Το κράτος στέλνει τους πολίτες στα δικαστήρια
Η ελληνική κοινωνία έχει οδηγηθεί σε ένα ιδιότυπο καθεστώς διαρκούς δικαστικής αναμονής. Συνταξιούχοι, δανειολήπτες, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, οικογένειες που απειλούνται με απώλεια της πρώτης κατοικίας, πολίτες που διεκδικούν αναδρομικά ή στοιχειώδη αποκατάσταση αδικιών, καταλήγουν σχεδόν νομοτελειακά να σκέφτονται την προσφυγή στα δικαστήρια.
Η εικόνα αυτή δεν προκύπτει από κάποια δήθεν ελληνική ροπή προς τη δικομανία. Προκύπτει από τη συστηματική άρνηση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας να αναλάβουν το πολιτικό κόστος κρίσιμων αποφάσεων. Η κυβέρνηση, δηλαδή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επιλέγει συχνά να αφήνει άλυτα τα κοινωνικά προβλήματα και να μεταθέτει το βάρος στη Δικαιοσύνη.
Έτσι, τα δικαστήρια καλούνται να αποφασίσουν για όσα η πολιτική εξουσία αποφεύγει να ρυθμίσει καθαρά. Όταν η Δικαιοσύνη εκδίδει αποφάσεις κάπως ευνοϊκές για τους πολίτες, τότε δέχεται την κατηγορία ότι δήθεν ασκεί δημοσιονομική πολιτική, ότι επιβάλλει αυξήσεις, αναδρομικά ή διορθώσεις που δεν αντέχει ο προϋπολογισμός. Όταν οι αποφάσεις είναι αυστηρές σε βάρος των πολιτών, η κυβέρνηση τις επικαλείται ως τελεσίδικη θεσμική νομιμοποίηση της αδράνειάς της.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αναδρομική καταβολή των Δώρων της περιόδου Ιουλίου 2015 - Μαΐου 2016. Παρά τη δικαστική κρίση για το επίμαχο ενδεκάμηνο, η κυβέρνηση εξακολουθεί να μην έχει καταβάλει τα ποσά στους δικαιούχους. Η καθυστέρηση αυτή αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στη δικαστική αναγνώριση ενός δικαιώματος και στην πολιτική βούληση να εφαρμοστεί στην πράξη.
Η Δικαιοσύνη ως άλλοθι της κυβερνητικής αδράνειας
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο βαριά όταν η Δικαιοσύνη εξαντλείται στην αυστηρότερη δυνατή ερμηνεία αμφίσημων, συχνά κακογραμμένων νόμων. Η πρόσφατη αρνητική κρίση για τη μη καταβολή τμήματος της εθνικής σύνταξης στις συντάξεις χηρείας, όταν υφίσταται και σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με νομοθετικές ασάφειες που πληρώνει ο ίδιος, οικονομικά και θεσμικά.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται έτσι να νομοθετεί μισά, αόριστα ή μεθοδευμένα και στη συνέχεια να αφήνει τα δικαστήρια να συμπληρώνουν τα κενά. Όταν η απόφαση τη βολεύει, την επικαλείται ως απόλυτη θεσμική αλήθεια. Όταν δεν τη βολεύει, προβάλλει δημοσιονομικούς περιορισμούς, ανάγκη μελέτης ή πολιτική αδυναμία άμεσης εφαρμογής.
Οι συνταξιούχοι βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της θεσμικής παγίδας. Όταν η κυβέρνηση ανακοινώνει αυξήσεις στις συντάξεις της τάξης του 2,4%, ενώ ο πληθωρισμός σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες κινείται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, ο χαμηλοσυνταξιούχος δεν έχει πραγματική δυνατότητα προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Η δικαστική διεκδίκηση απαιτεί χρόνο, χρήμα και αντοχή, στοιχεία που πολλοί πολίτες δεν διαθέτουν.
Το ίδιο ισχύει για όσους υπέστησαν την κατάργηση ή την περικοπή του ΕΚΑΣ, για αγρότες με 30 ή 33 χρόνια ασφάλισης που βρέθηκαν να λαμβάνουν μικρότερες συντάξεις από ανασφάλιστους την περίοδο 2019-2021, καθώς και για ασφαλισμένους που είδαν τη σύνταξή τους να επαναϋπολογίζεται με τον νόμο Κατρούγκαλου και να «παγώνει» επί χρόνια λόγω προσωπικής διαφοράς.
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η θέση όσων είχαν διαδοχική ή παράλληλη ασφάλιση και δεν είδαν να λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικός ασφαλιστικός τους βίος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πολίτης βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε υπηρεσίες, ηλεκτρονικά συστήματα, νόμους, εγκυκλίους και δικαστικές διαδικασίες. Η ζωή του μετατρέπεται σε φάκελο υπό εκκρεμότητα.
