Σε μια εξωφρενική κίνηση, το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας, σε χθεσινές διευκρινίσεις του σχετικά με τις NAVTEX διετούς διάρκειας που «γκριζάρουν» το μισό Αιγαίο, ανακοίνωσε ότι αυτές δεν έχουν χρονικό περιορισμό, αλλά ισχύουν επ’ αόριστον.
Το μήνυμα ήταν σαφές. Η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει μια αυθαίρετη πρακτική των NAVTEX σε μόνιμο καθεστώς, εισάγοντας de facto έναν μηχανισμό διαρκούς αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Η τουρκική πρακτική της αύξησης της έντασης των προκλήσεων, πριν από την επίσκεψη Μητσοτάκη για τη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν, δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο παρά το ότι η γειτονική χώρα επιχειρεί να κατοχυρώσει τις παράλογες αυτές απαιτήσεις ως «κεκτημένα» τα οποία θα «νομιμοποιήσει» η επίσκεψη του πρωθυπουργού.
Σύμφωνα με το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, τα λεγόμενα «τεχνικά διαβήματα» δεν υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς και ισχύουν χωρίς λήξη. Στην πράξη, η Τουρκία δηλώνει ότι μπορεί να δεσμεύει περιοχές του Αιγαίου όσο και όποτε επιθυμεί, απαιτώντας από την Ελλάδα συντονισμό ακόμη και για δραστηριότητες που απορρέουν από απολύτως αναγνωρισμένα δικαιώματα βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Πρόκειται για ευθεία ανατροπή της έννοιας της ελευθερίας ναυσιπλοΐας και της κρατικής κυριαρχίας.
Η ουσία είναι απλή και δεν χρειάζεται εξωραϊσμό. Το Αιγαίο αντιμετωπίζεται ως χώρος τουρκικής επιτήρησης. Η Ελλάδα, σύμφωνα με αυτή τη νέα λογική, δεν μπορεί να πραγματοποιεί ασκήσεις, να διεξάγει έρευνες, να ποντίζει καλώδια ή να ασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της χωρίς τουρκική έγκριση. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η επαναφορά του αφηγήματος περί «αποστρατιωτικοποιημένων νησιών», με ό,τι σημαίνει αυτό.
Αυτό όμως που πραγματικά είναι άνευ προηγουμένου είναι η ίδια η διατύπωση της τουρκικής πλευράς: «Οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις θα συνεχίσουν να εξουδετερώνουν, στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, μονομερείς δραστηριότητες και πρωτοβουλίες που αγνοούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της χώρας μας που απορρέουν από τις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας της».
Ως εκ τούτου, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει στο Αιγαίο status quo. Επιχειρεί να το ξαναγράψει, όχι με μία θεαματική κίνηση, αλλά με NAVTEX αόριστης διάρκειας, με τεχνικές διατυπώσεις και με συνεχή διολίσθηση προς μια γκρίζα πραγματικότητα που, αν παγιωθεί, δύσκολα ανατρέπεται και ακόμη χειρότερα… συνηθίζεται. Και απειλεί με «εξουδετέρωση»…
Η χρονική συγκυρία όμως είναι που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό. Η νέα τουρκική πρόκληση προηγείται της συνάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δημιουργώντας τετελεσμένα πριν καν ανοίξει ο διάλογος. Δεν πρόκειται για τυχαία κίνηση, αλλά για συνειδητή προσπάθεια να τεθούν οι όροι εκ των προτέρων, με την Άγκυρα να εμφανίζεται ως ρυθμιστής και όχι ως συνομιλητής.
Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Γιατί πραγματοποιείται αυτή η επίσκεψη; Πώς μπορεί να επαναλαμβάνεται το αφήγημα περί «μίας και μόνης διαφοράς», όταν η Τουρκία γκριζάρει το μισό Αιγαίο επ’ αόριστον και αμφισβητεί εμπράκτως το σύνολο της ελληνικής δραστηριότητας σε αυτό; Όταν η «μία διαφορά» έχει μετατραπεί σε αλυσίδα απαιτήσεων, περιορισμών και τετελεσμένων, που συρρικνώνουν καθημερινά τον ελληνικό ζωτικό χώρο; Θα επιμείνουν άραγε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του στο Μέγαρο Μαξίμου στην επίσκεψη οτιδήποτε και εάν πράξουν οι Τούρκοι πριν από αυτήν; Τι άλλο θα μπορέσει η ελληνική πλευρά να ανεχτεί, πριν κατανοήσει ότι η Τουρκία είναι αφερέγγυος γείτονας και βλέπει κάθε κίνηση καλής θέλησης από τη χώρα μας ως ευκαιρία για να θέσει στο τραπέζι ακόμη περισσότερα ζητήματα; Υπάρχει άραγε κάποια κόκκινη γραμμή πια;
Με την ένταση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας να αυξάνεται, προβληματισμό στην Αθήνα προκαλεί η δυσαναλογία που δημιουργείται λόγω της συμμετοχής της Τουρκίας στο Συμβούλιο Ειρήνης του Ντόναλντ Τραμπ. Και αυτό διότι η χώρα μας απέχει, ακολουθώντας το μονοπάτι που χάραξαν οι χώρες της Ε.Ε. Πώς θα σταθμίσει άραγε η κυβέρνηση Τραμπ αυτή τη διαφορά;
Η Άγκυρα προετοιμάζει το έδαφος πριν από το τραπέζι
Λίγο πριν από κάθε ελληνοτουρκική συνάντηση σε ανώτατο ή υπουργικό επίπεδο, η Άγκυρα ακολουθεί σταθερά την ίδια πρακτική. Προχωρά στη δημιουργία μικρότερων ή μεγαλύτερων τετελεσμένων, με στόχο να βρεθεί η Αθήνα σε δυσμενέστερη θέση όταν ξεκινήσει ο διάλογος ή η διαπραγμάτευση. Το μοτίβο αυτό καταγράφεται διαχρονικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν διαμορφώνεται η σημερινή φάση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και τώρα.
Η πρόσφατη NAVTEX εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Στην ουσία επιχειρεί να κατοχυρώσει τουρκική αρμοδιότητα στο ανατολικό Αιγαίο. Αρχικά παρουσιάστηκε ως διετούς διάρκειας, χρονικό διάστημα υπερβολικό από μόνο του. Στη συνέχεια η Άγκυρα έκανε λόγο για λάθος διατύπωση, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για οδηγία αόριστης ισχύος. Το μήνυμα είναι σαφές: στο ανατολικό Αιγαίο τίποτα δεν θεωρείται επιτρεπτό χωρίς τουρκική έγκριση.
Η αντίδραση της ελληνικής πλευράς περιορίστηκε στα απολύτως βασικά. Δεν τέθηκε θέμα ακύρωσης της επικείμενης συνάντησης κορυφής και του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας που έχει προγραμματιστεί για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου. Μια τέτοια κίνηση θα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κινείται με έναν σταθερό άξονα: την αποφυγή έντασης στις διμερείς σχέσεις. Η επιλογή αυτή αποκτά διαφορετική διάσταση όταν συνοδεύεται από περιορισμένη αντίδραση απέναντι σε τουρκικά τετελεσμένα.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η πρόσφατη δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σύμφωνα με την οποία οι δύο πλευρές οφείλουν να παραμείνουν στο τραπέζι μέχρι να καταλήξουν σε συμφωνίες. Η τοποθέτηση αυτή υπερβαίνει την πραγματικότητα μιας διένεξης που διαρκεί πάνω από μισό αιώνα χωρίς τέτοιου είδους κατάληξη. Το ουσιαστικό στοιχείο βρίσκεται στο μήνυμα που εκπέμπεται.
