Υγεία: Τι είπε ο Άδωνις Γεωργιάδης για clawback, καινοτόμα φάρμακα και κλινικές μελέτες
Σύνοψη Άρθρου
Ο Άδωνις Γεωργιάδης υπερασπίστηκε το πλαίσιο του clawback, αναγνωρίζοντας ότι απαιτούνται νέα μέτρα ελέγχου της φαρμακευτικής δαπάνης.
Ο υπουργός Υγείας προανήγγειλε ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, SPC φίλτρα και ψηφιακά ογκολογικά συμβούλια.
Στο επίκεντρο παραμένουν η πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες, οι κλινικές μελέτες και η πίεση των φαρμακευτικών δαπανών.
Στο επίκεντρο της συζήτησης για τη χρηματοδότηση του φαρμάκου, το clawback, τις κλινικές μελέτες και την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες βρέθηκε ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας σε πάνελ του συνεδρίου με τίτλο «Η Υγεία σε έναν Μεταβαλλόμενο Κόσμο: Ανθεκτικότητα, Πρόσβαση, Εμπιστοσύνη».
Ο υπουργός υπερασπίστηκε το μοντέλο των κλειστών προϋπολογισμών, υπενθυμίζοντας ότι το ίδιο πλαίσιο εφαρμόζεται στις δαπάνες Υγείας εδώ και 14 χρόνια και ότι ο ίδιος είχε νομοθετήσει τις σχετικές ρυθμίσεις κατά την προηγούμενη θητεία του στο υπουργείο Υγείας. Όπως ανέφερε, κάθε εταιρεία που συνεργάζεται με τον ΕΟΠΥΥ ή το υπουργείο γνωρίζει εξαρχής το ετήσιο όριο της δημόσιας δαπάνης και μπορεί να υπολογίζει την πιθανή επιβάρυνση από επιστροφές, ανάλογα με την πορεία της κατανάλωσης.
Κατά τον κ. Γεωργιάδη, τίποτε από αυτά δεν κινείται στο σκοτάδι, καθώς στη δεύτερη θητεία του επιχειρήθηκε μεγαλύτερη διαφάνεια, με δυνατότητα των εταιρειών να παρακολουθούν σε μηνιαία βάση την απολογιστική εξέλιξη της δαπάνης. Με αυτή τη θέση θέλησε να απαντήσει στις αιτιάσεις της αγοράς ότι το clawback λειτουργεί ως απρόβλεπτος και ασφυκτικός μηχανισμός επιβάρυνσης.
Ο υπουργός σημείωσε ακόμη ότι η κρατική χρηματοδότηση για το φάρμακο έχει αυξηθεί μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας και περικοπών. Όπως είπε, από το 2010 έως το 2021 η Ελλάδα δεν αύξησε ούτε κατά ένα ευρώ τη φαρμακευτική δαπάνη, ενώ επί κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη το ποσό αυξήθηκε από τα 2,4 δισ. ευρώ στα 3,1 δισ. ευρώ και συνεχίζει να κινείται ανοδικά.
Παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι το clawback εξακολουθεί να αυξάνεται ή, σε ορισμένες κατηγορίες, να μειώνεται με ρυθμό μικρότερο από τον επιθυμητό. Η παραδοχή αυτή επιβεβαιώνει το βασικό πρόβλημα της φαρμακευτικής πολιτικής: οι ανάγκες των ασθενών, οι νέες θεραπείες και η γήρανση του πληθυσμού πιέζουν διαρκώς τη δαπάνη, ενώ οι μηχανισμοί ελέγχου ακολουθούν με καθυστέρηση.
Νέα μέτρα για τον έλεγχο της δαπάνης
Ο Άδωνις Γεωργιάδης αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση πρέπει να λάβει πρόσθετα μέτρα για τη συγκράτηση του clawback, κυρίως στο πεδίο του λελογισμένου ελέγχου της δαπάνης. Όπως ανακοίνωσε, μέσα στον επόμενο μήνα θα τεθεί σε λειτουργία η ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, ένα εργαλείο που θεωρείται κρίσιμο για την παρακολούθηση των ενδονοσοκομειακών φαρμακευτικών δαπανών.
