12 Ιουλίου 2026

Καταρρέει το κυβερνητικό αφήγημα: Απλήρωτες οφειλές 3,67 δισ. ευρώ

Παρά την εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας που προβάλλει συστηματικά η κυβέρνηση και την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, το Ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να αφήνει απλήρωτους πολίτες, επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Τα στοιχεία για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που συγκρούεται ευθέως με το κυβερνητικό αφήγημα περί αποτελεσματικής οικονομικής διαχείρισης.

Τον Απρίλιο του 2026, οι συνολικές υποχρεώσεις του Δημοσίου, μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων, ανήλθαν στα 3,67 δισ. ευρώ. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσό της τελευταίας δεκαετίας, μεγαλύτερο ακόμη και από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί σε κρίσιμες περιόδους των μνημονίων.

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μια προσωρινή απόκλιση. Τα δεδομένα των τελευταίων ετών δείχνουν μια σταθερή επιδείνωση. Το 2017 οι οφειλές είχαν διαμορφωθεί περίπου στα 3,32 δισ. ευρώ και στη συνέχεια ακολούθησε αποκλιμάκωση, η οποία συνεχίστηκε έως το 2021. Από το 2022, όμως, η τάση αντιστράφηκε. Οι υποχρεώσεις αυξάνονται σταθερά, μήνα με τον μήνα, φτάνοντας πλέον σε επίπεδα που ακυρώνουν στην πράξη τους ισχυρισμούς περί εξυγίανσης του κρατικού μηχανισμού.

Από τα 3,67 δισ. ευρώ, τα 2,92 δισ. ευρώ αφορούν ληξιπρόθεσμα χρέη προς ιδιώτες. Πρόκειται για ποσά που θα έπρεπε ήδη να έχουν καταβληθεί, καθώς αντιστοιχούν σε συμβάσεις, προμήθειες, υπηρεσίες και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του Δημοσίου. Επιπλέον, 737 εκατ. ευρώ συνδέονται με επιστροφές φόρων που παραμένουν σε εκκρεμότητα.

Τα νοσοκομεία συσσωρεύουν χρέη 1,468 δισ. ευρώ

Η πιο βαριά εικόνα καταγράφεται στον χώρο της δημόσιας Υγείας. Τα χρέη των νοσοκομείων έχουν εκτιναχθεί στα 1,468 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες για εκσυγχρονισμό του ΕΣΥ βρίσκεται ένα σύστημα που αδυνατεί να εξοφλήσει εγκαίρως τους προμηθευτές του.

Η σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια είναι αποκαλυπτική. Στο τέλος του 2019 οι υποχρεώσεις των νοσοκομείων περιορίζονταν στα 344 εκατ. ευρώ. Το 2020 αυξήθηκαν στα 502 εκατ. ευρώ, το 2021 στα 606 εκατ. ευρώ και το 2022 στα 907 εκατ. ευρώ. Το 2023 ξεπέρασαν το 1,3 δισ. ευρώ, ενώ μετά από μια περιορισμένη υποχώρηση το 2024, η ανοδική πορεία επανήλθε το 2025 και συνεχίστηκε το 2026.

Μέσα σε λίγα χρόνια, οι οφειλές των νοσοκομείων υπερτετραπλασιάστηκαν. Η αύξηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις έκτακτες ανάγκες της πανδημίας, καθώς η συσσώρευση συνεχίζεται και αρκετά χρόνια μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης. Η κυβέρνηση εμφανίζει πλεονάσματα και αυξημένες εισπράξεις, ενώ την ίδια στιγμή μεταφέρει το κόστος της κρατικής δυσλειτουργίας σε επιχειρήσεις που προμηθεύουν τα νοσοκομεία με φάρμακα, υλικά και υπηρεσίες.

Ανοδική πορεία παρουσιάζουν και οι οφειλές των ασφαλιστικών ταμείων. Οι υποχρεώσεις των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης έφτασαν τον Απρίλιο στα 730 εκατ. ευρώ, από 668 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο. Η αύξηση κατά 62 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν μόνο μήνα δείχνει ότι το πρόβλημα αποκτά ταχύτητα και δεν περιορίζεται σε μεμονωμένους φορείς.

Αντίστοιχη επιδείνωση καταγράφεται στους δήμους και στις περιφέρειες. Τα χρέη των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης αυξήθηκαν από 308 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο σε 336 εκατ. ευρώ τον Απρίλιο. Η εικόνα αυτή αποδεικνύει ότι οι καθυστερήσεις πληρωμών διαπερνούν ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση, από τα υπουργεία και τα νοσοκομεία έως τα ασφαλιστικά ταμεία και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά για κράτος και φορολογουμένους

Στις επιστροφές φόρων καταγράφηκε περιορισμένη μείωση, από 766 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο σε 737 εκατ. ευρώ τον Απρίλιο. Το ύψος των εκκρεμοτήτων παραμένει ιδιαίτερα μεγάλο. Περίπου 371 εκατ. ευρώ αφορούν επιστροφές που καθυστερούν περισσότερο από 90 ημέρες, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Από αυτά τα ποσά, περίπου 191 εκατ. ευρώ δεν έχουν ακόμη ζητηθεί από τους δικαιούχους. Η συγκεκριμένη εκκρεμότητα αποδίδεται σε διαδικαστικές καθυστερήσεις, ελλιπή ενημέρωση και γραφειοκρατικά εμπόδια, τα οποία το ίδιο το κράτος δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.

Το οικονομικό και πολιτικό ζήτημα είναι σαφές. Το Δημόσιο απαιτεί από πολίτες και επαγγελματίες την αυστηρή και εμπρόθεσμη εκπλήρωση κάθε φορολογικής υποχρέωσης. Για καθυστερήσεις ακόμη και μικρών ποσών ενεργοποιούνται προσαυξήσεις, κατασχέσεις, δεσμεύσεις λογαριασμών και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.

Όταν ο οφειλέτης είναι το ίδιο το κράτος, οι προθεσμίες χάνουν την ισχύ τους και οι καθυστερήσεις αντιμετωπίζονται ως μια συνηθισμένη διοικητική εκκρεμότητα. Αυτή η άνιση μεταχείριση επιβαρύνει ιδίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να πληρώνουν μισθούς, φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και προμηθευτές χωρίς να έχουν εισπράξει χρήματα που νόμιμα τους οφείλονται.

Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν κρίνεται μόνο από τα πλεονάσματα και τις εισπράξεις. Κρίνεται και από την αξιοπιστία του κράτους απέναντι σε όσους συναλλάσσονται μαζί του. Με οφειλές 3,67 δισ. ευρώ και χρέη δεκαετίας σε ιστορικό υψηλό, η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρουσιάζει τη συσσώρευση απλήρωτων υποχρεώσεων ως τεχνική λεπτομέρεια.

Τα στοιχεία δείχνουν έναν κρατικό μηχανισμό που εισπράττει γρήγορα και πληρώνει αργά. Το κόστος αυτής της πολιτικής μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία, περιορίζει τη ρευστότητα, επιβαρύνει την επιχειρηματικότητα και υπονομεύει την αξιοπιστία του Δημοσίου. Πίσω από τους θετικούς δημοσιονομικούς δείκτες παραμένουν δισεκατομμύρια ευρώ απλήρωτων υποχρεώσεων, για τις οποίες η κυβέρνηση οφείλει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις και σαφές χρονοδιάγραμμα εξόφλησης.