Σήμερα Γιορτάζουν:

ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ

ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ

26 Αυγούστου 2025

Η απολογία Μαραγγέλη ξαναφέρνει τη Novartis στο προσκήνιο

Η δίκη για την υπόθεση Novartis, που εδώ και χρόνια στοιχειώνει το πολιτικό και θεσμικό σκηνικό της χώρας, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης με την απολογία της Μαρίας Μαραγγέλη, πρώην γραμματέως του Κωνσταντίνου Φρουζή, του ισχυρού άνδρα της φαρμακοβιομηχανίας στην Ελλάδα. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την έναρξη της διαδικασίας και όσα είπε έφεραν πίσω μνήμες από την πιο σκοτεινή όψη της διαπλοκής ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τις πολυεθνικές.

Με την απολογία της, η Μαραγγέλη επανέφερε στο τραπέζι καταγγελίες που είχαν ακουστεί στο παρελθόν από τους προστατευόμενους μάρτυρες, οι οποίοι οδήγησαν στο ξέσπασμα της υπόθεσης, αλλά αυτή τη φορά υπό το βάρος του κατηγορουμένου, δηλώνοντας με έμφαση ότι «όλα όσα κατέθεσα ήταν αληθινά».

Η περιγραφή της για το 2013, όταν ισχυρίστηκε ότι μετέφερε βαλίτσα γεμάτη δεσμίδες χρημάτων μαζί με non paper με τα αιτήματα της Novartis στο Μέγαρο Μαξίμου για συνάντηση του Φρουζή με τον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, συγκλόνισε. Όπως είπε, η βαλίτσα επέστρεψε άδεια, αλλά περιείχε έγγραφο με τη σφραγίδα του πρωθυπουργικού γραφείου για συνάντηση με τον υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα.

Στο ίδιο πνεύμα κατέθεσε ότι στον Δημήτρη Αβραμόπουλο δόθηκαν 200.000 ευρώ για τα εμβόλια Η1Ν1, ότι στον Ανδρέα Λοβέρδο κατευθύνθηκαν χρήματα προκειμένου να προωθήσει συγκεκριμένα φάρμακα μέσω ενδιάμεσων, και ότι με τον Μάριο Σαλμά οι σχέσεις του Φρουζή χάλασαν επειδή είχε συνδεθεί με ανταγωνιστική εταιρεία, γεγονός που οδήγησε στην πολιτική του αποδυνάμωση.

Παράλληλα, κατέθεσε ότι ο Φρουζής διατηρούσε συστηματική επικοινωνία με τον Γιάννη Στουρνάρα, τότε υπουργό Οικονομικών και αργότερα διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ η σύζυγός του, Λίνα Νικολοπούλου, επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά τα γραφεία της Novartis, μεταφέροντας κατά δήλωσή της μηνύματα προς τον Φρουζή. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι την είχε ακούσει να λέει: «Να πω ό,τι θέλεις στον Γιάννη».

Στην απολογία της περιέγραψε ένα καθεστώς όπου η Novartis λειτουργούσε σαν «κράτος εν κράτει». Υπουργικές αποφάσεις, που αφορούσαν την τιμολόγηση φαρμάκων και την πολιτική της υγείας, περνούσαν πρώτα από τα γραφεία της εταιρείας ώστε να διορθωθούν και να προσαρμοστούν σύμφωνα με τα συμφέροντά της πριν φτάσουν στο στάδιο της επίσημης δημοσίευσης. Η εικόνα που παρουσίασε η μάρτυρας ήταν ενός δικτύου επιρροής που δεν περιοριζόταν σε απλές συναντήσεις ή πιέσεις, αλλά έφτανε μέχρι την οικονομική συναλλαγή με βαλίτσες χρημάτων και την άμεση παρέμβαση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η πρόεδρος του δικαστηρίου στάθηκε στις καταθέσεις της και τη ρώτησε αν συνειδητοποιεί το βάρος όσων περιγράφει, ιδίως όταν μιλά για βαλίτσες που φτάνουν μέχρι τον πρωθυπουργό. Εκείνη απάντησε πως δεν είχε μένος με τα πολιτικά πρόσωπα, αλλά ήθελε να «εξιλεωθεί» λέγοντας την αλήθεια για όσα έζησε και γνώρισε ως έμπιστο πρόσωπο του Φρουζή. Ήταν μια στιγμή που έδειξε το προσωπικό της βάρος, αλλά και το θεσμικό δίλημμα που αντιμετωπίζει η Δικαιοσύνη: πώς να ισορροπήσει ανάμεσα σε καταθέσεις που περιέχουν βαριές κατηγορίες και στην απουσία αδιάσειστων αποδεικτικών στοιχείων.

Η δίκη αυτή, που προέκυψε έπειτα από μηνύσεις πολιτικών προσώπων κατά των προστατευόμενων μαρτύρων, αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο το κενό εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες παρακολουθούν για χρόνια καταγγελίες για «βαλίτσες με χρήματα» και για ένα κύκλωμα που εξαγόραζε πολιτικές αποφάσεις. Από την άλλη, η επίσημη πολιτεία δηλώνει ότι δεν προέκυψαν στοιχεία για τα περισσότερα από τα πολιτικά πρόσωπα που εμπλέχθηκαν ονομαστικά. Έτσι, το σκάνδαλο Novartis μετατράπηκε σε πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, με τη μια πλευρά να μιλά για «το μεγαλύτερο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης» και την άλλη για «τη μεγαλύτερη σκευωρία».

Η μαρτυρία της Μαραγγέλη φωτίζει εκ νέου το πώς η Novartis, μια πολυεθνική που διαχειριζόταν τεράστια οικονομικά μεγέθη, λειτούργησε ως παράλληλος μηχανισμός εξουσίας. Το λεγόμενο «Harvard Project», όπως το αποκάλεσε, αποτελούσε μια οργανωμένη στρατηγική με την οποία η εταιρεία επιδίωκε να ρυθμίζει το δημόσιο χρέος των νοσοκομείων και να εξασφαλίζει έγκριση νέων φαρμάκων. Ήταν η επιτομή της συμμαχίας ανάμεσα σε μια φαρμακοβιομηχανία και σε κέντρα αποφάσεων, με την εταιρεία να φροντίζει να έχει φίλους και συμμάχους σε κάθε καίριο υπουργείο.

Όλα αυτά έρχονται να αναδείξουν ένα βαθύτερο ερώτημα που ξεπερνά την υπόθεση Novartis: πόσο ευάλωτο είναι το ελληνικό κράτος σε πολυεθνικές που γνωρίζουν πώς να ασκούν πίεση, πώς να εξαγοράζουν, πώς να διεισδύουν στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων; Και ακόμα, πώς μπορεί το πολιτικό σύστημα να αποδείξει στην κοινωνία ότι είναι διατεθειμένο να φτάσει μέχρι τέλους, να αποδώσει ευθύνες όπου υπάρχουν και να κλείσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν;

Η Δικαιοσύνη έχει ήδη αποφανθεί για ορισμένα πολιτικά πρόσωπα, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την παραπομπή τους. Ωστόσο, η σημερινή δίκη των πρώην προστατευόμενων μαρτύρων και η απολογία της Μαραγγέλη δείχνουν ότι η υπόθεση παραμένει ζωντανή. Οι καταγγελίες είναι πολύ σοβαρές για να αγνοηθούν και οι αντιφάσεις της διαδικασίας ενισχύουν το κλίμα καχυποψίας. Ορισμένοι από τους κατονομαζόμενους ετοιμάζονται να κινηθούν εκ νέου νομικά εναντίον της, επιμένοντας ότι όσα αναφέρει είναι ψευδή.

Ετικέτες: