόλο του ως πεδίου πολιτικής αντιπαράθεσης. Στην παρούσα συγκυρία, αυτή η αρχή τίθεται υπό αμφισβήτηση με τρόπο συγκεκριμένο και εμφανή, όπως προκύπτει από τη σύνθεση και τη λειτουργία του ίδιου του σώματος.
Η παρουσία υπόδικων πολιτικών εντός του Κοινοβουλίου συνιστά μια έντονη αντίφαση, καθώς το όργανο που θεσπίζει τους κανόνες δικαίου περιλαμβάνει πρόσωπα που βρίσκονται υπό δικαστική κρίση. Η κατάσταση αυτή συνιστά θεσμική στρέβλωση που επηρεάζει την αξιοπιστία του πολιτεύματος. Η αρχή της λαϊκής εντολής δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως μηχανισμός προστασίας από την ανάγκη διασφάλισης της θεσμικής ακεραιότητας.
Οι δικογραφίες που συνδέονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο χαλάρωσης των θεσμικών αντανακλαστικών και πολιτικής ανοχής απέναντι σε φαινόμενα που απαιτούν αυστηρή και διαφανή αντιμετώπιση. Σε περιπτώσεις όπου τέτοιες υποθέσεις δεν συνοδεύονται από άμεσες και σαφείς πολιτικές συνέπειες, το μήνυμα που διαμορφώνεται αφορά την αποδυνάμωση της έννοιας της λογοδοσίας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φέρει αυξημένη ευθύνη για τη διαμορφωμένη εικόνα, τόσο σε επίπεδο ενεργειών όσο και ως προς το μοντέλο διακυβέρνησης που προωθεί. Πρόκειται για ένα μοντέλο που εμφανίζεται να αποδέχεται τη συνύπαρξη πολιτικής ισχύος και δικαστικής εκκρεμότητας χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις, προσέγγιση που έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου.
Παράλληλα, η κυβερνητική πρακτική καταδεικνύει μια σταθερή κατεύθυνση προς τον περιορισμό βασικών θεσμικών αντιβάρων. Η συστηματική χρήση κατεπειγόντων νομοσχεδίων, η αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου και η επιλεκτική διαχείριση της πληροφόρησης συγκροτούν ένα πλαίσιο λειτουργίας της εξουσίας με περιορισμένη ανοχή στον ουσιαστικό έλεγχο. Η ευθύνη δεν περιορίζεται σε επιμέρους αποφάσεις, αλλά εκτείνεται στη συνολική δομή της διακυβέρνησης, η οποία δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των θεσμών και διαμορφώνει συνθήκες υποχώρησης της λογοδοσίας.
Το Κοινοβούλιο δεν δύναται να λειτουργεί υπό το βάρος τέτοιων εκκρεμοτήτων. Η αξιοπιστία του δεν εδράζεται αποκλειστικά στη συνταγματική του κατοχύρωση, αλλά συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των προσώπων που το απαρτίζουν. Όταν η ποιότητα αυτή τίθεται υπό αμφισβήτηση, επηρεάζεται συνολικά η λειτουργία της δημοκρατικής διαδικασίας.
Η δημοκρατία συνιστά ένα σύστημα αξιών και κανόνων, όπου η συνέπεια στην εφαρμογή τους αποτελεί βασική προϋπόθεση. Η επίκληση της νομιμότητας οφείλει να είναι καθολική και όχι επιλεκτική, καθώς κάθε απόκλιση υπονομεύει τη συνοχή του θεσμικού πλαισίου.
Η παρούσα κρίση αναδεικνύεται ως κρίση θεσμικής συνείδησης και η αντιμετώπισή της απαιτεί ουσιαστική επανατοποθέτηση του πολιτικού συστήματος απέναντι στις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας.
Η υπεράσπιση της δημοκρατίας αποτελεί θεσμική υποχρέωση και καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη όταν το ίδιο το Κοινοβούλιο εμφανίζει σημάδια λειτουργίας που πλήττουν την αξιοπιστία του.
Το κρίσιμο ζήτημα αφορά τη λειτουργική επάρκεια των θεσμών και την ικανότητά τους να εμπνέουν εμπιστοσύνη, στοιχείο που στην παρούσα συγκυρία τίθεται σε δοκιμασία.
Πιο Δημοφιλή
Ο καλλιτέχνης-φάντασμα που κατέκτησε τον πλανήτη
Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να «σχεδιάζει» τη ζωή
Πώς η Κίνα αντέχει το μπλοκάρισμα του Ορμούζ
Πιο Πρόσφατα