Από τις συντάξεις στα δάνεια και τις πολεοδομίες
Η ίδια λογική διαπερνά και άλλα μεγάλα κοινωνικά πεδία. Για τους μεταφερόμενους συντελεστές δόμησης, για τον χωροταξικό σχεδιασμό, για τις ξενοδοχειακές μονάδες στον αιγιαλό, για τις αυθαιρεσίες στις πολεοδομίες, τα δικαστήρια καλούνται διαρκώς να λειτουργήσουν ως μηχανισμός τελικής διευθέτησης. Την ίδια στιγμή, αποκαλύπτονται κυκλώματα εκβιασμών και συναλλαγών στις υπηρεσίες δόμησης, με προεκτάσεις που αγγίζουν την καρδιά της διοίκησης.
Στο φορολογικό πεδίο, οι συνταξιούχοι βρέθηκαν αντιμέτωποι και με τη διπλή επιβάρυνση μέσω της παρακράτησης φόρου και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Η δικαστική κρίση που αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη επιβάρυνση άφησε ουσιαστικά ανοιχτό το ζήτημα της ίσης συμμετοχής στα φορολογικά βάρη. Έτσι, πολίτες με αντίστοιχα εισοδήματα αντιμετωπίζονται διαφορετικά, με τη θεσμική σφραγίδα ενός συστήματος που βαφτίζει την αδικία δημοσιονομική ανάγκη.
Ανάλογη εικόνα υπάρχει και στα στεγαστικά δάνεια. Για να περιοριστούν οι τόκοι των δανείων όσων είχαν υπαχθεί στην προστασία του νόμου Κατσέλη, χρειάστηκε να αποφανθεί ο Άρειος Πάγος. Ακόμη και μετά τη δικαστική κρίση, οι δικηγόροι των τραπεζών αναζήτησαν νομικά τεχνάσματα ώστε να περιορίσουν ή να αποφύγουν την εφαρμογή της απόφασης. Ο δανειολήπτης παραμένει αντιμέτωπος με έναν μηχανισμό πολύ ισχυρότερο από τον ίδιο.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πολίτης διαρκώς εκτεθειμένος. Απέναντι στις τράπεζες, απέναντι στις μεγάλες δικηγορικές εταιρείες, απέναντι σε δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν με καθυστέρηση ή αυθαιρεσία, απέναντι σε ένα κράτος που εισπράττει άμεσα και αποδίδει δικαιώματα μετά από χρόνια. Η κυβέρνηση εμφανίζεται ως ουδέτερος παρατηρητής, ενώ στην πράξη επωφελείται από την καθυστέρηση, την εξάντληση και την οικονομική αδυναμία των πολιτών.
Η μετάθεση των κοινωνικών συγκρούσεων στη Δικαιοσύνη αποτελεί βολική πολιτική τεχνική. Η κυβέρνηση αποφεύγει να νομοθετήσει καθαρά, αποφεύγει να αποκαταστήσει αδικίες, αποφεύγει να συγκρουστεί με ισχυρά συμφέροντα και αφήνει τον πολίτη να παλεύει μόνος του για χρόνια. Έτσι, η Δικαιοσύνη μετατρέπεται από εγγύηση δικαιωμάτων σε πεδίο εξάντλησης.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες προσφεύγουν στα δικαστήρια. Το πρόβλημα είναι ότι αναγκάζονται να το κάνουν για ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν λυθεί πολιτικά, νομοθετικά και διοικητικά. Όταν η σύνταξη, το σπίτι, το δάνειο, το φορολογικό βάρος, η πολεοδομική νομιμότητα και η κοινωνική προστασία εξαρτώνται από πολυετείς δικαστικές διαδρομές, τότε το κράτος έχει αποτύχει στον βασικό του ρόλο.
Η Ελλάδα δεν πάσχει από υπερβολική δικαστική διεκδίκηση. Πάσχει από πολιτική δειλία, νομοθετική ασάφεια και κυβερνητική ευκολία στη μεταφορά ευθυνών. Οι πολίτες δεν είναι δικομανείς. Είναι εγκλωβισμένοι σε ένα σύστημα που τους υποχρεώνει να διεκδικούν το αυτονόητο με δικό τους κόστος, δική τους αγωνία και δική τους φθορά.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ουκρανικά drones έπληξαν μουσείο στην Κριμαία
Δίστομο: Μνήμες και αποζημιώσεις
Mercedes-Benz σε συμφωνία για σύστημα κατά drones