22 Οκτωβρίου 2026

ΤτΕ: Ανθεκτικός ο τραπεζικός τομέας παρά τις παγκόσμιες προκλήσεις

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Κέρδη 2,6 δισ. ευρώ για τις ελληνικές τράπεζες το α' εξάμηνο 2026, αυξημένα κατά 3,8%.
  • Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας διατηρεί ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα.
  • Αυξημένοι κίνδυνοι από γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές τιμές και τεχνητή νοημοσύνη.
  • Μικρή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,4% του συνόλου.
  • Η ΤτΕ ζητά ενίσχυση της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής ενοποίησης.

Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) δημοσίευσε την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τον Οκτώβριο του 2026, στην οποία αποτυπώνεται ένα σύνθετο περιβάλλον αυξημένων κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Σύμφωνα με την ανάλυση, οι γεωπολιτικές εντάσεις, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, αλλά και η ταχεία ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης συνθέτουν ένα πλαίσιο αυξημένης επικινδυνότητας. Ωστόσο, παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας διατηρεί ισχυρή κερδοφορία, υψηλή ρευστότητα και ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια, με τις πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής διαβάθμισης και των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών να καταδεικνύουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους σε ενδεχόμενες διαταραχές.

Κερδοφορία και Μακροοικονομικές Εξελίξεις

Ειδικότερα, τα κέρδη των τραπεζικών ομίλων ανήλθαν σε 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους, καταγράφοντας αύξηση 3,8% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Παράλληλα, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, καθώς το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 0,9% στην ευρωζώνη, παρά την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων, οι οποίες κατέγραψαν υπερδιπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025, αλλά και στην ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, ενώ αρνητική ήταν η συνεισφορά του εξωτερικού τομέα. Στην αγορά εργασίας, η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται, αν και με ηπιότερους ρυθμούς σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Ο πληθωρισμός, όπως μετράται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), ενισχύθηκε στο 3,8% για την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 3,0% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (2,8%). Οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, σε συνδυασμό με τη μικρή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τις νέες προκλήσεις από την τεχνητή νοημοσύνη και τις κυβερνοαπειλές, διατηρούν στο προσκήνιο την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Τεχνητή Νοημοσύνη και Συστημικοί Κίνδυνοι

Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ταχεία ανάπτυξη μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής (Frontier AI models), η οποία αναδεικνύεται σε παράγοντα δυνητικού συστημικού κινδύνου. Αυτό οφείλεται κυρίως στη δυνατότητά τους να ενισχύουν τις κυβερνοαπειλές και να δημιουργούν φαινόμενα εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό παρόχων και τεχνολογικών υποδομών. Επιπρόσθετα, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε παγκόσμιο επίπεδο επιβαρύνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, εντείνοντας τις ανησυχίες για οικονομίες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, ενώ επηρεάζει αρνητικά και τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων λόγω του αυξημένου κόστους χρηματοδότησης.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας προϋποθέτει συνετή διαχείριση των κινδύνων, ενίσχυση της ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που θωρακίζουν την οικονομία απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής ενοποίησης, με την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ώστε οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να διοχετεύονται αποτελεσματικότερα σε παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική καινοτομία και πράσινη ενέργεια.

Τραπεζικός Τομέας: Ρευστότητα και Ποιότητα Χαρτοφυλακίου

Το πρώτο εξάμηνο του 2026 διατηρήθηκε η θετική πορεία των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού τομέα. Η κερδοφορία βελτιώθηκε περαιτέρω, με τα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζικών ομίλων να ενισχύονται κατά 6,8% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5,6% χάρη στην πιστωτική επέκταση και τη σημαντική αύξηση των θέσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών, ενώ τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 18,5%. Ως αποτέλεσμα, τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες αυξήθηκαν κατά 8,3% σε ετήσια βάση. Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9,3%, ενώ οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 27,8%. Οι δείκτες αποδοτικότητας ενεργητικού (RoA) και ιδίων κεφαλαίων (RoE) διαμορφώθηκαν σε 1,3% και 12,1% αντίστοιχα.

