Το 3% που μπορεί να κρίνει την αυτοδυναμία – Η «κρυφή κάλπη» των επόμενων εκλογών
Η πολιτική συζήτηση έχει επικεντρωθεί στη διαφορά της Νέας Δημοκρατίας από τους αντιπάλους της, στην άνοδο της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, στην πίεση που δέχεται το ΠΑΣΟΚ και στις ανακατατάξεις που προκαλεί η συνεχιζόμενη συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει όμως ένας αριθμός που μπορεί τελικά να αποδειχθεί εξίσου καθοριστικός με τα ποσοστά των μεγαλύτερων κομμάτων: το όριο του 3%.
Το εκλογικό κατώφλι για την είσοδο στη Βουλή μπορεί να αποτελέσει μία από τις πιο κρίσιμες παραμέτρους της επόμενης αναμέτρησης. Η σημασία του ξεπερνά κατά πολύ την επιβίωση ενός μικρότερου πολιτικού σχηματισμού, καθώς το συνολικό ποσοστό των ψήφων που θα μείνει εκτός Κοινοβουλίου επηρεάζει άμεσα την τελική κατανομή των εδρών.
Με απλά λόγια, στις επόμενες εκλογές δεν θα κριθεί μόνο πόσο ψηλά ή χαμηλά θα κινηθεί η Νέα Δημοκρατία. Εξίσου σημαντικό θα είναι πόσα κόμματα της αντιπολίτευσης θα αποτύχουν να ξεπεράσουν το 3% και πόσες ψήφοι θα βρεθούν τελικά εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Η μεγάλη μάχη γύρω από το 3%
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν ένα έντονα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται στη δεύτερη και το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί, όμως χαμηλότερα διαμορφώνεται μια ευρεία ζώνη κομμάτων που κινούνται οριακά πάνω ή κάτω από το κατώφλι εισόδου στη Βουλή.
Στη μέτρηση της MRB τον Ιούλιο, για παράδειγμα, το ΜέΡΑ25 καταγραφόταν στο 3%, η Φωνή Λογικής στο 3,3%, οι Δημοκράτες στο 2,1%, ο ΣΥΡΙΖΑ στο 1,5% και η Νέα Αριστερά στο 1,1%.
Τα συγκεκριμένα ποσοστά αποτελούν δημοσκοπική φωτογραφία και όχι εκλογικό αποτέλεσμα. Μέχρι την ώρα της κάλπης οι συσχετισμοί μπορούν να μεταβληθούν σημαντικά. Η εικόνα, ωστόσο, αναδεικνύει ένα κρίσιμο πολιτικό δεδομένο: αρκετοί σχηματισμοί μπορεί να δώσουν μάχη κοινοβουλευτικής επιβίωσης για λίγα δέκατα της μονάδας.
Αυτά τα λίγα δέκατα μπορούν να επηρεάσουν πολύ περισσότερο από όσο δείχνει η πρώτη ανάγνωση όχι μόνο την τύχη των συγκεκριμένων κομμάτων, αλλά και το τελικό όριο αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα.
Ο ισχύων εκλογικός νόμος προβλέπει κλιμακωτό μπόνους για το κόμμα που θα καταλάβει την πρώτη θέση. Από το 25% ενεργοποιείται μπόνους 20 εδρών και στη συνέχεια προστίθεται μία επιπλέον έδρα για κάθε μισή ποσοστιαία μονάδα, έως το ανώτατο όριο των 50 εδρών όταν το πρώτο κόμμα φτάσει το 40%.
Οι υπόλοιπες έδρες κατανέμονται αναλογικά μεταξύ των κομμάτων που έχουν ξεπεράσει το 3%. Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η αριθμητική που συνήθως δεν αποτυπώνεται στους απλούς πίνακες των δημοσκοπήσεων.
Όσο αυξάνεται το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής, τόσο περιορίζεται η δεξαμενή των έγκυρων ψήφων που συμμετέχουν στην αναλογική κατανομή των εδρών.
Κατά συνέπεια, ενισχύεται το πραγματικό κοινοβουλευτικό βάρος των κομμάτων που περνούν το όριο και πρωτίστως του πρώτου κόμματος, το οποίο διαθέτει επιπλέον και το εκλογικό μπόνους.
Πόσο μπορεί να κατέβει ο πήχης της αυτοδυναμίας
Οι υπολογισμοί με βάση τον σημερινό εκλογικό νόμο αποτυπώνουν καθαρά τη σημασία των ψήφων που μένουν εκτός Βουλής.
Εφόσον σχεδόν το σύνολο των ψήφων εκπροσωπηθεί κοινοβουλευτικά, το πρώτο κόμμα χρειάζεται ποσοστό που κινείται κοντά στο 40% για να διεκδικήσει αυτοδυναμία.
Εάν όμως περίπου το 5% των ψήφων κατευθυνθεί σε κόμματα που δεν θα ξεπεράσουν το 3%, ο απαιτούμενος πήχης υποχωρεί περίπου προς την περιοχή του 39%.
Με 8% των ψήφων εκτός Βουλής, το όριο κινείται περίπου στο 38%. Εάν οι λεγόμενες χαμένες ψήφοι φτάσουν στο 10%, η περιοχή αυτοδυναμίας μπορεί να περιοριστεί κοντά στο 37,5%.
Από εκεί και πέρα η αριθμητική γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Εάν περίπου το 15% του εκλογικού σώματος ψηφίσει κόμματα που τελικά δεν θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή, τότε η αυτοδυναμία μπορεί να καταστεί εφικτή ακόμη και για πρώτο κόμμα που κινείται περίπου στο 36%.
Σε ένα περισσότερο ακραίο σενάριο, όπου σχεδόν το 20% των ψήφων μείνει εκτός Κοινοβουλίου, ο θεωρητικός πήχης θα μπορούσε να κατέβει ακόμη και προς την περιοχή του 35%.
Οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί δεν αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος. Η τελική κατανομή των 300 εδρών επηρεάζεται από στρογγυλοποιήσεις και από τον μηχανισμό κατανομής στις εκλογικές περιφέρειες. Η γενική τάση, όμως, είναι σαφής: όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των ψήφων που μένει εκτός Βουλής, τόσο χαμηλότερα μετακινείται ο πήχης της αυτοδυναμίας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα δείχνει τη σημασία αυτής της σχέσης.
Εάν η Νέα Δημοκρατία λάβει 36% και συνολικά το 15% της ψήφου κατευθυνθεί προς κόμματα που δεν θα ξεπεράσουν το 3%, τότε στην ουσιαστική κοινοβουλευτική κατανομή συμμετέχει το υπόλοιπο 85% των ψήφων.
Σε αυτή την περίπτωση, το 36% της ΝΔ μεταφράζεται σε περίπου 42,35% μεταξύ των κομμάτων που τελικά μπαίνουν στη Βουλή. Πάνω σε αυτή τη βάση προστίθεται και το κλιμακωτό μπόνους που προβλέπει ο εκλογικός νόμος.
Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, επομένως, ένα αποτέλεσμα αρκετά χαμηλότερο από το 40% μπορεί να οδηγήσει το πρώτο κόμμα στην περιοχή των 151 εδρών.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της εκλογικής εξίσωσης για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι υποχρεωμένη να επαναλάβει το 40,56% του 2023 για να διεκδικήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Χρειάζεται έναν πολύ συγκεκριμένο συνδυασμό: επαρκή εκλογική ανάκαμψη και ταυτόχρονα υψηλό ποσοστό ψήφων σε κόμματα που θα παραμείνουν εκτός Βουλής.
Γι' αυτό το 2,9% ενός μικρού κόμματος μπορεί να αποκτήσει τεράστια πολιτική αξία χωρίς να εκλέξει κανέναν βουλευτή.
Εάν ένας σχηματισμός πάρει 2,9%, οι ψήφοι του μένουν εκτός κοινοβουλευτικής κατανομής. Εάν φτάσει στο 3,1%, εισέρχεται στη Βουλή και αλλάζει αυτομάτως την αριθμητική των εδρών. Η διαφορά είναι μόλις δύο δέκατα της μονάδας, η κοινοβουλευτική επίδραση όμως μπορεί να είναι δυσανάλογα μεγάλη.
ΜέΡΑ25, Φωνή Λογικής, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και κάθε άλλος σχηματισμός που κινείται κοντά στο όριο δεν δίνει συνεπώς μόνο μάχη για τη δική του κοινοβουλευτική επιβίωση. Η επίδοσή του επηρεάζει έμμεσα και τον αριθμό που χρειάζεται η Νέα Δημοκρατία για να φτάσει στις 151 έδρες.
Στην ίδια εξίσωση υπάρχει και ο άγνωστος παράγοντας του Αντώνη Σαμαρά.
Εφόσον ο πρώην πρωθυπουργός αποφασίσει να προχωρήσει σε νέο πολιτικό σχηματισμό, το κρίσιμο στοιχείο δεν θα είναι μόνο πόσες μονάδες μπορεί να αφαιρέσει από τη Νέα Δημοκρατία. Εξίσου σημαντικό θα είναι εάν ο νέος αυτός σχηματισμός θα καταφέρει να περάσει το κατώφλι του 3%.
Ένα κόμμα Σαμαρά που θα λάβει 4% ή 5% και θα εισέλθει στη Βουλή θα αφαιρέσει ψήφους από τη ΝΔ και παράλληλα θα συμμετάσχει κανονικά στην κατανομή των εδρών.
Ένας σχηματισμός που θα αφαιρέσει σημαντικό ποσοστό από τη Νέα Δημοκρατία και τελικά θα σταματήσει στο 2,8% ή 2,9% θα παράγει εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Οι ψήφοι αυτές θα έχουν φύγει από το κυβερνών κόμμα, όμως δεν θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή.
Γι' αυτό η πιθανή πολιτική κίνηση Σαμαρά δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το ερώτημα πόσο μπορεί να μειώσει τα ποσοστά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το εάν περνά ή όχι το 3% είναι εξίσου καθοριστικό.
Η ίδια αριθμητική λειτουργεί και στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται να έχει απορροφήσει σημαντικό μέρος της εκλογικής δεξαμενής που παλαιότερα κατευθυνόταν στον ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά, το ΜέΡΑ25 και άλλες μικρότερες δυνάμεις.
Εάν η αντιπολιτευτική ψήφος κατακερματιστεί ανάμεσα σε πολλούς σχηματισμούς και αρκετοί από αυτούς καταλήξουν κάτω από το 3%, δημιουργείται ένα πολιτικό παράδοξο με πολύ συγκεκριμένο αριθμητικό αποτέλεσμα: η Νέα Δημοκρατία μπορεί να χάνει ψηφοφόρους και ταυτόχρονα να βλέπει να κατεβαίνει ο πήχης που χρειάζεται για την αυτοδυναμία.
Η κυβερνητική φθορά, επομένως, δεν αρκεί από μόνη της για να προκαλέσει αλλαγή στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Για να μετατραπεί η απώλεια ψήφων της ΝΔ σε πραγματική απώλεια εδρών, η αντιπολιτευτική ψήφος πρέπει να κατευθυνθεί σε κόμματα που θα καταφέρουν να εκπροσωπηθούν στο Κοινοβούλιο.
Το βράδυ των επόμενων εθνικών εκλογών θα υπάρχουν, ουσιαστικά, δύο αριθμοί που θα πρέπει να παρακολουθούνται ταυτόχρονα.
Ο πρώτος θα είναι το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας. Ο δεύτερος, και ίσως εξίσου κρίσιμος, θα είναι το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν κάτω από το 3%.
Εάν το πρώτο κόμμα κινηθεί στην περιοχή του 35%-36% και παράλληλα το άθροισμα των εκτός Βουλής κομμάτων φτάσει σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα, η συζήτηση περί αυτοδυναμίας θα αποκτήσει εντελώς διαφορετική βάση.
Εάν, αντίθετα, σχεδόν όλοι οι μικρότεροι σχηματισμοί καταφέρουν να ξεπεράσουν το 3%, ο απαιτούμενος πήχης για τις 151 έδρες θα ανέβει αισθητά.
Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη εκλογική ειρωνεία της επόμενης αναμέτρησης. Η τύχη της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να μην καθοριστεί αποκλειστικά από τους πολίτες που θα την ψηφίσουν, αλλά και από εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που θα επιλέξουν κόμματα τα οποία τελικά θα παραμείνουν εκτός Βουλής.
Η πραγματική «δεύτερη κάλπη» των εκλογών, επομένως, δεν θα βρίσκεται σε κάποιο διαφορετικό ψηφοδέλτιο. Θα βρίσκεται στο 3% και στο άθροισμα των ψήφων που δεν θα μετατραπούν ποτέ σε κοινοβουλευτικές έδρες.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Αύξηση ΑΕΠ 0,3% στη Βρετανία τον Ιούλιο
Ορμούζ: Το Ιράν διαψεύδει τον Τραμπ – «Τα Στενά παραμένουν κλειστά»