Υποκλοπές και αμυντικά δισεκατομμύρια: Η κυβέρνηση οφείλει καθαρές απαντήσεις
Η εθνική ασφάλεια μιας χώρας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνολογική ισχύ των οπλικών συστημάτων που αγοράζει. Εξαρτάται εξίσου από τη διαφάνεια των συμβάσεων, τον έλεγχο των μεσαζόντων, την αξιοπιστία των προμηθευτών και την αποτροπή κάθε σύγκρουσης συμφερόντων γύρω από κρίσιμες στρατιωτικές αποφάσεις.
Η έγκριση της προμήθειας του πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας που έχει ονομαστεί «Ασπίδα του Αχιλλέα», με κόστος που μπορεί να φτάσει τα 3,5 δισ. ευρώ, ανοίγει ένα κεφάλαιο που ξεπερνά κατά πολύ τη συζήτηση για τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ισραηλινών πυραύλων και ραντάρ.
Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ αφορά ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων δεκαετιών. Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκονται συστήματα ισραηλινών εταιρειών, μεταξύ των οποίων η Rafael Advanced Defense Systems και η Israel Aerospace Industries. Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει ότι η νέα αμυντική δομή θα είναι πλήρως λειτουργική μέσα σε 35 μήνες και ότι τουλάχιστον το 25% του έργου θα παραχθεί στην Ελλάδα.
Η κολοσσιαία οικονομική και στρατηγική σημασία της προμήθειας απαιτεί πλήρη θεσμικό έλεγχο. Η ανάγκη γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω των δημοσιευμένων στοιχείων που συνδέουν ελληνικές επιχειρήσεις του χώρου των εξοπλισμών με την εγκατάσταση στελεχών της Intellexa στην Αθήνα, την εταιρική υποδομή του Predator και πρόσωπα που δραστηριοποιούνταν ταυτόχρονα στην αγορά αμυντικού υλικού.
Κεντρικό πρόσωπο των σχετικών δημοσιευμάτων είναι ο επιχειρηματίας Σταύρος Κομνόπουλος, ιδρυτής της Kestrel, μιας εταιρείας με πολυετή παρουσία στις αντιπροσωπείες διεθνών κατασκευαστών αμυντικού υλικού. Δημοσιογραφικές έρευνες τον εμφανίζουν να συνδέεται επαγγελματικά με μεγάλες ισραηλινές αμυντικές βιομηχανίες, μεταξύ των οποίων η Rafael και η Aeronautics Defense Systems.
Η ακριβής σημερινή συμβατική ιδιότητα της Kestrel και ο ρόλος της στις πρόσφατες κρατικές συμφωνίες δεν έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά από την κυβέρνηση. Αυτό το κενό πληροφόρησης πρέπει να καλυφθεί πριν αρχίσει η εκτέλεση συμβάσεων δισεκατομμυρίων ευρώ.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι ο Σταύρος Κομνόπουλος χρησιμοποίησε το Predator, ότι έδωσε εντολές παρακολούθησης ή ότι επηρέασε παράνομα τις αποφάσεις για τις ισραηλινές προμήθειες. Αποκαλύπτουν, όμως, οικονομικές και εταιρικές συνδέσεις που δικαιολογούν αυστηρό κοινοβουλευτικό, δικαστικό και διοικητικό έλεγχο.
Οι εταιρικές γέφυρες μεταξύ Kestrel, Rafnar και Intellexa
Η πλέον συγκεκριμένη σύνδεση προκύπτει από τα μισθωτήρια κατοικιών που χρησιμοποιήθηκαν από Ισραηλινούς συνεργάτες της Intellexa κατά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.
Το 2020 ο Ρότεμ Φάρκας, συνιδρυτής της Cytrox και πρόσωπο που συνδέεται με την ανάπτυξη του λογισμικού Predator, εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα στο Παλαιό Φάληρο. Σύμφωνα με έγγραφα και δημοσιογραφικές έρευνες, το μίσθωμα της κατοικίας καταβαλλόταν από την Kestrel.
Ο Φάρκας είχε υπηρετήσει στις ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και είχε συμμετάσχει στη δημιουργία της Cytrox στη Βόρεια Μακεδονία. Η εταιρεία εντάχθηκε αργότερα στο δίκτυο της Intellexa και το Predator αποτέλεσε το βασικό της προϊόν παρακολούθησης.
