Υπερπλεονάσματα πάνω στη φορολογική αφαίμαξη νοικοκυριών και αγοράς
Σε έναν φαύλο κύκλο ακρίβειας, αυξημένων φορολογικών εσόδων και υπερπλεονασμάτων έχει εγκλωβίσει την οικονομία η κυβέρνηση, την ώρα που παρουσιάζει ως ιστορία επιτυχίας τη δημοσιονομική «υπεραπόδοση».
Πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς βρίσκονται έσοδα που αφαιρούνται από τα νοικοκυριά και την πραγματική αγορά. Ο πληθωρισμός διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, οι έμμεσοι φόροι υπολογίζονται πάνω σε ακριβότερα προϊόντα και το κράτος εισπράττει περισσότερο ΦΠΑ από κάθε καθημερινή συναλλαγή.
Τον Ιούνιο του 2026 ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,4%, ενώ ήδη στο πρώτο πεντάμηνο τα έσοδα από ΦΠΑ είχαν ξεπεράσει τον στόχο του προϋπολογισμού κατά 650 εκατ. ευρώ. Στο πρώτο εξάμηνο, τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού εμφανίστηκαν αυξημένα κατά περισσότερο από 1 δισ. ευρώ έναντι του στόχου.
Αυτή είναι η πραγματική βάση της περίφημης υπεραπόδοσης. Όσο ακριβαίνουν τα τρόφιμα, η ενέργεια, τα καύσιμα και οι υπηρεσίες, τόσο αυξάνεται η απόδοση των αναλογικών φόρων. Η ακρίβεια μετατρέπεται σε σταθερό μηχανισμό τροφοδότησης των κρατικών ταμείων, με το βάρος να πέφτει δυσανάλογα στους πολίτες που καταναλώνουν σχεδόν ολόκληρο το εισόδημά τους για βασικές ανάγκες.
Η κυβέρνηση εμφανίζει τα υψηλά πλεονάσματα ως απόδειξη συνετής οικονομικής διαχείρισης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα παραμείνει πάνω από το 3,5% του ΑΕΠ, επίπεδο που υπερβαίνει σημαντικά τις συνήθεις δημοσιονομικές ανάγκες μιας οικονομίας με χαμηλές επενδύσεις σε δημόσιες υπηρεσίες και έντονες κοινωνικές πιέσεις.
Τα υπερπλεονάσματα δεν είναι λογιστικό θαύμα. Αποτελούν πόρους που συγκεντρώνονται στο κράτος και λείπουν από την κατανάλωση, τις μικρές επιχειρήσεις, τους μισθούς και τις παραγωγικές επενδύσεις. Η οικονομία στερείται ρευστότητας, ώστε η κυβέρνηση να ανακοινώνει αργότερα επιδόματα και περιορισμένες επιστροφές μέρους των χρημάτων που έχει ήδη αφαιρέσει.
Η ακρίβεια αυξάνει τα έσοδα και εξαντλεί τα νοικοκυριά
Η φορολογική πολιτική στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους έμμεσους φόρους, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα του πολίτη. Ο χαμηλόμισθος και ο εύπορος πληρώνουν τον ίδιο συντελεστή ΦΠΑ στο ίδιο προϊόν, όμως η επιβάρυνση καταλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος του πρώτου.
Παράλληλα, η φορολογία της εργασίας παραμένει βαριά. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 στο 39,3% του συνολικού κόστους εργασίας. Το ποσοστό περιλαμβάνει φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη.
Η πραγματική επιβάρυνση διαφέρει ανάλογα με το εισόδημα και την οικογενειακή κατάσταση, όμως ο ισχυρισμός ότι περίπου το 45% κάθε αμοιβής καταλήγει οριζόντια σε φόρους και εισφορές δεν ισχύει για όλους. Το επίσημο στοιχείο του ΟΟΣΑ εξακολουθεί να αποτυπώνει μια βαριά φορολογική σφήνα, υψηλότερη από τον μέσο όρο του οργανισμού.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αξιοποιήσει μέρος των αυξημένων εσόδων για νέες εξαγγελίες στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η μέθοδος είναι ήδη γνωστή: πρώτα επιβάλλεται μεγάλη δημοσιονομική αφαίμαξη και στη συνέχεια διανέμεται ένα περιορισμένο τμήμα της με επιδόματα, επιλεκτικές ενισχύσεις και προεκλογικά μέτρα.
Με αυτόν τον τρόπο, η φορολογία μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξάρτησης. Οι πολίτες χάνουν εισόδημα μέσα από την ακρίβεια και τους φόρους και καλούνται αργότερα να αντιμετωπίσουν ως κυβερνητική γενναιοδωρία την επιστροφή ενός μικρού μέρους των ίδιων χρημάτων.
Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι αναγκαία για μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος. Η διαρκής συσσώρευση πλεονασμάτων πάνω από τους στόχους, ενώ οι βασικές κοινωνικές ανάγκες παραμένουν ακάλυπτες, αποτελεί συγκεκριμένη πολιτική επιλογή και όχι τεχνική υποχρέωση.
Φοροελαφρύνσεις με καθυστέρηση και οικογένειες δύο ταχυτήτων
Οι φορολογικές αλλαγές που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ του 2025 εφαρμόζονται για τα εισοδήματα του 2026. Για μισθωτούς και συνταξιούχους με δύο εξαρτώμενα παιδιά, ο συντελεστής στο τμήμα εισοδήματος από 10.001 έως 20.000 ευρώ μειώθηκε από 22% σε 16%. Για το τμήμα από 20.001 έως 30.000 ευρώ μειώθηκε από 28% σε 22%.
Οι αλλαγές προσφέρουν πραγματικό όφελος σε οικογένειες με παιδιά. Η κυβερνητική παρουσίασή τους αποσιωπά ότι το πρώτο κλιμάκιο έως 10.000 ευρώ παραμένει στο 9% για τους περισσότερους φορολογουμένους και ότι τα βασικά όρια της κλίμακας δεν τιμαριθμοποιήθηκαν.
Η απουσία τιμαριθμικής αναπροσαρμογής προκαλεί δημοσιονομική ολίσθηση. Οι ονομαστικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, οι οποίες συχνά απλώς καλύπτουν ένα μέρος του πληθωρισμού, μεταφέρουν εισόδημα σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Το κράτος εισπράττει μεγαλύτερο φόρο χωρίς να έχει αυξηθεί αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική δύναμη.
Ιδιαίτερο πρόβλημα καταγγέλλεται για συνταξιούχους με προστατευόμενα τέκνα. Η νέα κλίμακα καλύπτει νομικά και τις συντάξεις, όμως η αναγνώριση των παιδιών πρέπει να αποτυπωθεί εγκαίρως στην παρακράτηση του e-ΕΦΚΑ. Όπου αυτό δεν συμβαίνει, ο συνταξιούχος καταβάλλει αυξημένο φόρο κάθε μήνα και περιμένει την επόμενη εκκαθάριση για να λάβει την επιστροφή.
Η καθυστέρηση πλήττει κυρίως ανθρώπους που απέκτησαν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία και εξακολουθούν να έχουν προστατευόμενα μέλη μετά τη συνταξιοδότησή τους. Οι οικογένειες αυτές δεν λαμβάνουν από το ασφαλιστικό σύστημα επίδομα γάμου ή τέκνων αντίστοιχο με παροχές που συναντώνται σε εργασιακές σχέσεις, ενώ κινδυνεύουν να στερηθούν προσωρινά και τη φορολογική ελάφρυνση που προβλέπει ο νόμος.
Παρόμοιος ετεροχρονισμός αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες. Η ευνοϊκότερη φορολογική κλίμακα εφαρμόζεται στα εισοδήματα του 2026, όμως το τελικό αποτέλεσμα θα αποτυπωθεί κυρίως με την υποβολή και εκκαθάριση των δηλώσεων το 2027. Μέχρι τότε, η ανακούφιση παραμένει περισσότερο κυβερνητική εξαγγελία παρά διαθέσιμο εισόδημα.
Η Νέα Δημοκρατία αναγνωρίζει δημοσίως το δημογραφικό πρόβλημα και παρουσιάζει τη φορολογική μεταρρύθμιση ως στήριξη των οικογενειών. Η πραγματική εφαρμογή εξακολουθεί να παράγει καθυστερήσεις, εξαιρέσεις και άνιση μεταχείριση ανάμεσα σε μισθωτούς, συνταξιούχους και αυτοαπασχολουμένους.
Η οικονομική «υπεραπόδοση» δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το ύψος των κρατικών εσόδων. Κρίνεται από το εισόδημα που μένει στον πολίτη μετά τους φόρους, τις εισφορές, το ενοίκιο, την ενέργεια και το κόστος διατροφής.
Όσο η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την ακρίβεια για να συγκεντρώνει αυξημένα έσοδα και στη συνέχεια μοιράζει προσωρινές παροχές, το παραγωγικό πρόβλημα παραμένει ανέγγιχτο. Η πραγματική οικονομία χρειάζεται σταθερές μειώσεις φόρων, τιμαριθμοποίηση της κλίμακας, περιορισμό των έμμεσων επιβαρύνσεων και μόνιμη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλον έναν κύκλο υπερφορολόγησης και επιδοματικής επιστροφής. Χρειάζονται μια φορολογική πολιτική που θα αφήνει τα χρήματα στην οικονομία πριν μετατραπούν σε πλεονάσματα και προεκλογικές ανακοινώσεις.
Πιο Δημοφιλή
Η Ελλάδα των κυβερνητικών αναρτήσεων και η Ελλάδα του ταμείου
ΠΑΣΟΚ: Ο Δημητριάδης στέλνει εκβιαστικά μηνύματα στον Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Πύργος: Συνελήφθη 35χρονος μετά από μήνυση γυναίκας για stalking