Το «απαγορεύεται» δεν λύνει το πρόβλημα, απλώς το μεταθέτει και στο τέλος το διογκώνει...
Μια απόφαση που εμφανίζεται ως τολμηρή, η απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έρχεται να καλύψει ένα υπαρκτό πρόβλημα με τον πιο εύκολο τρόπο: με ένα «απαγορεύεται». Και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Γιατί πράγματι το ζήτημα είναι υπαρκτό και σοβαρό, αλλά η επιλογή της απαγόρευσης δείχνει περισσότερο αδυναμία κατανόησης της ρίζας του προβλήματος παρά ουσιαστική πολιτική παρέμβαση.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ήδη διαμορφώσει έναν εικονικό κόσμο που λειτουργεί ως πεδίο εθισμού για μικρούς και μεγάλους. Έχουν εξελιχθεί σε έναν αθέατο μηχανισμό διαμόρφωσης προσωπικοτήτων, υποκαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό την οικογένεια, το σχολείο και το κοινωνικό περιβάλλον. Η τεχνολογία επιταχύνει βίαια τη διαδικασία ωρίμανσης, γεμίζει τα παιδιά με εικόνες και ερεθίσματα που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία τους και ακυρώνει βασικές φάσεις της ανάπτυξης. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει αθωότητα, εγκαθίσταται πρόωρη φθορά. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει παιχνίδι, κυριαρχεί η οθόνη. Η τεχνολογία δεν καλλιεργεί, καταναλώνει.
Και όμως, η πολιτική απάντηση δεν στρέφεται εκεί που πρέπει. Δεν αγγίζει την οικογένεια, δεν αγγίζει το σχολείο, δεν αγγίζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί. Επιλέγει να χτυπήσει το σύμπτωμα και να αφήσει άθικτη την αιτία. Γιατί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι η αρχή της κρίσης. Είναι το αποτέλεσμα μιας ήδη διαλυμένης παιδικής ηλικίας. Είναι το τελευταίο στάδιο, όχι το πρώτο.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η Πολιτεία εμφανίζεται αντιφατική. Από τη μια θεωρεί κάποιον ανήλικο για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα 15. Από την άλλη τον θεωρεί ώριμο στα 16 για να οδηγήσει, να αγοράσει αλκοόλ και να συμμετέχει σε δραστηριότητες με πραγματικές συνέπειες. Και μετά ζητά από τον ίδιο νέο να αποδεχτεί αυτή τη λογική χωρίς αντίδραση. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι χαοτικό. Και η σύγχυση δεν είναι τυχαία, είναι αποτέλεσμα απουσίας συνολικής σκέψης.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από τις διακηρύξεις. Οι νέοι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον πίεσης, επίδειξης και εικονικής επιτυχίας. Εκτονώνουν τη βία που εισπράττουν, μαθαίνουν νωρίς την ατιμωρησία, χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα και καταφεύγουν στον ψηφιακό κόσμο ως μοναδικό καταφύγιο. Εκεί όπου δεν υπάρχει σύγκρουση, δεν υπάρχει ευθύνη, δεν υπάρχει συνέπεια. Μόνο σιωπή. Μόνο απομόνωση.
Και μαζί με αυτά, χάνονται στοιχειώδη πράγματα. Η επαφή, η αφή, η φυσική εμπειρία. Το παιδί που δεν ξεχωρίζει βιβλίο από οθόνη δεν είναι εξαίρεση. Είναι η νέα κανονικότητα. Η οργανωμένη σκέψη υποχωρεί, η αποσπασματικότητα κυριαρχεί, και η επιφανειακή κατανάλωση πληροφορίας αντικαθιστά κάθε μορφή ουσιαστικής γνώσης.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η πολιτεία απαντά με απαγορεύσεις και επικοινωνιακές κινήσεις. Αντί να ανασχεδιάσει την εκπαίδευση, να ενισχύσει την οικογένεια, να δώσει περιεχόμενο στην παιδική ηλικία, επιλέγει να μεταφέρει τη συζήτηση στην οθόνη. Αντί να χτίσει, απλώς περιορίζει. Και μάλιστα αποσπασματικά.
Γιατί πριν από κάθε «απαγορεύεται», υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: ποιος διαμορφώνει το παιδί; Η οικογένεια που απουσιάζει; Το σχολείο που δεν εμπνέει; Το περιβάλλον που δεν θέτει όρια; Αν αυτά δεν αλλάξουν, καμία απαγόρευση δεν πρόκειται να λειτουργήσει. Θα παρακαμφθεί, θα γελοιοποιηθεί ή θα καταρρεύσει.
Η πραγματική λύση απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο. Απαιτεί πρότυπα, απαιτεί δασκάλους που διαμορφώνουν, απαιτεί οικογένειες που δίνουν παράδειγμα. Απαιτεί επαναφορά της σκέψης, της ανάγνωσης, της φυσικής επαφής. Απαιτεί επένδυση στον άνθρωπο και όχι στον έλεγχο της συμπεριφοράς του.
Διαφορετικά, το «απαγορεύεται» θα μείνει αυτό που είναι: ένα εύκολο πολιτικό εργαλείο. Που δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς το μεταθέτει. Και στο τέλος το διογκώνει.
Πιο Δημοφιλή
Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να «σχεδιάζει» τη ζωή
Ο πρωθυπουργός των σκανδάλων παριστάνει και πάλι τον ανήξερο
Στο μικροσκόπιο του NBA η υπόθεση Αντετοκούνμπο–Μπακς