Το νομοσχέδιο για τα πανωτόκια και τα «ψιλά γράμματα» της κυβέρνησης: Τι κρύβεται πίσω από τις δηλώσεις Θεοδωρικάκου
Γράφει: ο Ν.Κυριακάκης
Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως τολμηρή εθνική παρέμβαση ένα πλαίσιο που έρχεται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, ενώ η μη αναδρομική ισχύς αφήνει εκτός προστασίας τους ήδη εγκλωβισμένους δανειολήπτες.
Ως μεγάλη παρέμβαση υπέρ των καταναλωτών επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης για την καταναλωτική πίστη, το οποίο, σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό Τάκη Θεοδωρικάκο, τίθεται σε δημόσια διαβούλευση εντός Μαΐου και έρχεται να βάλει τέλος στις κρυφές χρεώσεις, στα «ψιλά γράμματα» και στα πανωτόκια.
Η εικόνα που επιδιώκει να περάσει το υπουργείο είναι σαφής: μια κυβέρνηση που παρεμβαίνει αποφασιστικά υπέρ του πολίτη, βάζει φρένο σε καταχρηστικές πρακτικές, περιορίζει την αυθαιρεσία τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων και επιβάλλει κανόνες διαφάνειας σε μια αγορά όπου ο καταναλωτής συχνά βρίσκεται αντιμέτωπος με όρους που δεν κατανοεί, χρεώσεις που εμφανίζονται εκ των υστέρων και συμβάσεις που μετατρέπουν μια αρχική οφειλή σε μόνιμη οικονομική παγίδα.
Όμως πίσω από τη θετική επικοινωνιακή εικόνα υπάρχουν σοβαρές πολιτικές και ουσιαστικές εκκρεμότητες. Το πρώτο κρίσιμο σημείο είναι ότι το νομοσχέδιο δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνική πρωτοβουλία. Όπως προκύπτει και από τις ίδιες τις κυβερνητικές αναφορές, η νέα ρύθμιση ενσωματώνει δύο ευρωπαϊκές Οδηγίες για την καταναλωτική πίστη και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξ αποστάσεως. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν νομοθετεί σε κενό αέρος ούτε ανακαλύπτει ξαφνικά την ανάγκη προστασίας των δανειοληπτών. Υλοποιεί ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο οφείλει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.
Η κυβέρνηση, βεβαίως, επιχειρεί να δώσει στο νομοσχέδιο «ελληνικό περιεχόμενο», όπως υποστήριξε ο κ. Θεοδωρικάκος. Το βασικό επιχείρημά της είναι ότι το πλαφόν στην προσαύξηση του δανείου κατά την περίοδο αποπληρωμής, από 30% έως 50%, δεν προβλέπεται από την ευρωπαϊκή Οδηγία, αλλά αποτελεί εθνική επιλογή μετά από μελέτη και συνεννόηση με την Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτό είναι πράγματι το σημείο στο οποίο η κυβέρνηση θέλει να στηρίξει το πολιτικό της αφήγημα: ότι δεν εφαρμόζει απλώς ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, αλλά παρεμβαίνει ενεργά για να περιορίσει τις υπερβολικές χρεώσεις.
Ωστόσο, ακόμη και εδώ υπάρχουν ερωτήματα. Το εύρος 30%-50% είναι μεγάλο. Δεν είναι το ίδιο ένα αυστηρό πλαφόν στο 30% και ένα πλαφόν στο 50%. Επίσης, σημασία δεν έχει μόνο το ποσοστό, αλλά και ο τρόπος υπολογισμού του. Ποιες χρεώσεις θα περιλαμβάνονται; Ποιες θα εξαιρούνται; Θα αφορά μόνο τόκους ή και έξοδα, προμήθειες, ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και λοιπές επιπρόσθετες χρεώσεις; Ποιος θα ελέγχει πραγματικά αν οι τράπεζες και οι εταιρείες πίστωσης συμμορφώνονται; Και τι κυρώσεις θα επιβάλλονται σε όσους παραβιάζουν το πλαίσιο;
Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο σημείο είναι η μη αναδρομική ισχύς. Ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι οι νέες ρυθμίσεις θα ισχύουν από την ψήφιση του νομοσχεδίου και μετά. Αυτό σημαίνει ότι το νέο πλαίσιο δεν αγγίζει τις ήδη υπάρχουσες συμβάσεις και δεν προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στους πολίτες που έχουν ήδη εγκλωβιστεί σε παλαιότερα δάνεια, κάρτες ή πιστώσεις με βαριές επιβαρύνσεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πολιτικό «ψιλό γράμμα» του νομοσχεδίου. Η κυβέρνηση μιλά για τέλος στα πανωτόκια, αλλά το τέλος αυτό αφορά το μέλλον, όχι το παρελθόν. Δεν ανοίγει συνολικά ο φάκελος των παλαιών χρεώσεων. Δεν επανεξετάζονται οι ήδη φορτωμένες οφειλές. Δεν προστατεύονται αναδρομικά οι πολίτες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με χρέη τα οποία διογκώθηκαν μέσα από τόκους, ανατοκισμούς, έξοδα και συμβατικούς όρους που συχνά λειτουργούσαν σε βάρος τους.
Η επίκληση της μη αναδρομικότητας γίνεται με το επιχείρημα ότι διαφορετικά θα δημιουργούνταν αδικίες ανάμεσα σε όσους πλήρωσαν και όσους δεν πλήρωσαν. Πρόκειται για νομικά αναμενόμενο επιχείρημα, όμως πολιτικά λειτουργεί ως σαφές όριο προστασίας υπέρ του πιστωτικού συστήματος. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να βάζει κανόνες για το αύριο, αλλά αποφεύγει να αγγίξει τις πληγές του χθες.
Το τρίτο σημείο αφορά την ψηφιακή καταναλωτική πίστη. Η αναφορά του υπουργού στη δυνατότητα του πολίτη να επικοινωνεί με το πιστωτικό ίδρυμα, όταν η σύμβαση γίνεται μέσω εφαρμογής, δεν είναι λεπτομέρεια. Σήμερα η πίστωση δεν περιορίζεται στο παραδοσιακό τραπεζικό κατάστημα. Έχει μεταφερθεί σε πλατφόρμες, εφαρμογές, ηλεκτρονικά καταστήματα και αυτοματοποιημένα συστήματα. Ο πολίτης μπορεί να πάρει δάνειο, να εκδώσει κάρτα ή να ενεργοποιήσει πίστωση με λίγα κλικ, πολλές φορές χωρίς να έχει πραγματικά κατανοήσει το κόστος, τους όρους και τις συνέπειες.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η προστασία του καταναλωτή δεν μπορεί να περιορίζεται στη θεωρητική ενημέρωση. Χρειάζεται πραγματική διαφάνεια, απλή γλώσσα, σαφής παρουσίαση του συνολικού κόστους και δυνατότητα ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας. Διαφορετικά, τα παλιά «ψιλά γράμματα» απλώς μεταφέρονται από το έντυπο συμβόλαιο στην οθόνη του κινητού.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η ακρίβεια, η πίεση στα νοικοκυριά και η αυξανόμενη εξάρτηση από την πίστωση δημιουργούν κοινωνικό πρόβλημα. Όταν ο μισθός δεν φτάνει, όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές και όταν οι πολίτες καταφεύγουν σε κάρτες, μικροδάνεια και δόσεις για να καλύψουν βασικές ανάγκες, η καταναλωτική πίστη παύει να είναι απλώς χρηματοδοτικό εργαλείο. Γίνεται μηχανισμός επιβίωσης. Και όταν γίνεται μηχανισμός επιβίωσης, τότε κάθε αδιαφανής χρέωση μετατρέπεται σε κοινωνική αδικία.
Το νομοσχέδιο, επομένως, μπορεί να περιλαμβάνει θετικές διατάξεις. Η κατάργηση καταχρηστικών πρακτικών, το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 14 ημερών, η ενισχυμένη ενημέρωση του καταναλωτή και το πλαφόν στις προσαυξήσεις είναι μέτρα που κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Όμως το ερώτημα δεν είναι αν οι διατάξεις ακούγονται θετικές. Το ερώτημα είναι αν θα αλλάξουν πραγματικά την ισορροπία ισχύος ανάμεσα στον πολίτη και το πιστωτικό σύστημα.
Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι οι τράπεζες και οι εταιρείες χρηματοδότησης προσαρμόζονται γρήγορα στα νέα πλαίσια. Όταν απαγορεύεται μια χρέωση, εμφανίζεται μια άλλη. Όταν περιορίζεται ένας όρος, αντικαθίσταται από έναν νέο. Όταν επιβάλλεται διαφάνεια στο χαρτί, η αδιαφάνεια μεταφέρεται στον τρόπο παρουσίασης, στην πολυπλοκότητα των επιλογών, στις εξαιρέσεις και στις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό η ουσία του νομοσχεδίου θα κριθεί όχι στις δηλώσεις, αλλά στην εφαρμογή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι ο κ. Θεοδωρικάκος χρησιμοποίησε την παρουσίαση του νομοσχεδίου ως αφορμή για ευρύτερες πολιτικές τοποθετήσεις. Αναφέρθηκε στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στον Αλέξη Τσίπρα, στην κ. Καρυστιανού και στη Νέα Δημοκρατία ως «μεγάλο λαϊκό κόμμα». Αυτό δείχνει ότι η κυβερνητική παρέμβαση στην καταναλωτική πίστη δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως τεχνική νομοθέτηση, αλλά και ως κομμάτι ενός συνολικότερου πολιτικού αφηγήματος.
Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο υπουργός αναγνώρισε ότι υπάρχει σκάνδαλο, λόγω της παράνομης καταβολής χρημάτων σε μη δικαιούχους, αλλά έσπευσε να διαχωρίσει τους βουλευτές, για τους οποίους δήλωσε βέβαιος ότι είναι αθώοι. Η αντίφαση είναι εμφανής. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επικαλείται τη Δικαιοσύνη. Από την άλλη, πολιτικά στελέχη προεξοφλούν την αθωότητα προσώπων που ανήκουν στον δικό τους κομματικό χώρο. Έτσι, η επίκληση των θεσμών μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.
Στο ζήτημα Τσίπρα, ο κ. Θεοδωρικάκος επιχείρησε να παρουσιάσει την ίδρυση νέου κόμματος ως ομολογία αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ και ως παράγοντα σύγκρουσης με το ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση. Πρόκειται για τη γνωστή στρατηγική της Ν.Δ.: να εμφανίζει την αντιπολίτευση ως κατακερματισμένη, ανίκανη και εγκλωβισμένη σε εσωτερικές μάχες. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη φθορά της κυβέρνησης στην αδυναμία των αντιπάλων της.
Αντίστοιχη είναι και η προσέγγιση στην περίπτωση της κ. Καρυστιανού. Ο υπουργός αναγνώρισε τη μεγάλη δημοφιλία της λόγω της προσωπικής της τραγωδίας, αλλά εκτίμησε ότι η πολιτική της παρέμβαση δεν θα έχει σοβαρή επίδραση στο πολιτικό σκηνικό. Η τοποθέτηση αυτή αποκαλύπτει την προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει πολιτικά τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί γύρω από την κοινωνική οργή για τα Τέμπη. Η Ν.Δ. γνωρίζει ότι η υπόθεση αυτή δεν είναι απλώς πένθος. Είναι βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο κράτος, στους θεσμούς και στην ίδια την κυβερνητική διαχείριση.
Έτσι, το νομοσχέδιο για την καταναλωτική πίστη αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία. Δεν είναι μόνο μια ρύθμιση για δάνεια, κάρτες και πιστώσεις έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εγγυήσεις. Είναι μέρος μιας κυβερνητικής προσπάθειας να ανακτηθεί το προφίλ της κοινωνικής ευαισθησίας. Η κυβέρνηση θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη που προστατεύει τον καταναλωτή, ελέγχει την αγορά, περιορίζει τις υπερβολές και βάζει τάξη σε ένα πεδίο όπου οι πολίτες αισθάνονται αδύναμοι.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η εικόνα συγκρούεται με την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Οι καταναλωτές δεν βιώνουν μόνο το πρόβλημα των κρυφών χρεώσεων. Βιώνουν την ακρίβεια, την αδυναμία αποταμίευσης, την εξάρτηση από δόσεις και κάρτες, την πίεση των λογαριασμών, την ανασφάλεια της εργασίας και την αίσθηση ότι οι κανόνες της αγοράς γράφονται πάντα με ισχυρούς συνδιαμορφωτές και αδύναμους αποδέκτες.
Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: πρόκειται για πραγματική προστασία ή για επικοινωνιακή αναβάπτιση μιας υποχρεωτικής ευρωπαϊκής προσαρμογής;
Η απάντηση θα φανεί από τις λεπτομέρειες του νομοσχεδίου, από τις υπουργικές αποφάσεις που θα ακολουθήσουν, από τον πραγματικό έλεγχο της αγοράς και από το αν οι πολίτες θα δουν ουσιαστική διαφορά στις συμβάσεις που υπογράφουν. Μέχρι τότε, οι δηλώσεις περί τέλους των «ψιλών γραμμάτων» πρέπει να διαβάζονται με προσοχή. Διότι στην πολιτική, όπως και στις τραπεζικές συμβάσεις, τα πιο κρίσιμα σημεία συχνά δεν βρίσκονται στους τίτλους, αλλά στις υποσημειώσεις.
Πιο Δημοφιλή
Υποκλοπές: Το αρχείο της ντροπής
Όταν οι υποκλοπές γίνονται ταυτότητα εξουσίας
Πιο Πρόσφατα