17 Αυγούστου 2026

Τραπεζικό ολιγοπώλιο: Σπάνε τα ρεκόρ κερδών και εξαφανίζουν γκισέ, ΑΤΜ και καταστήματα

Σε νέα χρονιά εντυπωσιακής κερδοφορίας οδεύουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες — Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς — την ώρα που το φυσικό τραπεζικό δίκτυο εξακολουθεί να συρρικνώνεται και ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών μεταφέρεται υποχρεωτικά στις ψηφιακές υπηρεσίες.

Ήδη στο πρώτο εξάμηνο του 2026 τα συνολικά καθαρά κέρδη των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών κινούνται γύρω από τα 2,5 δισ. ευρώ, δημιουργώντας προϋποθέσεις για ακόμη μία εξαιρετικά ισχυρή χρήση μετά τα κέρδη-ρεκόρ του 2025. Η ελληνική τραπεζική αγορά έχει αφήσει πολύ πίσω την εποχή των ζημιών και των ανακεφαλαιοποιήσεων. Για τον πελάτη, όμως, η επιστροφή στην κερδοφορία δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη επιστροφή της τραπεζικής εξυπηρέτησης στην καθημερινότητά του.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που ενισχύουν την κερδοφορία είναι η δραστική συμπίεση του λειτουργικού κόστους. Η στρατηγική είναι πλέον ορατή σε ολόκληρη τη χώρα: λιγότερα καταστήματα, περιορισμός των συναλλαγών στα γκισέ, μεταφορά υπηρεσιών σε εφαρμογές και ηλεκτρονική τραπεζική και συνεχής αντικατάσταση εργασιών που εκτελούσαν υπάλληλοι από ΑΤΜ και αυτοματοποιημένα μηχανήματα.

Η φυσική συναλλαγή, που για τον πολίτη αποτελεί συχνά τη βασικότερη μορφή προσωπικής εξυπηρέτησης, για την τράπεζα αποτελεί ακριβότερη διαδικασία. Και το αποτέλεσμα αυτής της εξίσωσης είναι ότι ο πελάτης ωθείται ολοένα και περισσότερο έξω από το κατάστημα και προς το κινητό τηλέφωνο ή τον υπολογιστή του.

Όποιος επιχειρεί σήμερα να εξυπηρετηθεί σε τραπεζικό γκισέ γνωρίζει την πραγματικότητα. Περιορισμένα ωράρια για συναλλαγές με μετρητά, διαφορετικοί κανόνες ανά τράπεζα, λιγότερα διαθέσιμα ταμεία και συστηματική καθοδήγηση προς τα μηχανήματα αυτοεξυπηρέτησης συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η προσωπική εξυπηρέτηση έχει μετατραπεί περισσότερο σε εξαίρεση παρά σε κανόνα.

Από 4.097 καταστήματα σε ένα δίκτυο που συνεχίζει να συρρικνώνεται

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες συνεχίζουν να περιορίζουν την παρουσία τους στην περιφέρεια, κλείνοντας καταστήματα σε μικρές πόλεις και χωριά. Σε αρκετές περιπτώσεις περιορίζονται ακόμη και τα ΑΤΜ, καθώς η τροφοδοσία και συντήρησή τους αντιμετωπίζεται επίσης ως λειτουργικό κόστος.

Η συρρίκνωση είναι εντυπωσιακή σε βάθος χρόνου. Το 2008 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 4.097 τραπεζικά καταστήματα. Το δίκτυο σήμερα είναι περίπου στο ένα τρίτο εκείνου της προ κρίσης περιόδου. Η τάση, επομένως, δεν σταμάτησε με το τέλος της δημοσιονομικής κρίσης ούτε αντιστράφηκε όταν οι τράπεζες επέστρεψαν σε υψηλή κερδοφορία.

Η εξέλιξη προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε τοπικές κοινωνίες, οργανώσεις καταναλωτών και φορείς της Αυτοδιοίκησης. Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα στην επαρχία και στα νησιά, η αποχώρηση μιας τράπεζας σημαίνει ότι ηλικιωμένοι, επαγγελματίες και κάτοικοι πρέπει να διανύσουν δεκάδες χιλιόμετρα ακόμη και για μια απλή τραπεζική πράξη που δεν μπορούν ή δεν γνωρίζουν πώς να πραγματοποιήσουν ηλεκτρονικά.