Η Άγκυρα δείχνει να θεωρεί ότι έφτασε η στιγμή να στραφεί με μεγαλύτερη έμφαση προς την Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια η τουρκική προσοχή ήταν στραμμένη κυρίως ανατολικά και νοτιοανατολικά, με επίκεντρο τη Συρία. Εκεί διαμορφώνεται πλέον μια διευθέτηση που ανταποκρίνεται σε βασικές τουρκικές επιδιώξεις, με την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων σε δομές που ελέγχονται από τη Δαμασκό. Από τη στιγμή που αυτό το μέτωπο δείχνει να κλείνει, η Άγκυρα δεν έχει λόγο να κρατά χαμηλούς τόνους στο Αιγαίο.
Η Τουρκία διαχρονικά επιδίωκε να μην έχει ταυτόχρονα ανοικτά μέτωπα. Στα ελληνοτουρκικά διατηρούσε χαμηλή ένταση, χωρίς να εγκαταλείπει τις μονομερείς διεκδικήσεις της. Οι ρητορικές εξάρσεις και οι προειδοποιήσεις προς την Αθήνα λειτουργούσαν αποτρεπτικά, χωρίς όμως εκτεταμένες έμπρακτες κινήσεις. Το σημερινό περιβάλλον δείχνει διαφορετικό.
Στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση υπάρχει μια κρίσιμη ιδιαιτερότητα. Στο τραπέζι δεν βρίσκονται αμοιβαίες διεκδικήσεις. Αντικείμενο είναι αποκλειστικά ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και ζητήματα κυριαρχίας. Οι νησίδες που αρχικά χαρακτηρίστηκαν «γκρίζες ζώνες» και πλέον περιγράφονται από την Άγκυρα ως «τουρκικές νησίδες υπό ελληνική κατοχή» αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια συμφωνία που θα ικανοποιούσε περιορισμένο μέρος των τουρκικών αιτημάτων θα παρέμενε αρνητική για την Ελλάδα. Η διαπραγμάτευση ξεκινά με δεδομένη τη μεταφορά ελληνικών δικαιωμάτων στο τραπέζι, γεγονός που καθιστά το ισοζύγιο εξ αρχής άνισο. Αυτός είναι ο λόγος που η Αθήνα αποφεύγει εδώ και δεκαετίες μια συνολική διαπραγμάτευση.
Το ποια στάση θα ακολουθήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να προδικαστεί. Εκείνο που προκύπτει με μεγάλη βεβαιότητα είναι ότι βασικό του κριτήριο παραμένει η αποφυγή κρίσης κατά τη διάρκεια της θητείας του. Η επιλογή αυτή εκφράζεται και μέσα από κινήσεις που εκλαμβάνονται ως χαμηλού κόστους απέναντι στην τουρκική πίεση.
Η συζήτηση δεν αφορά επιλογές σύγκρουσης. Αφορά την ανάγκη ουσιαστικής απάντησης σε επεκτατικές διεκδικήσεις που επί δεκαετίες παρουσιάζονται στη διεθνή κοινότητα ως «διαφορές» προς συμβιβασμό. Με αυτόν τον τρόπο έχει παγιωθεί η αντίληψη ότι Αθήνα και Άγκυρα διαφωνούν επί ίσοις όροις, αντί να αναγνωρίζεται το μονομερές περιεχόμενο των τουρκικών αξιώσεων.
Αυτή η εξέλιξη συνιστά διαχρονική διπλωματική απώλεια για την Ελλάδα, με συνέπειες που αργά ή γρήγορα θα αποτυπωθούν στην πράξη. Η πολιτική της Αθήνας καλείται να λάβει υπόψη αυτή την πραγματικότητα και να αποκλείσει κάθε διαδικασία που αγγίζει ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ώρα μηδέν για το Αιγαίο!
Ευρωπαϊκή υποκρισία για τη λαθρομετανάστευση