LIVE Ακούστε Live Δια Πυρός
6 Ιουλίου 2026

Υπερπλεονάσματα ή φορολογική αφαίμαξη; Το πραγματικό πρόβλημα της οικονομίας

Το κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική οικονομία δεν είναι αν το Δημόσιο εμφανίζει αυξημένα έσοδα. Το πραγματικό ερώτημα είναι από πού προέρχονται αυτά τα έσοδα και τι αφήνουν πίσω τους στην αγορά, στην παραγωγή και στα νοικοκυριά. Διότι μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται ισχυρή μόνο επειδή το κράτος εισπράττει περισσότερους φόρους. Η ευρωστία μετριέται στην παραγωγικότητα, στις επενδύσεις, στους μισθούς, στη δημιουργία πραγματικού πλούτου και στην αντοχή της κοινωνίας.

Τα τελευταία χρόνια, και ειδικά την περίοδο 2024-2025, καταγράφηκε μεγάλη αύξηση των φορολογικών εσόδων. Αντί για πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 5,5 δισ. ευρώ ετησίως, που αντιστοιχεί στην υποχρέωση του 2,1% του ΑΕΠ για τη μείωση του χρέους, η χώρα εμφάνισε υπερπλεονάσματα που έφτασαν κοντά στα 12 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.

Με απλά λόγια, από την αγορά αντλήθηκαν επιπλέον περίπου 13 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την εικόνα αυτή ως απόδειξη δημοσιονομικής επιτυχίας. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ένδειξη υπερφορολόγησης, που αφαιρεί κρίσιμη ρευστότητα από την οικονομία και περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης.

Αν ληφθεί υπόψη ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής 1,8, που είχε αναδειχθεί και σε μελέτες για το ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής, η επίπτωση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Για κάθε 100 δισ. ευρώ που αφαιρούνται από την αγορά μέσω περιοριστικών πολιτικών, η απώλεια στο ΑΕΠ μπορεί να φτάσει τα 180 δισ. ευρώ. Με αυτή τη λογική, τα 13 δισ. ευρώ υπερεσόδων θα μπορούσαν να αντιστοιχούν σε χαμένο προϊόν της τάξης των 24 δισ. ευρώ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ποσό αυτό θα μοιραζόταν ισομερώς σε όλους τους πολίτες. Σημαίνει όμως ότι η οικονομία θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερο ΑΕΠ, περισσότερες επενδύσεις, καλύτερες θέσεις εργασίας, υψηλότερα ασφαλιστικά έσοδα και πιο υγιή φορολογική βάση. Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση επέλεξε να αποστραγγίσει την αγορά, να εμφανίσει υπερέσοδα και να τα παρουσιάσει ως απόδειξη επιτυχίας.

Υπερέσοδα ή φορολογική αφαίμαξη;

Το κυβερνητικό επιχείρημα ότι τα αυξημένα έσοδα οφείλονται κυρίως στην πάταξη της φοροδιαφυγής δεν πείθει. Καμία οικονομία δεν εμφανίζει τέτοιας κλίμακας πλεονάσματα μόνο επειδή βελτίωσε τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της. Η Ελλάδα έχει έμμεσους φόρους που προσεγγίζουν το 18% του ΑΕΠ, δηλαδή ένα εξαιρετικά βαρύ φορτίο πάνω στην κατανάλωση και στα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.

Ακόμη και χώρες που έχουν περιορίσει τη φοροδιαφυγή σε πολύ χαμηλά επίπεδα δεν εμφανίζουν τόσο μεγάλα και διαρκή πρωτογενή πλεονάσματα. Ένα πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 5% του ΑΕΠ δεν είναι φυσιολογικό μέγεθος για μια οικονομία που χρειάζεται επενδύσεις, παραγωγική αναβάθμιση και αύξηση εισοδημάτων. Είναι ένδειξη συμπίεσης.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν εξετάζει κανείς πού κατευθύνονται τα επιπλέον χρήματα. Μαζί με αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων, όπως το ΑΚΑΓΕ, διοχετεύονται στην πρόωρη αποπληρωμή κρατικού χρέους. Η κυβέρνηση εμφανίζει την κίνηση αυτή ως δημοσιονομική υπευθυνότητα. Στην πράξη, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να σκοτώνει την ίδια την παραγωγική βάση που τροφοδοτεί τα δημόσια έσοδα.

Το ερώτημα αν είναι κακό να μειώνεται το χρέος έχει απάντηση μόνο όταν εξετάζεται το κόστος. Δεν είναι λογικό να «σφάζεις την αγελάδα που αρμέγεις» για να εμφανίσεις καλύτερη εικόνα στους δείκτες. Τα σύγχρονα κράτη δεν μηδενίζουν το χρέος τους. Το εξυπηρετούν, το αναχρηματοδοτούν και το καθιστούν βιώσιμο μέσα από την αύξηση του ΑΕΠ.

Αυτός είναι και ο λόγος που στην Ευρώπη υπάρχει κανόνας για έλλειμμα έως 3% του ΑΕΠ. Ο στόχος δεν είναι κάθε χρόνο να αφαιρούνται πόροι από την οικονομία, αλλά να υπάρχει λελογισμένη δημοσιονομική διαχείριση, ώστε οι δαπάνες να στηρίζουν την ανάπτυξη και το χρέος να μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ μέσα από την αύξηση του παρανομαστή.

Με πληθωρισμό 2% και αντίστοιχη πραγματική μεγέθυνση, η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να φτάσει το 4%. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και ένα ήπιο έλλειμμα μπορεί να είναι διαχειρίσιμο, εφόσον η οικονομία μεγαλώνει. Αντίθετα, η υπερβολική απορρόφηση πόρων από την αγορά περιορίζει το ΑΕΠ, μειώνει την παραγωγική δυναμική και τελικά δυσκολεύει την ίδια τη βιωσιμότητα του χρέους.

Η παγίδα των επιδομάτων και η χαμηλή παραγωγικότητα

Η εικόνα δεν γίνεται καλύτερη όταν η αντιπολίτευση προτείνει να χρησιμοποιηθούν τα υπερπλεονάσματα για νέες παροχές και επιδόματα. Αν η οικονομία συνεχίσει να λειτουργεί με υπερφορολόγηση και στη συνέχεια τα έσοδα αυτά επιστρέφονται με μη παραγωγικό τρόπο, τότε το πρόβλημα απλώς ανακυκλώνεται. Η αγορά αποδυναμώνεται, οι προοπτικές ανάπτυξης περιορίζονται και η παραγωγικότητα μένει καθηλωμένη.

Η κυβέρνηση, με τους έμμεσους και οριζόντιους φόρους, φορολογεί κυρίως τη βάση της κατανάλωσης. Στην ουσία «κουρεύει το γκαζόν» της πραγματικής οικονομίας για να πληρώσει πρόωρα χρέος. Από την άλλη πλευρά, η λογική της διανομής των ίδιων αιματηρών υπερεσόδων σε πρόσθετα επιδόματα δεν συνιστά αναπτυξιακή πολιτική. Είναι άλλη όψη του ίδιου αδιεξόδου.

Το κεντρικό ζητούμενο είναι η παραγωγικότητα. Και εδώ η ελληνική οικονομία υστερεί δραματικά, καθώς βρίσκεται περίπου στο 53% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με τέτοια επίπεδα παραγωγικότητας, η χώρα δεν μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμα υψηλότερους μισθούς, ισχυρή βιομηχανική βάση, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και βιώσιμη ανάπτυξη.

Μία φορολογική παρέμβαση που θα μπορούσε να έχει αναπτυξιακό και δικαιότερο χαρακτήρα είναι η αναπροσαρμογή του εξαιρετικά χαμηλού φόρου στα μερίσματα. Το σημερινό 5%, ειδικά όταν στην περίπτωση τραπεζικών μερισμάτων εξαντλεί ουσιαστικά τη φορολογική επιβάρυνση λόγω αναβαλλόμενης φορολογίας, δημιουργεί σοβαρό ζήτημα φορολογικής ανισότητας.

Η πολύ χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων λειτουργεί ως κίνητρο για διανομή κερδών αντί για επανεπένδυση. Όταν τα κέρδη διανέμονται, είτε καταναλώνονται είτε καταλήγουν στο εξωτερικό μέσω ξένων funds. Έτσι αναβάλλονται επενδύσεις, καθυστερεί ο εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων και η οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε χαμηλή παραγωγική απόδοση.

Η πραγματική συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν το κράτος μπορεί να εισπράττει περισσότερα. Είναι αν η οικονομία μπορεί να παράγει περισσότερα. Τα υπερπλεονάσματα δεν αποτελούν αυτομάτως ένδειξη υγείας. Μπορεί να είναι σύμπτωμα μιας οικονομίας που πιέζεται υπερβολικά, με τους πολίτες να πληρώνουν περισσότερα, την αγορά να στεγνώνει και την παραγωγικότητα να παραμένει πίσω από την Ευρώπη.

Μια χώρα που θέλει να σταθεί με αξιώσεις δεν μπορεί να χτίζει το αφήγημά της πάνω στην υπερφορολόγηση. Χρειάζεται επενδύσεις, αύξηση παραγωγικότητας, δίκαιο φορολογικό σύστημα, ισχυρότερη εγχώρια παραγωγή και πολιτικές που αφήνουν χώρο στην οικονομία να αναπνεύσει. Διαφορετικά, τα υπερπλεονάσματα θα λειτουργούν ως λογιστική επιτυχία πάνω σε μια κοινωνία που εξαντλείται.