Παράλληλα, απάντησε σε επικρίσεις για τον ενεργό και ανενεργό ΑΜΚΑ, υποστηρίζοντας ότι η σχετική παρέμβαση έχει ήδη εφαρμοστεί και ότι έχουν απενεργοποιηθεί μέχρι σήμερα 340.000 ΑΜΚΑ. Με τη διατύπωση αυτή επιχείρησε να παρουσιάσει την κυβέρνηση ως συνεπή στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στον περιορισμό τεχνητής ή αδικαιολόγητης αύξησης της δαπάνης.
Ο υπουργός ανέφερε ότι τα τελευταία 2,5 χρόνια έχουν προωθηθεί αρκετές παρεμβάσεις για τον έλεγχο του clawback, με διαφορετικό βαθμό αποτελεσματικότητας. Ως βασικούς παράγοντες που δυσκολεύουν τη μείωση της επιβάρυνσης ανέδειξε τη φυσική αύξηση της ζήτησης λόγω γήρανσης του πληθυσμού, την είσοδο νέων φαρμάκων και τις νέες ενδείξεις παλαιότερων θεραπειών.
Απαντώντας στις προτάσεις για ανασχεδιασμό του μηχανισμού, ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι το clawback έχει ήδη αλλάξει σε σχέση με την αρχική μνημονιακή του μορφή. Επικαλέστηκε την επιτροπή διαπραγμάτευσης, τις κλειστές συμφωνίες, το επενδυτικό clawback και τη ρήτρα του Ταμείου Ανάκαμψης, σύμφωνα με την οποία το κράτος οφείλει να προσθέτει πόρους όταν επιτυγχάνονται συγκεκριμένοι στόχοι.
Τόνισε, ωστόσο, ότι υπάρχουν δύο σταθερές που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η πρώτη είναι η ανάγκη ο ασθενής να λαμβάνει το φάρμακό του την ώρα που το χρειάζεται. Η δεύτερη είναι ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι πεπερασμένοι, ενώ οι ανάγκες του συστήματος Υγείας αυξάνονται συνεχώς. Σε αυτό το σημείο αναγνώρισε ότι χρειάζεται πιο εντατική προσπάθεια για τον έλεγχο της τεχνητής αύξησης της δαπάνης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα SPC φίλτρα, τα οποία, όπως είπε, αποτελούσαν πρόταση του ΣΦΕ εδώ και 15 χρόνια. Ο υπουργός παραδέχθηκε ότι η εφαρμογή τους συνάντησε σημαντικές τεχνικές δυσκολίες και ότι, ενώ ο αρχικός στόχος ήταν ο Ιανουάριος, η πλήρης εφαρμογή μετατέθηκε για τον Ιούλιο, με πιλοτική εκκίνηση στο μεταξύ.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο συνδυασμός της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης στα νοσοκομεία με τα ψηφιακά ογκολογικά συμβούλια. Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, ο συνδυασμός αυτός θα επιτρέψει καλύτερο έλεγχο στις ακριβές θεραπείες, στον τρόπο χορήγησής τους και στη διαδρομή της δαπάνης μέσα στο σύστημα.
Κλινικές μελέτες, καινοτόμα φάρμακα και πρόσβαση ασθενών
Για τις κλινικές μελέτες, ο υπουργός Υγείας προανήγγειλε δύο αλλαγές που, όπως είπε, θα καταστήσουν το πλαίσιο πιο λειτουργικό για τη φαρμακοβιομηχανία, ιδίως ως προς τη δυνατότητα μετάβασης σε επόμενο κύκλο επενδυτικού clawback όταν μια μελέτη συνεχίζεται. Υπογράμμισε ότι προσωπικός του στόχος είναι το επενδυτικό clawback να αξιοποιηθεί περισσότερο για κλινικές μελέτες, παραπέμποντας και στον αρχικό του σχεδιασμό από το 2019, όταν ήταν υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων.
Ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι η Ελλάδα, ως προς τον αριθμό των κλινικών μελετών, βρίσκεται περίπου στον μέσο όρο που αντιστοιχεί στο μέγεθός της. Αναγνώρισε, όμως, ότι σε αξία υπολείπεται σημαντικά, αποδίδοντας μέρος της υστέρησης στη στρατηγική των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες τείνουν να κατευθύνουν τα μεγαλύτερα ποσά σε πλουσιότερες και πιο ανταγωνιστικές αγορές.
Στο σημείο αυτό έδωσε και καθαρά πολιτικό τόνο στην τοποθέτησή του, λέγοντας ότι όσο η χώρα γίνεται πιο ανταγωνιστική τόσο περισσότερες επενδύσεις θα προσελκύει. Συνέδεσε μάλιστα ευθέως τη συνέχιση των επενδύσεων με την επανεκλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, μετατρέποντας τη συζήτηση για την Υγεία και τη φαρμακευτική πολιτική σε ευρύτερο πολιτικό μήνυμα.
Για την πρόσβαση των ασθενών στις καινοτόμες θεραπείες, ο υπουργός παραδέχθηκε ότι η πραγματικότητα βρίσκεται «κάπου στη μέση». Αν ένας ασθενής χρειάζεται πράγματι μια θεραπεία, είπε, τελικά θα τη λάβει μέσω του ΙΦΕΤ, εφόσον το φάρμακο δεν βρίσκεται στη Θετική Λίστα. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι η ιδανική, καθώς μπορεί να προκαλεί καθυστερήσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις αποδεικνύονται εξαιρετικά κρίσιμες.
Ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε ότι το Ταμείο Καινοτομίας και το Ταμείο Μεταβατικής Αποζημίωσης δημιουργήθηκαν για να περιορίσουν αυτή τη στρέβλωση στην αγορά. Επανέλαβε, πάντως, ότι ο ασθενής που χρειάζεται θεραπεία τελικά θα τη βρει μέσω του σχετικού συστήματος προέγκρισης.
Κάνοντας σύγκριση με την περίοδο 2010-2014, ο υπουργός υποστήριξε ότι τότε, λόγω των δεσμεύσεων προς την τρόικα, η Ελλάδα δεν μπορούσε να εγκρίνει κανένα νέο φάρμακο. Ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν ο πρώτος υπουργός που ενέκρινε ξανά νέα φάρμακα το 2014, περίπου 400, και συνέδεσε την υπόθεση αυτή με τις κατηγορίες που, όπως είπε, αντιμετώπισε στο πλαίσιο της υπόθεσης Novartis.
Ο υπουργός περιέγραψε τη σημερινή περίοδο ως δύσκολη όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνολικά για την Ευρώπη και τον κόσμο. Η μία δυσκολία, όπως είπε, είναι ευχάριστη: η ταχύτατη αύξηση των καινοτόμων φαρμάκων. Ενώ παλαιότερα έβγαιναν τρία ή τέσσερα νέα καινοτόμα φάρμακα τον χρόνο, σήμερα ο αριθμός αυξάνεται πολύ περισσότερο και τα επόμενα χρόνια αναμένεται να πολλαπλασιαστεί, ασκώντας νέα πίεση στη φαρμακευτική δαπάνη.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η νέα αμερικανική πολιτική στην τιμολόγηση των φαρμάκων είναι αδύνατον να μη δημιουργήσει επιπτώσεις στην Ευρώπη και στα καινοτόμα φάρμακα που φτάνουν στις ευρωπαϊκές αγορές. Το ζήτημα, όπως είπε, θα συζητηθεί στο Συμβούλιο Υπουργών στο Στρασβούργο στις 16 Ιουνίου.
Κλείνοντας, ο κ. Γεωργιάδης απέρριψε την εικόνα ότι η Ελλάδα δεν έχει προσελκύσει επενδύσεις τα τελευταία επτά χρόνια. Έφερε ως παράδειγμα το μεγάλο έργο της Pfizer στη Θεσσαλονίκη, με το digital center και το hub που δημιουργήθηκαν στη χώρα. Όπως ανέφερε, οι θέσεις εργασίας αυξήθηκαν από τις αρχικές 300 στις 1.300, γεγονός που, κατά την άποψή του, δείχνει ότι η Ελλάδα προσφέρει πλέον λόγους εγκατάστασης και επέκτασης μεγάλων επενδυτικών σχεδίων.
Η παρέμβαση του υπουργού ανέδειξε, πάντως, το βασικό αδιέξοδο της φαρμακευτικής πολιτικής: η κυβέρνηση δηλώνει ότι αυξάνει τη χρηματοδότηση και προωθεί ψηφιακούς ελέγχους, ενώ η αγορά εξακολουθεί να πιέζεται από το clawback και οι ασθενείς εξακολουθούν να εξαρτώνται από διαδικασίες που συχνά προκαλούν καθυστερήσεις στην πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες.
Πιο Δημοφιλή
Από τον Άγιο Κωνσταντίνο στη Μάχη της Κρήτης
Πιο Πρόσφατα
Καύσωνας στη Δυτική Ευρώπη με ρεκόρ θερμοκρασιών