Οι συνθήκες ρευστότητας παρέμειναν ευνοϊκές, με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης να ενισχύονται. Ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) διαμορφώθηκε σε 197,8% και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (NSFR) σε 134,7% τον Ιούνιο του 2026, επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τις εποπτικές απαιτήσεις. Ωστόσο, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου παρουσίασε μικρή επιδείνωση, με το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) να ανέρχεται σε 6,2 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιούνιο του 2026, αυξημένο κατά 9,3% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, κυρίως λόγω της καθαρής εισροής νέων ΜΕΔ. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,4%, έναντι 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.

Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,6%, από 19,8%. Η διαφορετική μεταβολή οφείλεται στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων που προσμετρώνται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια αλλά δεν αποτελούν μέρος του CET1. Οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του CET1 (36,0% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 39,7% τον Δεκέμβριο του 2025), με τη σταδιακή απόσβεσή τους να έχει επιταχυνθεί λόγω του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσης.

Μακροπροληπτική Πολιτική και Λοιποί Τομείς

Στο τρέχον περιβάλλον, η εφαρμογή κατάλληλης μακροπροληπτικής πολιτικής κρίνεται καίριας σημασίας για την αποφυγή συσσώρευσης συστημικών κινδύνων. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί ανά τρίμηνο την ένταση των κυκλικών συστημικών κινδύνων και την καταλληλότητα του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB). Η ανάλυση των δεικτών επιβεβαιώνει την απουσία υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης συνολικά, αλλά αναδεικνύει την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Τον Οκτώβριο του 2025, η ΤτΕ καθόρισε το ποσοστό CCyB για την Ελλάδα στο 0,5%, με εφαρμογή από 1ης Οκτωβρίου 2026, χωρίς να κριθεί αναγκαία η μεταβολή του για το 2026.

Η ελληνική ασφαλιστική αγορά διατήρησε τη χρηματοοικονομική της ευρωστία το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και τη σταθερότητά της. Οι διαχειριστές πιστώσεων διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους, με τη συνολική αξία των υπό διαχείριση ανοιγμάτων να ανέρχεται σε 91,3 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιούνιο του 2026. Από αυτά, 81,5 δισεκατομμύρια ευρώ (89,2%) αφορούν ανοίγματα για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων, ενώ 9,8 δισεκατομμύρια ευρώ (10,8%) αφορούν τη διαχείριση για λογαριασμό πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου (84,7%) αφορά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ανακοίνωσε νέο πλαίσιο για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και τη λειτουργία των διαχειριστών πιστώσεων, το οποίο βρίσκεται υπό διαβούλευση και αναμένεται να ενισχύσει την προστασία των οφειλετών και να αυστηροποιήσει την εποπτεία, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

Τα Ιδρύματα Πληρωμών (ΙΠ) και τα Ιδρύματα Ηλεκτρονικού Χρήματος (ΙΗΧ) ενίσχυσαν τη δραστηριότητά τους το 2026. Η συνολική αξία των πράξεων πληρωμών από τα ΙΠ ανήλθε σε 68,5 δισεκατομμύρια ευρώ (αύξηση 7,2%), ενώ από τα ΙΗΧ σε 12,3 δισεκατομμύρια ευρώ (αύξηση 35,1%). Οι υποδομές του χρηματοπιστωτικού συστήματος λειτούργησαν αποτελεσματικά, με τις συναλλαγές με κάρτες να αυξάνονται κατά 9% σε αριθμό και 5% σε αξία (60 δισεκατομμύρια ευρώ). Οι συναλλαγές απάτης μειώθηκαν κατά 23%, ενώ οι άμεσες μεταφορές πιστώσεων μέσω IRIS αυξήθηκαν κατά 54%.

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν ευνοϊκές, παρά τις εξωγενείς προκλήσεις. Ο τραπεζικός τομέας διαθέτει ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και είναι σε καλύτερη θέση να αντιμετωπίσει διαταραχές, στηρίζοντας την πραγματική οικονομία μέσω νέων πιστώσεων. Ωστόσο, μια απότομη διόρθωση στις τιμές περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοδότηση των οικονομικών μονάδων. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, μαζί με τη δημιουργία μηχανισμού κοινού χρέους, κρίνονται απαραίτητες για την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ.