Παίρνει τέλος η πιο διπρόσωπη μεταπολιτευτική κυβέρνηση που έχει περάσει από τον τόπο. Δεν αντέχει κάτω από το βάρος των εξελίξεων. Κανένα θέατρο εξαπάτησης δεν μπορεί να τη σώσει. Είναι τόσες πολλές οι εξελίξεις που την παρασύρουν στην κατρακύλα και τόσο αδύναμη εκείνη να ανατρέψει τα δεδομένα, ώστε το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αφεθεί στον ίλιγγο των απρόβλεπτων που έρχονται ως τσουνάμι. Όσο και αν το τελετουργικό τηλεοπτικό υπερθέαμα και τα ξεσκονόπανα της δημοσιογραφικής ευτέλειας προσπαθούν να την ψιμυθιώσουν. Βέβαια τα μέσα κοινωνικής παραπληροφόρησης και ευήθειας με τη δύναμη της χειραγώγησης που διαθέτουν «ειδωλοποιούν και αφίστανται πόρρω της αληθείας» όπως θα έλεγε ο Πλάτων αν ζούσε σήμερα (Πολιτεία Ι,605c). Αλλά μάταια, η κυβέρνηση της ΝΔ έχει χάσει την εμπιστοσύνη από το λαϊκό σώμα, έχει απονομιμοποιηθεί και ατενίζει την έξοδο της εξουσίας.
Η προανακριτική για τον Κώστα Α. Καραμανλή πριν καν ξεκινήσει έχει αρχίσει να ξεσκεπάζει προθέσεις και συγκαλύψεις. Τα αυτοτελή συμφέροντα αποκαλύπτονται παρά τη διαστροφική υποκρισία της ΝΔ και την πρόθεσή της να ρίξει στα χαμηλά τον Κώστα Α. Καραμανλή. Ο φόβος όμως, ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί μια ακόμη κινητοποίηση για τα Τέμπη από τους πολίτες διαλύει και τις τελευταίες άμυνες που διαθέτει η κυβέρνηση.
Παράλληλα οι συνεχόμενες αποτυχίες του κ. Μητσοτάκη όπως η επίσκεψή του στη Γερμανία, από ό,τι δείχνουν τα δεδομένα συμπληρώθηκε από μια ακόμη απογοήτευση. Δεσμεύτηκε να φιλοξενήσει για άγνωστο χρόνο η Ελλάδα πρόσφυγες που έρχονται από τη Γερμανία. Όλο αυτό δείχνει πόσο εξαμβλωματική είναι η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής που ασκεί ο κ. Μητσοτάκης. Και πέραν τούτου η παρέμβαση του πρωθυπουργού στον ΟΗΕ για την Ενίσχυση της Θαλάσσιας Ασφάλειας μάλλον φαντάζει ως φάρσα. Υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρχει «ελευθερία της συνδεσιμότητας για μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας και δεδομένων, μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων». Ωστόσο ήταν η κυβέρνηση της ΝΔ που στην προσπάθειά της, να ποντίσει το ηλεκτρικό καλώδιο για σύνδεση μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, υπαναχώρησε μετά την άφιξη των τουρκικών πολεμικών πλοίων.
Αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο της καθημερινότητας η κυβέρνηση αναπόδραστα συντάσσεται με τα κέρδη των πολυεθνικών. 777,5 εκατ. ευρώ τα κέρδη σούπερ μάρκετ και πολυκαταστημάτων. Για να μη μιλήσουμε για τις τράπεζες όπου οι τέσσερις συστημικές ανακοίνωσαν κέρδη της τάξης του 1,2 δισ. ευρώ μόλις σε ένα τρίμηνο στο 2025. Να πούμε επίσης ότι οι συγκεκριμένες τράπεζες δεν πληρώνουν φόρο εδώ και πολλά χρόνια, καθώς λόγω των αποφάσεων στα χρόνια των μνημονίων, υπάρχει ο «αναβαλλόμενος φόρος».
Σε όλα τα επίπεδα η κυβέρνηση αποδεικνύει το μέγεθος της παρακμής της. Σβήνει, όπως σβήνουν οι πατημασιές στην άμμο. Ο κ. Μητσοτάκης δεν πήρε κανένα μάθημα από την πρώτη του θητεία ως πρωθυπουργός, θεώρησε ότι θα ήταν ευνοημένος και πάλι από την τύχη. Δεν έτυχε να διαβάσει και Σαίξπηρ και πιο συγκεκριμένα το θεατρικό του έργο «Μάκμπεθ» ή «Μάκβεθ», για να δει ποια είναι η τραγωδία της εξουσίας. Αφέθηκε έτσι στις ναρκισσιστικές φιλοδοξίες χωρίς να δει τις βλαπτικές συνέπειες που εκείνες έχουν. Ο Σαίξπηρ όμως μας το λέει στο παραπάνω έργο. «Η φιλοδοξία είναι στείρα και τρώει πάντα την ίδια τη ζωή σου και την καρδιά σου» (Πράξη Β, σκηνή 4). Η φιλοδοξία μέσα στην ακμή της εξουσίας γίνεται μαύρη τρύπα, σε καταπίνει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Γιατί μέσα στον φαύλο κύκλο της εξουσιαστικής «σκοτίας» σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο αντεστραμμένο και τα αξιώματά σου υπερβολικά μεγάλα. Και όπως μας λέει και πάλι ο Σαίξπηρ «το αξίωμα πολλές φορές κρέμεται φαρδύ σαν να είναι ρούχα γίγαντα, που όταν το φορεί κανείς φαίνεται ή σαν νάνος, ή σαν κλέφτης» (Πράξη Ε, σκηνή 3).
Αυτή την τραγωδία των καταστάσεων που μας διδάσκει ο Σαίξπηρ δεν τη γνώριζε ο πρωθυπουργός, ώστε να καταλάβει ότι η αδιάλυτη φιλοδοξία και ο απροσμέτρητος ναρκισσισμός, σε καταστούν άβυσσο που κοιτάζει μια άλλη άβυσσο.
Το τελευταίο καμμένο χαρτί
Με αιχμή του δόρατος την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων και υπόσχεση την κατάργηση της μονιμότητας, η κυβέρνηση επιχειρεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στο μέτωπο της δημόσιας διοίκησης. Έπειτα από έξι χρόνια στην εξουσία, οι πρωτοβουλίες αυτές εμφανίζονται εκ πρώτης όψεως ως μέρος μιας μεταρρυθμιστικής ώθησης. Ωστόσο, ο χρόνος υλοποίησής τους εγείρει ερωτήματα περί σκοπιμότητας και ειλικρίνειας.
Οι έννοιες της αξιολόγησης και της άρσης της μονιμότητας συχνά συναντούν θερμή υποδοχή στο κοινωνικό σώμα — κυρίως στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι επί χρόνια βιώνουν επισφάλεια, ευέλικτες μορφές εργασίας και αξιολόγηση σε καθημερινή βάση. Ως εκ τούτου, η αναμόρφωση του Δημόσιου Τομέα προβάλλεται ως ζήτημα «κοινωνικής ισοτιμίας». Ωστόσο, όταν το επικοινωνιακό αφήγημα συναντά την πραγματικότητα της διοικητικής πρακτικής, αναδεικνύονται σοβαρές αντιφάσεις.
Τις τελευταίες ημέρες, καταγράφεται έντονη δυσαρέσκεια ακόμη και μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν ιδεολογικά στον κυβερνώντα χώρο. Υπάλληλοι υπουργείων, οργανισμών και δημόσιων φορέων εκφράζουν την αγανάκτησή τους για την απουσία αξιοκρατίας στον στενό δημόσιο τομέα, φέρνοντας ως παράδειγμα τις τοποθετήσεις προϊσταμένων χωρίς πανεπιστημιακά προσόντα, αλλά και περιπτώσεις υπαλλήλων με πειθαρχικά παραπτώματα που προήχθησαν χωρίς διαφάνεια. Όπως καταγγέλλουν, υπάρχουν ακόμη και γενικοί διευθυντές με μόνο απολυτήριο λυκείου.