Την ίδια περίοδο, η Kestrel φέρεται να είχε μισθώσει και δεύτερη κατοικία στο Ελληνικό για τον Μερόμ Χαρπάζ, ανώτατο στέλεχος της Intellexa στην Ελλάδα και στενό συνεργάτη του Ταλ Ντίλιαν.
Η σύνδεση δεν περιορίστηκε στις κατοικίες. Η Rafnar Hellas εμφανίζεται σε μισθωτήριο του Οκτωβρίου 2020 ως εγγυήτρια για τα γραφεία που απέκτησε η Intellexa στο Ελληνικό. Στη Rafnar συμμετείχε ο Παναγιώτης Ταμβακίδης, ανιψιός του Σταύρου Κομνόπουλου και, κατά την ίδια περίοδο, αντιπρόεδρος της Kestrel.
Οι δύο εταιρείες είχαν κοινά διοικητικά πρόσωπα και εταιρικές διασυνδέσεις. Αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν απλή κοινωνική γνωριμία. Καταγράφουν πρακτική συνδρομή στη στέγαση στελεχών και εγκαταστάσεων του επιχειρηματικού δικτύου που εμπορευόταν το Predator.
Δημοσιογραφική έρευνα έχει επίσης αναφερθεί σε οικονομικές συναλλαγές μεταξύ εταιρείας συνδεδεμένης με την Kestrel και της Feroveno Limited, η οποία εντασσόταν στο εταιρικό πλέγμα της Intellexa. Τα σχετικά στοιχεία είχαν, κατά τις ίδιες πληροφορίες, περιέλθει σε γνώση των διωκτικών Αρχών.
Ο Σταύρος Κομνόπουλος κλήθηκε τον Δεκέμβριο του 2022 να καταθέσει στο πλαίσιο της εισαγγελικής έρευνας. Στην κατάθεσή του φέρεται να δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον Ταλ Ντίλιαν και τον Σαχάκ Αβνί, ενώ αναγνώρισε πολυετή γνωριμία με τον Φέλιξ Μπίτζιο, πρώην μέτοχο και διευθυντικό στέλεχος της Intellexa.
Είχε ακόμη αναφέρει ότι γνώριζε τον Γιάννη Λαβράνο μόνο κοινωνικά και ότι δεν είχε συνεργαστεί μαζί του. Ο Λαβράνος έχει συνδεθεί με την Krikel, εταιρεία που είχε αναλάβει συμβάσεις στον τομέα των επικοινωνιών ασφαλείας και τη συντήρηση του συστήματος TETRA της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις απαντήσεις και στα μισθωτήρια που αποδίδονται στην Kestrel δημιουργεί σοβαρή ανάγκη επανεξέτασης. Η πληρωμή κατοικιών για κορυφαίους τεχνικούς της Intellexa και η εγγύηση των κεντρικών γραφείων της δεν αποτελούν αμελητέες εταιρικές πράξεις.
Το όνομα της Kestrel, της Rafnar και του Σταύρου Κομνόπουλου δεν συμπεριλήφθηκε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο πολυσέλιδο πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση για την υπόθεση των υποκλοπών.
Η παράλειψη αυτή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη συγκάλυψης. Δημιουργεί όμως εύλογο θεσμικό ζήτημα, καθώς οι συγκεκριμένες εταιρικές συνδέσεις είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί και μέρος των σχετικών στοιχείων είχε τεθεί στη διάθεση των εισαγγελικών Αρχών.
Τον Ιούλιο του 2024 η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ανακοίνωσε ότι από την έρευνά της δεν προέκυψε εμπλοκή της ΕΥΠ ή κυβερνητικού αξιωματούχου στη χρήση του Predator. Παρέπεμψε, ωστόσο, σε δίκη τέσσερα πρόσωπα που συνδέονταν με τις εταιρείες διαχείρισης του λογισμικού.
Τον Φεβρουάριο του 2026 οι Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Αλεξάντρα Χαμού, Φέλιξ Μπίτζιος και Γιάννης Λαβράνος κρίθηκαν πρωτοδίκως ένοχοι για παραβίαση απορρήτου και προσωπικών δεδομένων. Οι ποινές ανεστάλησαν έως την εκδίκαση των εφέσεων, ενώ οι καταδικασθέντες αρνούνται τις κατηγορίες.
Το δικαστήριο ζήτησε ταυτόχρονα περαιτέρω έρευνα για ενδεχόμενα βαρύτερα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία. Η υπόθεση συνεπώς παραμένει ανοιχτή και η δικαστική κρίση δεν έχει ολοκληρωθεί.
Ο Σταύρος Κομνόπουλος δεν περιλαμβανόταν στους τέσσερις καταδικασθέντες και δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να τον συνδέει προσωπικά με τη χρήση του Predator. Η θεσμική έρευνα, όμως, δεν μπορεί να αγνοήσει τον ρόλο εταιρειών του στη δημιουργία της υλικής υποδομής που επέτρεψε στην Intellexa να εγκατασταθεί στην Ελλάδα.
Οι αμυντικές συμβάσεις, το παρελθόν των εξοπλισμών και η ευθύνη της κυβέρνησης
Η κυβέρνηση ενέκρινε τον Μάρτιο του 2023 την προμήθεια των ισραηλινών πυραυλικών συστημάτων Spike NLOS της Rafael. Η διακρατική συμφωνία αποτιμήθηκε τότε σε περίπου 370 εκατομμύρια ευρώ και αφορούσε την κάλυψη αναγκών του Στρατού Ξηράς, της Αεροπορίας Στρατού και του Πολεμικού Ναυτικού.
Τον Δεκέμβριο του 2025 εγκρίθηκε η προμήθεια 36 συστημάτων πολλαπλών εκτοξευτών PULS, συνολικού κόστους περίπου 650 έως 700 εκατομμυρίων ευρώ. Το PULS κατασκευάζεται από την Elbit Systems και πρέπει να διαχωρίζεται από τα προϊόντα της Rafael.
Τον Ιούλιο του 2026 το ΚΥΣΕΑ ενέκρινε τις συμβάσεις για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», με ισραηλινά συστήματα της Rafael και της IAI να αποτελούν τον κεντρικό κορμό της νέας πολυεπίπεδης αεράμυνας.
Οι συγκεκριμένες αποφάσεις έχουν επιχειρησιακή βάση. Η Ελλάδα πρέπει να αντικαταστήσει παλαιά ρωσικά συστήματα, να ενισχύσει την προστασία της από πυραύλους και drones και να αντιμετωπίσει τις μεταβαλλόμενες απειλές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας δεν δίνει στην κυβέρνηση λευκή επιταγή. Συμβάσεις τέτοιου μεγέθους απαιτούν να γνωρίζει η Βουλή ποιοι λειτουργούν ως τοπικοί αντιπρόσωποι, ποιοι εισπράττουν προμήθειες, ποιοι συμμετέχουν ως σύμβουλοι και ποιοι θα αναλάβουν το ελληνικό βιομηχανικό έργο.
Η κυβέρνηση οφείλει επίσης να αποκαλύψει τους ελέγχους δέουσας επιμέλειας που πραγματοποιήθηκαν για όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που βρίσκονται γύρω από τις συμφωνίες.
Η υποχρέωση αυτή ενισχύεται από το δικαστικό παρελθόν της Kestrel και των βασικών της στελεχών. Από τον Οκτώβριο του 2024 βρίσκεται σε εξέλιξη δίκη για την προμήθεια των ελικοπτέρων Super Puma, με βασικούς κατηγορουμένους τον Αλέξανδρο Τσάτσο και τον Σταύρο Κομνόπουλο.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που έχει δημοσιοποιηθεί, οι δύο επιχειρηματίες κατηγορούνται για πράξεις δωροδοκίας και νομιμοποίησης εσόδων, σχετικές με την προμήθεια των ελικοπτέρων. Οι ίδιοι έχουν αρνηθεί τις κατηγορίες και δεν έχει δημοσιοποιηθεί τελεσίδικη απόφαση.
Η παλαιότερη έρευνα περιλάμβανε και τον ισχυρισμό του πρώην αναπληρωτή διευθυντή Εξοπλισμών Αντώνη Κάντα, ο οποίος είχε καταθέσει ότι έλαβε 400.000 ευρώ από τον Σταύρο Κομνόπουλο για το πρόγραμμα των πυραύλων Exocet MM40 Block 2.
Ο επιχειρηματίας είχε αρνηθεί τη δωροδοκία. Η συγκεκριμένη μαρτυρία, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική της αξιολόγηση, επιβάλλει αυξημένη προσοχή όταν πρόσωπα που έχουν βρεθεί σε βαριές δικογραφίες εξοπλιστικών εμφανίζονται ξανά κοντά σε νέες συμβάσεις δισεκατομμυρίων.
Στην υπόθεση των Super Puma είχε ερευνηθεί επίσης η μεταφορά περίπου 1,6 εκατομμυρίου ευρώ προς υπεράκτια εταιρεία που συνδεόταν με τον Γιώργο Καρατζαφέρη. Τα ποσά είχαν αποδοθεί σε εταιρικές συναλλαγές που συνδέονταν με την Kestrel και τη Malwern.
Ο πρώην πρόεδρος του ΛΑΟΣ καταδικάστηκε τελικά για ανακριβείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, χωρίς να καταδικαστεί για δωροδοκία ή ξέπλυμα χρήματος στο πλαίσιο της εξοπλιστικής σύμβασης.
Τα παραπάνω δεν επιτρέπουν την αυτόματη ενοχοποίηση κανενός στις σημερινές προμήθειες. Απαγορεύουν όμως στην κυβέρνηση να επικαλείται το απόρρητο των εξοπλιστικών για να αποκρύπτει τους εμπορικούς διαύλους και τους τοπικούς διαμεσολαβητές.
Η διακρατική μορφή μιας συμφωνίας δεν εξαφανίζει τους αντιπροσώπους, τους συμβούλους, τους υπεργολάβους και τις εταιρείες υποστήριξης. Ούτε καταργεί την πιθανότητα ιδιωτικών αμοιβών, βιομηχανικών ανταλλαγμάτων και παράλληλων συμβάσεων.
Η εμπειρία των ελληνικών εξοπλισμών έχει δείξει ότι η αδιαφάνεια γεννά σκάνδαλα ακόμη και όταν η βασική προμήθεια ανταποκρίνεται σε πραγματική στρατιωτική ανάγκη. Η επίκληση της εθνικής ασφάλειας χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως κάλυμμα για μεσάζοντες, υπερτιμολογήσεις και παράνομες πληρωμές.
Στην περίπτωση του Predator, η απειλή είναι ακόμη σοβαρότερη. Αν επιχειρηματικά δίκτυα που διευκόλυναν την εγκατάσταση μιας εταιρείας κατασκοπευτικού λογισμικού δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε κρίσιμες αμυντικές συμβάσεις, η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει κάθε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.
Η παρακολούθηση στρατιωτικών, πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων που χειρίζονται εξοπλισμούς μπορεί να προσφέρει οικονομικό, διαπραγματευτικό και πολιτικό πλεονέκτημα. Δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά ότι οι συγκεκριμένες συνδέσεις χρησιμοποιήθηκαν με αυτόν τον σκοπό. Ο κίνδυνος, όμως, αποτελεί καθαρό ζήτημα εθνικής ασφάλειας και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως κομματική αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση πρέπει να καταθέσει στη Βουλή πλήρη κατάλογο των τοπικών εκπροσώπων, των συμβούλων και των υπεργολάβων κάθε εταιρείας που συμμετέχει στην «Ασπίδα του Αχιλλέα». Πρέπει να δημοσιοποιήσει τις αμοιβές, τις προβλεπόμενες προμήθειες, τις ελληνικές συμπαραγωγές και τους πραγματικούς δικαιούχους των εταιρειών.
Απαιτείται επίσης ανεξάρτητος έλεγχος για πιθανές οικονομικές, εταιρικές ή προσωπικές διασυνδέσεις με το δίκτυο της Intellexa, καθώς και σαφής απάντηση για το αν η Kestrel ή εταιρείες συνδεδεμένες με τα στελέχη της έχουν άμεσο ή έμμεσο ρόλο στις νέες συμβάσεις.
Η χώρα χρειάζεται σύγχρονη και αξιόπιστη αεράμυνα. Χρειάζεται ταυτόχρονα καθαρή αλυσίδα προμήθειας, θεσμική λογοδοσία και απόλυτο αποκλεισμό προσώπων που ενδέχεται να δημιουργούν κινδύνους ασφάλειας ή σύγκρουσης συμφερόντων.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν μπορεί να στηθεί πάνω στη σιωπή γύρω από το Predator. Μια αμυντική επένδυση δισεκατομμυρίων δεν προστατεύει τη χώρα όταν συνοδεύεται από ανεξέλεγκτα δίκτυα επιρροής, αδιαφανείς αντιπροσωπείες και αναπάντητα ερωτήματα για τα πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στις υποκλοπές και στα εξοπλιστικά.
Η πραγματική εθνική ασφάλεια αρχίζει από τον έλεγχο εκείνων που αποκτούν πρόσβαση στα στρατιωτικά σχέδια, στις κρατικές συμβάσεις και στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Όσο η κυβέρνηση αποφεύγει τη δημόσια λογοδοσία, το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό και αγγίζει τον πυρήνα της άμυνας της χώρας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα