Σήμερα Γιορτάζουν:

ΡΗΓΙΝΟΣ

2 Ιανουαρίου 2026

Το 2026 εκθέτει τις αυταπάτες της πολιτικής τάξης

Το 2026 δεν έκανε απλώς την εμφάνισή του, αλλά αποκάλυψε με ένταση τις ρωγμές ενός συστήματος που πορεύτηκε για χρόνια χωρίς αυτοέλεγχο και χωρίς αίσθηση ορίων. Η νέα χρονιά φέρνει στην επιφάνεια μια διακυβέρνηση που δίνει προτεραιότητα στην προβολή έναντι της πράξης και έναν πολιτικό κόσμο που δείχνει απομακρυσμένος από τις ανάγκες της κοινωνίας.

Η αφετηρία της χρονιάς βρίσκει μια κοινωνία εξαντλημένη, με ολοένα και μικρότερη ανοχή. Το αφήγημα της «σταθερότητας» σκοντάφτει στην καθημερινή ακρίβεια, στους λογαριασμούς που διογκώνονται, στο κόστος στέγασης που πιέζει κάθε προϋπολογισμό. Η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη σε δείκτες και στατιστικές, ενώ η πραγματική οικονομία στερείται ανάσας. Η απαίτηση για εμπιστοσύνη δεν συνοδεύεται από έμπρακτη λογοδοσία, γεγονός που επιτείνει τη δυσπιστία.

Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα αφορά τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης με 21% πρόθεση ψήφου και 23% θετικές γνώμες να συνεχίσει να ασκεί εξουσία. Η τυπική νομιμοποίηση της Βουλής υφίσταται, ωστόσο η απώλεια της κοινωνικής αποδοχής είναι εμφανής. Η δημοκρατική αρχή προϋποθέτει αντιπροσώπευση της πλειοψηφίας, κάτι που δεν επιβεβαιώνεται πλέον. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν ότι η κυβέρνηση έχει μετατραπεί σε μειοψηφικό φορέα, χωρίς αντίκρισμα στο εκλογικό σώμα. Η πολιτική νομιμοποίηση έχει διαβρωθεί και η παραίτηση, με άμεση προσφυγή στις κάλπες, θα αποτελούσε τη θεσμικά καθαρή διέξοδο. Μια νέα Βουλή θα μπορούσε να αποτυπώσει τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, κάτι που η παρούσα σύνθεση δεν αντικατοπτρίζει.

Το ερώτημα επεκτείνεται στη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία δεν διεκδικούν με συνέπεια την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Η επιδίωξη διατήρησης των εδρών λειτουργεί ως εσωτερικό κίνητρο αυτοπροστασίας. Η προκήρυξη εκλογών θα άλλαζε άμεσα το τοπίο, καθώς η εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών θα επέφερε συρρίκνωση σε ΠΑΣΟΚ, Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας, Φωνή Λογικής, Νέα Αριστερά, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΙΚΗ, όπως και στη Νέα Δημοκρατία, η οποία κινείται σε ποσοστά που δεν εξασφαλίζουν το παραδοσιακό πλεονέκτημα εδρών. Ένα μεγάλο μέρος των σημερινών βουλευτών θα έχανε την κοινοβουλευτική του θέση, γεγονός που διαμορφώνει ισχυρά αντικίνητρα για κοινή στάση υπέρ των πρόωρων εκλογών.

Η απουσία συντονισμού στην αντιπολίτευση ενισχύει την κυβερνητική αντοχή, παρότι οι κοινωνικές αντιδράσεις υπήρξαν έντονες, με διαδηλώσεις, απεργίες και μαζικές συγκεντρώσεις. Η δυναμική αυτή δεν αξιοποιήθηκε πολιτικά, παρά τις συνθήκες που επέβαλλαν ανανέωση της νομιμοποίησης.

Το συμπέρασμα που αναδύεται αφορά την ανάγκη πολιτικού επανακαθορισμού. Η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει υπό την παρούσα φθορά, καθώς η κυβέρνηση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Η καθυστέρηση των εκλογών ενισχύει το αντισυστημικό ρεύμα, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει καταλυτικά το σύνολο του πολιτικού φάσματος.

Την ίδια στιγμή, το κράτος λειτουργεί με επιλεκτική συνέπεια. Η παρουσία του είναι αισθητή σε φορολογικές και διοικητικές υποχρεώσεις, ενώ η απουσία του γίνεται εμφανής όταν οι πολίτες ζητούν προστασία, ασφάλεια και δίκαιη απονομή δικαιοσύνης. Οι θεσμοί αντιμετωπίζονται ως γραφειοκρατική αγγαρεία, όχι ως στήριγμα της δημοκρατικής τάξης. Οι κρίσεις αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακές τακτικές και μεταφορά βαρών προς την κοινωνία, γεγονός που διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στη διοίκηση και όσους υφίστανται τις συνέπειες.

Το πολιτικό σύστημα βρίσκεται πλέον χωρίς περιθώρια υπεκφυγής. Οι μεγάλες συζητήσεις για το μέλλον της χώρας έχουν εγκαταλειφθεί, ενώ το Δημογραφικό, η παραγωγική υποχώρηση και η φυγή της νέας γενιάς αποτελούν ανησυχητικές σταθερές. Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια, η δημόσια ζωή επιμένει να κινείται γύρω από τακτικές μικρής εμβέλειας και προσωπικές επιδιώξεις. Η κόπωση του μοντέλου αυτού είναι εμφανής.

Η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα χρονιά χωρίς συνεκτικό εθνικό σχέδιο. Η εξάρτηση από εισαγωγές και η ευαλωτότητα της οικονομίας σε εξωτερικές αναταράξεις περιορίζουν τα περιθώρια άσκησης αποτελεσματικής πολιτικής. Η άμυνα και η διπλωματία λειτουργούν με αμυντικό προσανατολισμό, σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές περιβάλλον απαιτεί προετοιμασία και σταθερή στρατηγική. Η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται προσανατολισμένη σε μια εικόνα «ομαλότητας» που δεν αντιστοιχεί στις διεθνείς εξελίξεις.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ισχύς επανέρχεται στο επίκεντρο των υπολογισμών. Οι συγκρούσεις παρατείνονται, οι αναθεωρητικές πιέσεις αυξάνονται, οι συμμαχίες μετασχηματίζονται. Η Ευρώπη βιώνει το κόστος της περιορισμένης στρατηγικής ετοιμότητας, ενώ η Ελλάδα κινείται περιθωριακά, χωρίς προετοιμασία για τις απαιτήσεις μιας εποχής αβεβαιότητας.

Το 2026 διαμορφώνεται ως χρονιά κρίσιμων μετατοπίσεων, με μικρή ανοχή σε αποσπασματικές πολιτικές. Η συγκυρία απαιτεί καθαρό λόγο, αίσθηση ευθύνης και ικανότητα προσαρμογής. Η επιλογή είναι σαφής: είτε η πολιτική θα ανταποκριθεί στις ανάγκες της πραγματικότητας είτε η πραγματικότητα θα αναδιαμορφώσει το πολιτικό τοπίο με τρόπο που δεν θα αφήσει περιθώρια στο παλιό σύστημα.