Τα ερωτήματα που θέτουν είναι απολύτως εύλογα: Πώς είναι δυνατόν πτυχιούχοι και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων να αξιολογούνται από υπαλλήλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Πού είναι η αξιοκρατία στην οποία υποτίθεται ότι στηρίζεται η νέα πολιτική της κυβέρνησης;
Η υποχώρηση του κράτους και η ενίσχυση των Ανεξάρτητων Αρχών
Παράλληλα, τίθεται ένα βαθύτερο θεσμικό ζήτημα: Ενώ η συζήτηση για την αξιολόγηση επικεντρώνεται στον «παραδοσιακό» δημόσιο υπάλληλο, η πραγματική ισχύς του κράτους έχει μεταφερθεί αλλού — στις ανεξάρτητες Αρχές, στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και στις ΔΕΚΟ. Σε αυτές τις δομές, όπου δεν ισχύει η μονιμότητα, υπογράφονται συμβάσεις δισεκατομμυρίων και εφαρμόζονται πρακτικές προσλήψεων χωρίς την κλασική ιεραρχία του Δημοσίου. Πρόκειται για μια αθόρυβη αλλά κομβική μετατόπιση του διοικητικού βάρους του κράτους.
Την ίδια στιγμή, οι «κλασικές» δημόσιες υπηρεσίες, από τα σχολεία έως τις εφορίες, τα ταχυδρομεία και τα ειρηνοδικεία, κλείνουν ή συρρικνώνονται. Ο πολίτης αναγκάζεται να μετακινείται δεκάδες χιλιόμετρα για μία απλή διοικητική πράξη. Πώς, λοιπόν, θα αξιολογηθεί ένας κρατικός μηχανισμός που σταδιακά… αποσύρεται;
Η καρδιά του προβλήματος, ωστόσο, φαίνεται να βρίσκεται στην ίδια την αρχιτεκτονική του επιτελικού κράτους. Με τους γενικούς γραμματείς να υπογράφουν τις κρίσιμες συμβάσεις και τους πολιτικούς να τοποθετούν απευθείας τους «εκλεκτούς» τους σε θέσεις ευθύνης, η ιεραρχία έχει ουσιαστικά καταλυθεί. Το κράτος έχει μετατραπεί σε ένα κλειστό κύκλωμα εξουσίας, στο οποίο οι πραγματικοί αξιολογητές και διοικούντες είναι απρόσιτοι και ανεξέλεγκτοι.
Η απόπειρα μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης ενδέχεται, επομένως, να είναι περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική. Η αξιολόγηση μετατρέπεται σε εργαλείο επιβολής, χωρίς να έχει προηγηθεί ο απαραίτητος εξορθολογισμός της διοικητικής λειτουργίας ή η εξασφάλιση των προϋποθέσεων για αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια.
Η συζήτηση για την αξιολόγηση και τη μονιμότητα μπορεί να αναζωπυρώνει ιδεολογικά αντανακλαστικά, όμως αγγίζει ζητήματα πολύ πιο σύνθετα: τη διοικητική ανεπάρκεια, τη συστηματική απαξίωση της ιεραρχίας, τις στρεβλώσεις των ανεξάρτητων Αρχών και, τελικά, την ίδια τη σχέση του πολίτη με το κράτος.
Εάν η κυβέρνηση δεν προχωρήσει σε γενναίες τομές εκεί όπου σήμερα ευδοκιμεί η αδιαφάνεια και ο κομματισμός, η αξιολόγηση κινδυνεύει να μείνει ένα «πετράδι» χωρίς λάμψη — και το στοίχημα της διοικητικής μεταρρύθμισης να καταλήξει σε άλλη μία φιλόδοξη αλλά κενού περιεχομένου εξαγγελία.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Ένα podcast εν όψη τής κλιμάκωσης η όχι των αγροτών.
Η καθεστωτική έπαρση και ο κύκλος της παρακμής
Πώς η Ευρώπη οδηγεί τον εαυτό της στην καταστροφή