ΒΑΕ στους υγειονομικούς με άρωμα εκλογών
Η προεκλογική πίεση φαίνεται πως επαναφέρει στο προσκήνιο μια εκκρεμότητα που παραμένει ανοιχτή επί περισσότερα από 15 χρόνια: την ένταξη των υγειονομικών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα. Η κυβέρνηση εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να προχωρήσει στη ρύθμιση, κυρίως για νοσηλεύτριες, νοσηλευτές και εργαζομένους στα εργαστήρια, ενώ λιγότερο αφορά κατηγορίες επιστημονικού προσωπικού που, όπως οι γιατροί, συχνά επιθυμούν να παραμείνουν ενεργοί και μετά το 67ο έτος.
Η συζήτηση δεν είναι νέα. Οι υγειονομικοί είχαν ενταχθεί στα ΒΑΕ το 2011, η εφαρμογή όμως για μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων του δημόσιου συστήματος Υγείας έμεινε σε εκκρεμότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δεσμευθεί για το θέμα μέσα στην πανδημία, όταν οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, με εξαντλητικά ωράρια, αυξημένη έκθεση σε κινδύνους και τεράστια πίεση. Η δέσμευση έμεινε τότε χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Χρειάστηκε η νέα πολιτική συγκυρία, η εκλογική πίεση και η έντονη κριτική της αντιπολίτευσης για να επανέλθει η ρύθμιση στο κυβερνητικό τραπέζι. Η καθυστέρηση αυτή αφήνει βαρύ αποτύπωμα, καθώς χιλιάδες εργαζόμενοι στην Υγεία, που σήκωσαν επί χρόνια το βάρος του ΕΣΥ, βλέπουν την αναγνώριση της εργασιακής τους επιβάρυνσης να έρχεται αργά, αποσπασματικά και υπό την πίεση των πολιτικών αναγκών.
Η εκκρεμότητα των ΒΑΕ και η αναδρομικότητα
Σημείο σύγκρισης αποτελεί ο ιδιωτικός τομέας, όπου οι νοσηλεύτριες καλύπτονται από το καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών και συνταξιοδοτούνται με διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις σε σχέση με τους εργαζομένους του δημόσιου τομέα. Η άνιση αυτή μεταχείριση συντηρείται επί χρόνια, παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.
Η σχετική νομοθετική πρόταση δεν έχει ακόμη κατατεθεί στη Βουλή και αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι. Εκεί θα κριθούν οι πραγματικές λεπτομέρειες της ρύθμισης. Κεντρικό ζήτημα παραμένει η αναδρομικότητα: αν δηλαδή τα προηγούμενα χρόνια εργασίας θα αναγνωριστούν ως ΒΑΕ και με ποιον τρόπο. Εξίσου κρίσιμο είναι αν το σχετικό αναδρομικό κόστος θα καλυφθεί από τον εργοδότη, δηλαδή το Δημόσιο, ή αν θα μεταφερθεί μέρος της επιβάρυνσης στους ίδιους τους ασφαλισμένους.
Η ένταξη στα ΒΑΕ συνεπάγεται διαφορετικές δυνατότητες συνταξιοδότησης. Προβλέπεται σύνταξη στο 62ο έτος με 10.500 ημέρες ασφάλισης, δηλαδή 35ετία, εκ των οποίων οι 7.500 ημέρες πρέπει να είναι στα Βαρέα. Υπάρχει επίσης δυνατότητα μειωμένης σύνταξης στο 60ό έτος με 10.500 ένσημα και μείωση 12% επί της εθνικής σύνταξης, δηλαδή περίπου 54 ευρώ κάθε μήνα εφ’ όρου ζωής, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης 1.000 ΒΑΕ ενσήμων τα τελευταία 17 χρόνια.
Ακόμη, προβλέπεται συνταξιοδότηση στο 62ο έτος με 4.500 ένσημα, εκ των οποίων 3.600 ΒΑΕ και 1.000 ΒΑΕ την τελευταία 17ετία. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει μείωση 30% επί της εθνικής σύνταξης, δηλαδή 6% για κάθε έτος πριν από το 67ο, κάτι που αντιστοιχεί σε περίπου 134 ευρώ λιγότερα κάθε μήνα.