Η κατάσταση έχει φτάσει στο σημείο να εξετάζονται εναλλακτικοί τρόποι παροχής μετρητών σε περιοχές χωρίς τραπεζική παρουσία, ακόμη και μέσω εμπορικών καταστημάτων με χρήση POS. Μια προσπάθεια, δηλαδή, να καλυφθεί από μπακάλικα, καφενεία και άλλες μικρές επιχειρήσεις το κενό που δημιουργείται από την αποχώρηση των ίδιων των τραπεζών.

Το παράδοξο είναι εμφανές. Οι τράπεζες εμφανίζουν κέρδη δισεκατομμυρίων, όμως σε τμήματα της ελληνικής περιφέρειας η πρόσβαση σε μετρητά και σε βασικές τραπεζικές υπηρεσίες αντιμετωπίζεται πλέον σχεδόν ως πρόβλημα δημόσιας υποδομής.

Για τις διοικήσεις των τραπεζών η οικονομική λογική είναι σαφής. Όσο μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας πραγματοποιείται ψηφιακά τόσο χαμηλότερο είναι το κόστος ανά συναλλαγή. Ταυτόχρονα, μειώνονται οι ανάγκες για ακίνητα, ταμεία, φύλαξη, μεταφορά χρημάτων και προσωπικό στα φυσικά καταστήματα.

Η συμπίεση του κόστους έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα για την απόδοση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις αποδόσεις των καταθέσεων και στο κόστος πολλών κατηγοριών δανεισμού εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή εσόδων, ενώ οι προμήθειες και οι λοιπές τραπεζικές υπηρεσίες προσθέτουν σημαντικά ποσά στους ισολογισμούς.

Η εικόνα της απασχόλησης είναι εξίσου χαρακτηριστική. Σύμφωνα με τα διαρθρωτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 σε 28.379 εργαζομένους. Η μικρή πρόσφατη αύξηση δεν αναιρεί τη μεγάλη συρρίκνωση που προηγήθηκε την προηγούμενη δεκαετία, καθώς χιλιάδες θέσεις είχαν χαθεί στο πλαίσιο αναδιαρθρώσεων, συγχωνεύσεων και προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου.

Και εδώ η κατεύθυνση έχει αλλάξει. Οι νέες ανάγκες των τραπεζών αφορούν πλέον περισσότερο τεχνολογία, πληροφοριακά συστήματα, κανονιστική συμμόρφωση, ανάλυση δεδομένων και ψηφιακά προϊόντα, παρά την επαναφορά προσωπικού στα τοπικά καταστήματα που έκλεισαν.

Ρεκόρ κερδών απέναντι σε μια κοινωνία που δεν είναι όλη ψηφιακή

Το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι η ψηφιακή μετάβαση των τραπεζών πραγματοποιείται πολύ ταχύτερα από την ψηφιακή προσαρμογή του πληθυσμού. Στην Ελλάδα, μόλις το 50,96% των πολιτών ηλικίας 16 έως 74 ετών διαθέτει τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο 60,4%.

Το χάσμα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο στις μεγαλύτερες ηλικίες. Και είναι ακριβώς οι ηλικιωμένοι που χρησιμοποιούν συχνότερα τα φυσικά καταστήματα, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη προσωπικής καθοδήγησης και δυσκολεύονται περισσότερο να μεταφέρουν όλες τις οικονομικές τους συναλλαγές σε εφαρμογές και ηλεκτρονικά περιβάλλοντα.

Για έναν νέο χρήστη ένα έμβασμα μέσω κινητού μπορεί να χρειάζεται λίγα δευτερόλεπτα. Για έναν ηλικιωμένο κάτοικο ενός χωριού, όμως, η ίδια συναλλαγή μπορεί να απαιτεί βοήθεια τρίτου προσώπου, μετακίνηση σε άλλη περιοχή ή παράδοση προσωπικών κωδικών και στοιχείων σε συγγενείς. Αυτό δημιουργεί και πρόσθετους κινδύνους για απάτες, λάθη και οικονομική εκμετάλλευση.

Η άλλη μεγάλη ιδιαιτερότητα της ελληνικής αγοράς είναι ο εξαιρετικά υψηλός βαθμός συγκέντρωσης. Η συντριπτική πλειονότητα του τραπεζικού ενεργητικού βρίσκεται στα χέρια ενός πολύ μικρού αριθμού τραπεζικών ομίλων. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που περιορίζει τις επιλογές του καταναλωτή και καθιστά δυσκολότερη την άσκηση πραγματικής πίεσης μέσω του ανταγωνισμού.

Ο όρος «καρτέλ» έχει χρησιμοποιηθεί έντονα στον δημόσιο διάλογο για να περιγράψει την κατάσταση, όμως χωρίς σχετική απόφαση των αρμόδιων αρχών ανταγωνισμού ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός είναι ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά συγκεντρωμένη, ολιγοπωλιακή αγορά. Το πρακτικό αποτέλεσμα για τον πελάτη, πάντως, παραμένει ότι οι εναλλακτικές επιλογές είναι περιορισμένες.

Όταν όλες οι μεγάλες τράπεζες ακολουθούν παρόμοιο μοντέλο περιορισμού του φυσικού δικτύου και μεταφοράς των συναλλαγών online, η δυνατότητα του καταναλωτή να «φύγει» προς έναν ανταγωνιστή που προσφέρει εντελώς διαφορετικό επίπεδο φυσικής εξυπηρέτησης συρρικνώνεται δραστικά.

Η δυσαρέσκεια δεν είναι θεωρητική. Οργανώσεις καταναλωτών καταγράφουν συστηματικά παράπονα για χρεώσεις, τραπεζικές υπηρεσίες, servicers, προβλήματα επικοινωνίας και δυσκολίες στη διαχείριση οφειλών. Το χάσμα ανάμεσα στην οικονομική ισχύ των τραπεζικών ομίλων και στην εμπειρία που περιγράφει σημαντικό μέρος των πελατών τους γίνεται όλο και πιο εμφανές.

Και εδώ προκύπτει ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση και τις εποπτικές αρχές. Η ψηφιοποίηση είναι αναγκαία, μειώνει το κόστος και μπορεί να κάνει πολλές συναλλαγές γρηγορότερες. Η ψηφιοποίηση, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την αποχώρηση βασικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από ολόκληρες περιοχές της χώρας.

Οι τράπεζες αποτελούν ιδιωτικές επιχειρήσεις και επιδιώκουν το κέρδος. Ταυτόχρονα, όμως, διαχειρίζονται μια υπηρεσία απολύτως αναγκαία για την οικονομική και κοινωνική ζωή: μισθούς, συντάξεις, καταθέσεις, δάνεια, πληρωμές, επιχειρηματικές συναλλαγές και πρόσβαση σε μετρητά. Η τραπεζική εξυπηρέτηση δεν είναι ένα προαιρετικό προϊόν που ένας πολίτης μπορεί απλώς να αποφασίσει ότι δεν χρειάζεται.

Όταν λοιπόν η κερδοφορία σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, την ώρα που το φυσικό δίκτυο συνεχίζει να περιορίζεται, η συζήτηση για την κοινωνική υποχρέωση των τραπεζών δεν μπορεί να αποφεύγεται. Ούτε είναι πειστικό να παρουσιάζεται κάθε κλείσιμο καταστήματος ως αναπόφευκτη συνέπεια της τεχνολογικής εξέλιξης, όταν ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει τις ψηφιακές δεξιότητες που απαιτεί το νέο μοντέλο.

Η μεγάλη εικόνα είναι πλέον ξεκάθαρη: λιγότερα καταστήματα, μικρότερο λειτουργικό κόστος, περισσότερες ψηφιακές συναλλαγές και δισεκατομμύρια κερδών. Για τις τράπεζες πρόκειται για ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό επιχειρηματικό μοντέλο. Για τον ηλικιωμένο, τον κάτοικο της περιφέρειας και τον πολίτη που χρειάζεται ανθρώπινη εξυπηρέτηση, το ίδιο μοντέλο μπορεί να σημαίνει όλο και μεγαλύτερη απόσταση από την τράπεζά του.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι η επιστροφή στην εποχή όπου κάθε συναλλαγή γινόταν υποχρεωτικά στο γκισέ. Είναι αν, σε ένα τραπεζικό σύστημα με τόσο υψηλή συγκέντρωση και τόσο ισχυρή κερδοφορία, μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό η εξοικονόμηση κόστους να μεταφέρεται διαρκώς στον πελάτη με τη μορφή λιγότερης φυσικής παρουσίας. Και κυρίως, αν η Πολιτεία σκοπεύει να εξασφαλίσει ότι η ψηφιακή τραπεζική πρόοδος δεν θα μετατραπεί σε πραγματικό τραπεζικό αποκλεισμό για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες.