Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΚΤΟΡΑΣ

ΜΕΘΟΔΙΟΣ

20 Ιουνίου 2026

Υποκλοπές: Το ζήτημα της ετεροδικίας Ντίλιαν

Το σκάνδαλο των υποκλοπών επανέρχεται στο κέντρο της θεσμικής συζήτησης, αυτή τη φορά με ακόμη βαρύτερο νομικό και πολιτικό φορτίο. Το κρίσιμο ζήτημα, όπως τίθεται από την Αρτεμησία Παπαδάκη, δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω και συνήγορο, αφορά τη φύση του εγκλήματος που προκύπτει όταν η παράνομη παγίδευση ή η απόπειρα παγίδευσης με λογισμικό υποκλοπών φέρεται να στρέφεται ταυτόχρονα κατά εκπροσώπων της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής Εξουσίας.

Η υπόθεση αποκτά ακόμη πιο βαριά διάσταση, καθώς στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται εκπρόσωποι του Τύπου, της αποκαλούμενης τέταρτης εξουσίας, καθώς και ηγετικά στελέχη του Στρατεύματος. Η ταυτόχρονη παρακολούθηση ή απόπειρα παρακολούθησης τέτοιων προσώπων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή υπόθεση παραβίασης απορρήτου ή ως μεμονωμένη τεχνική εκτροπή. Αγγίζει τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης, της εθνικής ασφάλειας και της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ενώπιον της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου εκκρεμεί ήδη το από 7 Μαΐου 2026 αίτημα του Χρήστου Σπίρτζη για ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο και επανεξέτασή της υπό το πρίσμα του αδικήματος της κατασκοπείας. Το αίτημα έχει χρεωθεί στον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλα, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει υπάρξει γνωστή εξέλιξη.

Η δικαστική εκκρεμότητα δεν εξαντλεί το θεσμικό ζήτημα. Η υπόθεση συνδέεται ευθέως με τη διαφάνεια της πολιτικής και συνολικά της δημόσιας ζωής της χώρας, όπως προβλέπει το άρθρο 43Α του Κανονισμού της Βουλής. Για τον λόγο αυτό, η συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας δεν αποτελεί πολιτική πολυτέλεια, αλλά επιβεβλημένη κοινοβουλευτική διαδικασία.

Από τις 11 Ιουνίου 2026, η αντιπολίτευση έχει καταθέσει αίτημα να κληθούν προς ακρόαση στην αρμόδια Επιτροπή ο κ. Δημητριάδης και ο Ταλ Ντίλιαν. Το αίτημα συνδέεται με τις δηλώσεις του τελευταίου ότι το λογισμικό διατίθεται σε κράτη-πελάτες, καθώς και με δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για ύπαρξη συμφωνητικού συνεργασίας με την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και κρατικών συστατικών επιστολών περί καλής λειτουργίας του λογισμικού.

Υποχρεωτική συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών

Η συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας χαρακτηρίζεται υποχρεωτική, καθώς το αίτημα φέρεται να συγκεντρώνει τα δύο πέμπτα των μελών της Επιτροπής. Με βάση τον Κανονισμό της Βουλής, η σχετική διαδικασία θα έπρεπε να λάβει χώρα εντός Ιουνίου, αφού η δυνατότητα κλήσης προσώπων σε ακρόαση ασκείται ανά μήνα, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 41Α.

Η ενδεχόμενη καθυστέρηση ή παράκαμψη της διαδικασίας θα δημιουργούσε μείζον ζήτημα κοινοβουλευτικής τάξης. Όταν η Βουλή καλείται να ελέγξει μια υπόθεση που αφορά την παγίδευση πολιτικών, δικαστικών, στρατιωτικών και δημοσιογραφικών προσώπων, η άρνηση ή η αναβολή της ακρόασης κρίσιμων προσώπων δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ουδέτερη διαχείριση.

Επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία ο Ταλ Ντίλιαν δεν αποτελεί «δημόσιο πρόσωπο» εμφανίζονται νομικά αδύναμα, ιδίως υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα όρια της δημόσιας έκθεσης και του δημόσιου ενδιαφέροντος. Επιπλέον, το ίδιο πρόσωπο είχε ήδη κληθεί το 2022 ενώπιον της ίδιας Επιτροπής για την υπόθεση των υποκλοπών, υπό το ίδιο θεσμικό πλαίσιο.

Η επαναφορά του ζητήματος στο κοινοβουλευτικό πεδίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την αποκάλυψη της «Κυριακάτικης Δημοκρατίας» της 14ης Ιουνίου 2026, σύμφωνα με την οποία φέρεται να δρομολογείται, μέσα στο καλοκαίρι, νομοθετική διάταξη με σκοπό να αποδοθεί στον Ταλ Ντίλιαν το προνόμιο της ετεροδικίας.

Η διάσταση αυτή είναι εξαιρετικά σοβαρή. Ο Ταλ Ντίλιαν περιγράφεται ως αλλοδαπός με πολλαπλές υπηκοότητες και ως πρόσωπο που έχει ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως για την υπόθεση των υποκλοπών. Η απόπειρα νομοθετικής θωράκισής του μέσω ετεροδικίας, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτήσει ευθεία μετατόπιση της υπόθεσης από την ποινική διερεύνηση στην περιοχή της θεσμικής συγκάλυψης.

Τι σημαίνει ετεροδικία και γιατί προκαλεί αντιδράσεις

Η ετεροδικία συνδέεται με την αξίωση αλλοδαπού κράτους να ασκήσει προνομιακά τη δική του αρμοδιότητα, αποκλείοντας τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Με απλούστερους όρους, η σχετική δίκη μεταφέρεται εκτός Ελλάδας ή η ελληνική δικαιοσύνη παραιτείται από την πλήρη άσκηση της αρμοδιότητάς της.

Ο θεσμός εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κυρίως όταν πρόκειται για πράξεις που τελέστηκαν κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας ή όταν το εμπλεκόμενο πρόσωπο αποτελεί αλλοδαπό κρατικό υπάλληλο ή όργανο, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την απόφαση 11/2000, ορίζει την ετεροδικία ως κυριαρχική ασυλία αλλοδαπών κρατών, δηλαδή ως μη υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του forum.

Η βάση του θεσμού είναι η αρχή της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της ισότητας των κρατών. Αποσκοπεί στην αποφυγή διατάραξης των διεθνών σχέσεων και συνδέεται με την αρχή par in parem non habet imperium/judicium. Πρόκειται για ασυλία που αφορά πράξεις δημόσιας εξουσίας, τα λεγόμενα acta jure imperii. Όταν όμως ένα ξένο κράτος δρα ως ιδιώτης ή όταν εμπλέκονται ιδιωτικά συμφέροντα, το προνόμιο της ετεροδικίας κάμπτεται.

Στο ίδιο πλαίσιο, ασυλία αναγνωρίζεται σε εν ενεργεία κρατικούς αξιωματούχους, σε μέλη διπλωματικών αποστολών και σε πρόσωπα που καλύπτονται από τις Συμβάσεις της Βιέννης του 1961 και του 1963 για τις διπλωματικές και προξενικές σχέσεις. Αντίστοιχες ειδικές προβλέψεις υπάρχουν και για στρατιωτικό προσωπικό σε νατοϊκές βάσεις, όπως στον νόμο 3801/2003, όπου προβλέπεται συντρέχουσα ποινική δικαιοδοσία και δυνατότητα παραίτησης των ελληνικών αρχών από την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας.

Η ελληνική έννομη τάξη γνωρίζει και μια ιστορικά φορτισμένη περίπτωση αξιοποίησης παρεμφερούς λογικής. Με τον νόμο 3933/1959 ανεστάλη αυτοδικαίως κάθε δίωξη Γερμανών υπηκόων για εγκλήματα πολέμου. Η ρύθμιση αυτή είχε τον χαρακτήρα προσωρινής παραίτησης της χώρας από το δικαίωμα δίωξης εγκληματιών πολέμου και καταργήθηκε τελικά με το άρθρο 22 του νόμου 3849/2010.

Η αιτιολογική έκθεση του νόμου 3849/2010 υπογράμμισε ότι το δικαίωμα ποινικής δίωξης ανήκει στον σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας κάθε κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους. Με αυτό εκδηλώνεται η αντίδραση του οργανωμένου κράτους δικαίου απέναντι σε κάθε προσβολή βασικών αγαθών της κοινωνικής ζωής.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η κρισιμότητα της υπόθεσης Ντίλιαν. Η απόδοση ετεροδικίας σε έναν αλλοδαπό ιδιώτη, πρωτοδίκως καταδικασθέντα για την υπόθεση των υποκλοπών, θα απαιτούσε εξαιρετικά ισχυρή νομική και πολιτειακή θεμελίωση. Θα έπρεπε να εξηγηθεί αν και πώς ένα ιδιωτικό πρόσωπο μπορεί να εκφράζει κυριαρχική ασυλία ξένου κράτους.

Θα έπρεπε, επίσης, να αποδειχθεί ότι υπάρχουν υπέρτερα δημόσια συμφέροντα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ικανά να δικαιολογήσουν περιορισμό του κυριαρχικού δικαιώματος ποινικής δίωξης. Σε μια υπόθεση που αφορά τη φερόμενη παγίδευση εκπροσώπων των εξουσιών, του Τύπου και του Στρατεύματος, τέτοια επίκληση θα απαιτούσε πλήρη διαφάνεια και όχι θερινή νομοθέτηση πίσω από κλειστές πόρτες.

Η πιθανή χρήση της ετεροδικίας σε αυτή την υπόθεση θα είναι αποκαλυπτική για τις πραγματικές της διαστάσεις. Αν η ελληνική πολιτεία επιχειρήσει να περιορίσει τη δικαιοδοσία της σε μια υπόθεση που αφορά την ίδια τη λειτουργία του κράτους, τότε το ζήτημα δεν θα αφορά μόνο έναν επιχειρηματία λογισμικού ή ένα ποινικό σκέλος υποκλοπών. Θα αφορά την ικανότητα της Δημοκρατίας να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ανοιχτή πολιτικά, θεσμικά και δικαστικά. Η ανάσυρσή της υπό το πρίσμα της κατασκοπείας, η υποχρέωση ακρόασης κρίσιμων προσώπων στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας και η φημολογούμενη απόδοση ετεροδικίας στον Ταλ Ντίλιαν συγκροτούν ένα ενιαίο πλέγμα ερωτημάτων. Στο κέντρο τους βρίσκεται η ίδια απαίτηση: πλήρης λογοδοσία, χωρίς θεσμικά τεχνάσματα και χωρίς απόπειρες διαφυγής από τη δικαιοδοσία της ελληνικής Δικαιοσύνης.