Ρύθμιση που για πολλούς έρχεται αργά
Παρά τη σημασία της ένταξης στα ΒΑΕ, για πολλούς εργαζομένους στην Υγεία η ρύθμιση ενδέχεται να έρθει χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Υπάρχουν νοσηλεύτριες και νοσηλευτές που μπήκαν στην εργασία από τη δεκαετία του 1980, αμέσως μετά το Λύκειο, μέσω παραγωγικών σχολών, και εξακολουθούν να εργάζονται επί τέσσερις δεκαετίες. Αν δεν έχουν θεμελιώσει δικαίωμα με ειδικές διατάξεις, όπως 25ετία με ανήλικο την περίοδο 2010-2012 ή συμπλήρωση κρίσιμων ηλικιακών ορίων την περίοδο 2015-2021, οδηγούνται σε εξαντλητικά πολλά χρόνια εργασίας μέχρι τη σύνταξη.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα νοσηλεύτριας γεννημένης το 1966, η οποία μπήκε στην απασχόληση το 1984. Εφόσον δεν έχει κατοχυρώσει παλαιότερο δικαίωμα, θα φτάσει να συνταξιοδοτηθεί το 2028, ύστερα από 44 χρόνια εργασίας. Για αυτή την κατηγορία εργαζομένων, η σημερινή ρύθμιση δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί γενναιόδωρη αποκατάσταση.
Ανάλογο ζήτημα προκύπτει και για εργαζομένους που είχαν ΒΑΕ στον ιδιωτικό τομέα και στη συνέχεια εντάχθηκαν στο Δημόσιο. Ένας τραυματιοφορέας, για παράδειγμα, που εργαζόταν προηγουμένως σε βαριά εργασία, όπως στην οικοδομή, και στη συνέχεια μετακινήθηκε σε δημόσιο νοσοκομείο, έχασε τη συνέχεια της ασφάλισης στα ΒΑΕ. Αν βρίσκεται λίγα χρόνια πριν από τη συνταξιοδότηση, η ένταξη ενδέχεται να βελτιώσει μόνο περιορισμένα τις συντάξιμες αποδοχές του, χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά τον χρόνο εξόδου.
Η ένταξη στα Βαρέα έχει και παρενέργειες. Οι εργαζόμενοι θα δουν μικρή μείωση στις καθαρές αποδοχές τους λόγω υψηλότερων ασφαλιστικών κρατήσεων. Αν υπάρξει δυνατότητα αναδρομικής αναγνώρισης, αυτή μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση για τον ασφαλισμένο, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ενδέχεται να μην συμφέρει.
Επιπλέον, αν κάποιος χρειαστεί να αναγνωρίσει πλασματικά χρόνια για να συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως τα 40 έτη ασφάλισης, είναι πιθανό να καταβάλει αυξημένα ασφάλιστρα, χωρίς τα πλασματικά αυτά ένσημα να λογίζονται ως ΒΑΕ. Αυτό περιορίζει σημαντικά το πραγματικό όφελος για εργαζομένους που έχουν ήδη μεγάλη ασφαλιστική διαδρομή.
Η κυβερνητική εξαγγελία μπορεί να εμφανίζεται ως δικαίωση των υγειονομικών, η πραγματική της αξία όμως θα κριθεί από το περιεχόμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Η αναδρομικότητα, το κόστος, οι κατηγορίες εργαζομένων που θα καλυφθούν και οι πραγματικές συνταξιοδοτικές συνέπειες θα δείξουν αν πρόκειται για ουσιαστική αποκατάσταση ή για μια καθυστερημένη πολιτική κίνηση με έντονο εκλογικό χρώμα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Υπηρεσία Ασύλου: 24ωρη απεργία στις 12 Ιουνίου
Πρωτοβουλία E3 για ειρήνη Ουκρανίας