19 Ιουνίου 2026

Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και οι επιπτώσεις

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν ξανά μετά από μνημόνιο Ιράν-ΗΠΑ, αλλά η αγορά πετρελαίου παραμένει εύθραυστη.
  • Η παγκόσμια αγορά έχασε 1,15 δισ. βαρέλια πετρελαίου, με τα αποθέματα σε ιστορικά χαμηλά.
  • Ο Τραμπ προειδοποίησε για οικονομική καταστροφή, αν δεν αποκατασταθεί η ροή πετρελαίου.
  • Αναλυτές προβλέπουν νέες αυξήσεις τιμών, παρά την προσωρινή πτώση λόγω της συμφωνίας.

Η πρόσφατη υπογραφή μνημονίου κατανόησης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών είχε ως αποτέλεσμα το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, μια εξέλιξη που αρχικά εκλήφθηκε ως θετική για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ωστόσο, η ανάλυση των δεδομένων αποκαλύπτει μια πολύ πιο περίπλοκη και ανησυχητική πραγματικότητα. Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται σε μια εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση, με τα αποθέματα να έχουν μειωθεί δραματικά τους τελευταίους μήνες, θέτοντας σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα.

Για σχεδόν τέσσερις μήνες, η ροή πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή είχε διακοπεί, με αποτέλεσμα η παγκόσμια αγορά να χάσει περίπου 1,15 δισεκατομμύρια βαρέλια προσφοράς, σύμφωνα με την εταιρεία αναλύσεων Kpler. Αυτή η τεράστια απώλεια έχει οδηγήσει τα στρατηγικά αποθέματα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1990, ενώ το αμερικανικό στρατηγικό απόθεμα έκτακτης ανάγκης βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 43 ετών. Τα εμπορικά αποθέματα, επίσης, έχουν φτάσει σε επίπεδα λειτουργικής πίεσης, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα για την αγορά.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της συνόδου της G7 στις Βερσαλλίες, προειδοποίησε για τον κίνδυνο, δηλώνοντας ότι τα αποθέματα επαρκούν μόνο για περίπου τέσσερις εβδομάδες. Η δήλωση αυτή υπογραμμίζει την κρισιμότητα της κατάστασης, αν και το άνοιγμα των Στενών δεν αναμένεται να λύσει άμεσα το πρόβλημα. Η διαδικασία αποναρκοθέτησης της θαλάσσιας διόδου, η επιστροφή των δεξαμενόπλοιων και η επανεκκίνηση της παραγωγής απαιτούν χρόνο, με τη βιομηχανία να εκτιμά ότι η ομαλότητα στις ροές μπορεί να χρειαστεί μήνες.

Η αγορά υποτιμά τον κίνδυνο

Παρά την πτώση των τιμών του Brent, που υποχώρησαν από τα 126,41 δολάρια σε κάτω από 80 δολάρια το βαρέλι, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η αγορά υποτιμά τον κίνδυνο ουσιαστικής εξάντλησης των αποθεμάτων. Η ιστορικά υψηλή υπερπροσφορά αργού πριν από τον πόλεμο είχε προστατεύσει την παγκόσμια οικονομία, αλλά αυτή έχει πλέον εξαφανιστεί, μετατρεπόμενη σε ένα ανησυχητικό έλλειμμα. Τα παγκόσμια αποθέματα μειώθηκαν κατά 190 εκατομμύρια βαρέλια τους τελευταίους μήνες, με κρίσιμους κόμβους, όπως αυτός στο Κούσινγκ της Οκλαχόμα, να φτάνουν σε επίπεδο λειτουργικής πίεσης.

Η Χελίμα Κροφτ, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της RBC Capital Markets, σημείωσε ότι η αγορά έχει προεξοφλήσει εξελίξεις που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας την τεράστια υλικοτεχνική πρόκληση για την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Όταν η ευφορία για το άνοιγμα των Στενών υποχωρήσει, τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς αναμένεται να επανέλθουν στο προσκήνιο, οδηγώντας πιθανότατα τις τιμές υψηλότερα.

Οι προβλέψεις για το μέλλον

Ο Ματ Σμιθ της Kpler προειδοποίησε ότι, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στα Στενά, οι Αμερικανοί καταναλωτές θα βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερες τιμές τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι ακόμη και αν η παγκόσμια αγορά πετρελαίου άρχιζε να παράγει σχεδόν 5 εκατομμύρια περισσότερα βαρέλια ημερησίως, θα χρειάζονταν περίπου δώδεκα μήνες για να ανακτηθούν τα χαμένα 1,15 δισεκατομμύρια βαρέλια. Ο Νταν Πίκερινγκ τόνισε ότι η απώλεια φυσικών βαρελιών έχει σοβαρές συνέπειες, ενώ ο Βίκας Ντουιβέντι της Macquarie Group ανέφερε ότι το "μαξιλάρι" ασφαλείας που υπήρχε έχει πλέον καταναλωθεί, αν και η κατάσταση δεν είναι ακόμη δραματική.

Από την άλλη πλευρά, ο Τζέι Χάτφιλντ της Infrastructure Capital Advisors υποστήριξε ότι η προοπτική ενός κύματος πετρελαίου από χώρες του OPEC, που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις, θα μπορούσε να καταστήσει δύσκολη την αντιστροφή της τρέχουσας δυναμικής. Η αγορά, ωστόσο, δεν λειτουργεί πάντα λογικά, και η οπτική των traders μπορεί να επηρεάσει τις τιμές βραχυπρόθεσμα. Η κατάσταση παραμένει ρευστή, με την παγκόσμια οικονομία να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου οι αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων θα καθορίσουν την πορεία της ενεργειακής αγοράς.