Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΠΡΟΚΟΠΗΣ

Ο Τραμπ, ο Ερντογάν και η ελληνική αυταπάτη-Ο Τραμπ έκανε ταμείο με τον Ερντογάν και η Αθήνα έμεινε με τις φωτογραφίες

Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης

Και εκεί που όλοι πίστεψαν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης τα κατάφερε. Ότι έγινε φίλος με τον Τραμπ. Ότι η Ελλάδα έχει πλέον «ειδική σχέση» με την Ουάσιγκτον. Ότι οι φωτογραφίες, οι χειραψίες και τα χαμόγελα μεταφράζονται αυτομάτως σε εθνική ισχύ. Ήρθε η Άγκυρα να μας θυμίσει κάτι απλό: στην πολιτική των μεγάλων συμφερόντων δεν υπάρχουν φίλοι. Υπάρχουν λογαριασμοί.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι διπλωμάτης παλαιάς κοπής. Είναι έμπορος. Πρώτα μετρά το κέρδος και μετά τις συμμαχίες. Δεν συγκινείται από ευγένειες, ούτε από καλές προθέσεις, ούτε από το ποιος υπήρξε «πιο πιστός σύμμαχος». Τον ενδιαφέρει ποιος έχει κάτι να πουλήσει, ποιος μπορεί να πιέσει και ποιος είναι πρόθυμος να πληρώσει.

Αυτό, φαίνεται, δεν το κατάλαβε ποτέ καλά η Αθήνα. Ή, αν το κατάλαβε, έκανε πως δεν το κατάλαβε. Διότι βολεύει πολύ το παραμύθι του «δεδομένου συμμάχου». Βολεύει να παρουσιάζεις τη σιωπή ως σοβαρότητα, την αμηχανία ως ψυχραιμία και την απουσία στρατηγικής ως υπεύθυνη στάση.

Πριν ακόμη πατήσει καλά καλά το πόδι του στην Άγκυρα ο Έλληνας πρωθυπουργός, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περπατούσε δίπλα στον Τραμπ σαν άνθρωπος που δεν πήγε να ζητήσει χάρη, αλλά να κλείσει συμφωνία. Και αυτή είναι η διαφορά. Η Τουρκία δεν πηγαίνει στα μεγάλα τραπέζια για να ακούσει καλά λόγια. Πηγαίνει για να πάρει ανταλλάγματα.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, μοιάζει να αρκείται στο να μη στενοχωρήσει κανέναν. Να μη χαλάσει το κλίμα. Να μη φανεί «δύσκολη». Να μη χάσει το στάτους του υπάκουου συμμάχου. Μόνο που στην Ιστορία τα υπάκουα κράτη σπανίως γράφουν τους όρους. Συνήθως τους υπογράφουν.

Μόλις προχθές μας έλεγαν με ύφος βεβαιότητας ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να πάρουν F-35. Χθες το αφήγημα άλλαξε. Δεν μας είπαν πια «δεν θα τα πάρουν». Μας είπαν «εμείς θα τα πάρουμε νωρίτερα». Θαυμάσια. Δηλαδή να κοιμόμαστε ήσυχοι επειδή στην ουρά του οπλοστασίου θα σταθούμε λίγα βήματα πιο μπροστά από εκείνον που μας απειλεί.

Αλλά το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα παραλάβει νωρίτερα κάποια αεροσκάφη. Το ζήτημα είναι αν η Τουρκία επιστρέφει σταδιακά στο κέντρο του αμερικανικού σχεδιασμού. Το ζήτημα είναι αν οι κυρώσεις ξεπαγώνουν. Το ζήτημα είναι αν η Άγκυρα ξαναμπαίνει από την πίσω πόρτα εκεί απ’ όπου υποτίθεται ότι είχε αποβληθεί. Και το κυριότερο: το ζήτημα είναι αν η Αθήνα έχει σχέδιο ή απλώς περιμένει να δει τι θα αποφασίσουν οι άλλοι για λογαριασμό της.

Ο Ερντογάν δεν παίζει άμυνα. Παίζει επίθεση. Δεν παρακαλεί. Εκβιάζει. Δεν απολογείται. Διαπραγματεύεται. Άλλοτε με τη Δύση, άλλοτε με τη Ρωσία, άλλοτε με το ΝΑΤΟ, άλλοτε με την Ανατολή. Ενοχλητικός; Βεβαίως. Αξιόπιστος; Όχι πάντα. Χρήσιμος; Εκεί είναι το κλειδί. Και στις διεθνείς σχέσεις ο χρήσιμος συχνά επιβιώνει καλύτερα από τον ευγενικό.

Η Αθήνα, από την άλλη, έχει πείσει τους πάντες ότι είναι δεδομένη. Και όποιος είναι δεδομένος, δεν αμείβεται. Χρησιμοποιείται. Η Τουρκία πουλά ακριβά τη γεωγραφία της. Η Ελλάδα χαρίζει φτηνά τη συνέπειά της. Η Τουρκία ζητά. Η Ελλάδα εξηγεί. Η Τουρκία πιέζει. Η Ελλάδα καθησυχάζει. Η Τουρκία παίρνει. Η Ελλάδα πανηγυρίζει επειδή δεν έχασε τα πάντα.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η περιοχή βράζει. Το Ιράν επιστρέφει στο επίκεντρο, το πετρέλαιο ανεβαίνει, οι αγορές αναστατώνονται και η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται ξανά σε πεδίο σκληρής συναλλαγής. Σε αυτό το περιβάλλον, όποιος δεν έχει φωνή, δεν έχει και ρόλο. Και όποιος δεν έχει ρόλο, γίνεται μέρος του λογαριασμού.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Τραμπ. Ο Τραμπ είναι αυτός που είναι. Δεν κρύφτηκε ποτέ. Συναλλαγή κάνει. Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση συμπεριφέρθηκε σαν να είχε απέναντί της έναν φίλο, ενώ είχε απέναντί της έναν έμπορο. Και ο έμπορος, όταν βλέπει πελάτη πρόθυμο να πληρώσει χωρίς να ζητήσει πολλά, δεν τον σέβεται. Τον ξαναχρεώνει.

Η μεγάλη αυταπάτη της Αθήνας είναι ότι η καλή συμπεριφορά αρκεί. Δεν αρκεί. Στη διεθνή πολιτική δεν παίρνεις επειδή είσαι καλό παιδί. Παίρνεις επειδή είσαι απαραίτητος, επειδή είσαι δύσκολος ή επειδή το κόστος να σε αγνοήσουν είναι μεγαλύτερο από το κόστος να σε ικανοποιήσουν.

Η Τουρκία αυτό το έχει καταλάβει. Η Ελλάδα ακόμη το συζητά σε επιτροπές, το τυλίγει σε δελτία Τύπου και το σερβίρει ως ψυχραιμία.

Και κάπως έτσι, τα πράγματα κυλούν υπέρ της Άγκυρας. Όχι επειδή ο Ερντογάν είναι ανίκητος. Αλλά επειδή η Αθήνα επιμένει να παίζει σκάκι με κανόνες καλής συμπεριφοράς, ενώ απέναντί της οι άλλοι παίζουν πόκερ με σημαδεμένα χαρτιά.

Το ερώτημα δεν είναι αν μας πρόδωσε ο Τραμπ. Δεν πρόδωσε κανέναν. Τη δουλειά του κάνει. Το ερώτημα είναι γιατί η Ελλάδα μπήκε σε αυτό το παζάρι πιστεύοντας ότι η αρετή ανταμείβεται από μόνη της.

Διότι στο τραπέζι των εμπόρων, όποιος δεν έχει τιμή, όποιος δεν έχει απαίτηση και όποιος δεν έχει κόκκινη γραμμή, στο τέλος δεν αγοράζει ασφάλεια. Πουλάει σιωπή.

Και η σιωπή, στην εξωτερική πολιτική, είναι το πιο ακριβό εμπόρευμα όταν την πληρώνει ένα έθνος.