Υπόθεση Marfin: Οι συλλήψεις, η 120σέλιδη πραγματογνωμοσύνη και τα σακίδια
Δεκαέξι χρόνια μετά τον φονικό εμπρησμό στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, η υπόθεση εισέρχεται σε νέα δικαστική φάση, μετά τη σύλληψη δύο 42χρονων και την έκδοση εντάλματος σε βάρος 46χρονης γυναίκας που διαμένει στη Μεγάλη Βρετανία.
Στο επίκεντρο της νέας δικογραφίας βρίσκεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, μια πολυσέλιδη πραγματογνωμοσύνη περίπου 120 σελίδων. Σε αυτήν περιλαμβάνονται αναλύσεις παλαιού οπτικού υλικού, συγκρίσεις σωματομετρικών χαρακτηριστικών, καθώς και λεπτομερής εξέταση ρούχων, σακιδίων και προσωπικών αντικειμένων.
Οι τρεις κατηγορούμενοι αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή στην επίθεση. Μέχρι την οριστική κρίση της Δικαιοσύνης, ισχύει πλήρως το τεκμήριο της αθωότητάς τους, ενώ τα στοιχεία της δικογραφίας θα αξιολογηθούν στην ανακριτική διαδικασία και, εφόσον υπάρξει παραπομπή, στο ακροατήριο.
Οι δύο άνδρες συνελήφθησαν την Παρασκευή 10 Ιουλίου, οδηγήθηκαν ενώπιον των δικαστικών αρχών και έλαβαν προθεσμία να απολογηθούν την Τρίτη. Σε βάρος τους έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή και για αδικήματα που συνδέονται με την εμπρηστική επίθεση.
Η 46χρονη, η οποία ζει τα τελευταία χρόνια στη Βρετανία, φέρεται να επικοινώνησε μέσω της συνηγόρου της με τις ελληνικές αρχές. Δηλώνει αθώα και, σύμφωνα με την υπεράσπισή της, προτίθεται να επιστρέψει αυτοβούλως στην Ελλάδα προκειμένου να εμφανιστεί ενώπιον της ανακρίτριας.
Το ανώνυμο email και η επανεξέταση του υλικού
Η νέα φάση των ερευνών φέρεται να ξεκίνησε όταν το Τμήμα Ανθρωποκτονιών έλαβε ανώνυμο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο κατονομάζονταν περίπου δέκα πρόσωπα ως πιθανοί συμμετέχοντες στην επίθεση του 2010.
Το μήνυμα δεν αντιμετωπίστηκε ως αυτοτελές αποδεικτικό στοιχείο. Λειτούργησε, όμως, ως αφετηρία για να αναζητηθεί πρόσθετο υλικό σε παλαιότερες δικογραφίες της Κρατικής Ασφάλειας και της Αντιτρομοκρατικής.
Οι ερευνητές επανήλθαν σε καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, βίντεο από την πορεία της 5ης Μαΐου 2010, φωτογραφίες δημοσιογράφων και ιδιωτών, καθώς και ψηφιακά αρχεία που είχαν κατασχεθεί στο πλαίσιο διαφορετικών ερευνών. Οι νέες επαφές με μάρτυρες δεν φέρεται να έδωσαν καθοριστικές πρόσθετες πληροφορίες, όμως η συνδυαστική επεξεργασία του οπτικού υλικού άνοιξε νέο δρόμο για τη δικογραφία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται σε φωτογραφίες από διακοπές του 2009, οι οποίες είχαν εντοπιστεί σε φορητό υπολογιστή που κατασχέθηκε το 2020, στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης. Ο υπολογιστής φέρεται να ανήκε στη σύντροφο άνδρα που είχε συλληφθεί τότε, όταν σε χώρο που συνδεόταν με τα στοιχεία του είχαν εντοπιστεί εκρηκτική ύλη, πυροκροτητές και φυσίγγια.
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, στις φωτογραφίες αυτές εμφανίζονταν και τα τρία πρόσωπα που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της ανάκρισης. Η αξιοποίηση του υλικού στηρίζεται σε συγκρίσεις αντικειμένων, ενδυμάτων και μορφολογικών χαρακτηριστικών, με την υπεράσπιση να αμφισβητεί ήδη τη βαρύτητα τέτοιων συσχετίσεων ύστερα από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Κρίσιμο τμήμα της πραγματογνωμοσύνης φέρεται να αποτελεί η σύγκριση σακιδίων που διακρίνονται στο υλικό από την επίθεση με αντίστοιχα αντικείμενα που εμφανίζονται στις παλαιότερες προσωπικές φωτογραφίες. Οι αρχές εκτιμούν ότι δεν πρόκειται για κοινά εμπορικά αντικείμενα, καθώς, κατά την ανάλυσή τους, φέρουν χειροποίητες προσθήκες και ζωγραφισμένα σύμβολα.
Σε ένα από τα σακίδια διακρίνονται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, σχήματα που μοιάζουν με κύκλους στον ιμάντα, κόκκινο έμβλημα στο κεντρικό τμήμα και επιπλέον μοτίβα χαμηλότερα. Το ίδιο ή παρόμοιο σακίδιο αποδίδεται από την έρευνα σε κουκουλοφόρο που φέρεται να έσπασε με βαριοπούλα τον υαλοπίνακα της εισόδου της τράπεζας.
Δεύτερο σακίδιο φέρεται να είχε μεταλλικές προσθήκες στο κορδόνι και στη βάση του. Το πρόσωπο που το έφερε αποδίδεται από τις αρχές σε άτομο που φέρεται να είχε συντονιστικό ρόλο και να έδινε οδηγίες στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου και θα ελεγχθούν δικαστικά.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., από την επεξεργασία προέκυψε τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και άλλων χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων, καθώς και μοναδικοποίηση προσωπικών αντικειμένων, βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους.
Τα Εγκληματολογικά Εργαστήρια φέρονται να εξέτασαν, πέρα από σακίδια και ρούχα, στοιχεία όπως γυαλιά, καπέλα, παπούτσια και σωματομετρικά χαρακτηριστικά. Με εξειδικευμένο λογισμικό έγινε αντιπαραβολή παλαιών και νεότερων φωτογραφιών, με κριτήρια όπως ύψος, αναλογίες σώματος και μορφολογικά στοιχεία προσώπου.
Η διαδικασία χαρακτηρίζεται σύνθετη, καθώς οι φερόμενοι δράστες είχαν σε μεγάλο βαθμό καλυμμένα πρόσωπα, ενώ μεγάλο μέρος του υλικού ήταν χαμηλής ανάλυσης. Η Αστυνομία αναφέρει ότι εφαρμόστηκαν τεχνικές βελτίωσης ευκρίνειας όπου ήταν εφικτό, χωρίς δημιουργία νέων στοιχείων, αλλά με επανεξέταση των υπαρχόντων καρέ και της χρονοσήμανσης των καταγραφών.
Οι ρόλοι, τα θύματα και η επόμενη δικαστική κρίση
Από την αρχική έρευνα είχε σχηματιστεί η εικόνα ομάδας κουκουλοφόρων με διακριτούς ρόλους. Σε καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων γινόταν συχνά λόγος για πέντε βασικά πρόσωπα, τα οποία περιγράφονταν με βάση την ενδυμασία τους, τα αντικείμενα που κρατούσαν και τις κινήσεις τους πριν και μετά τον εμπρησμό.
Σύμφωνα με την αστυνομική εκδοχή, η ομάδα κινήθηκε αρχικά μέσα στο σώμα της πορείας χωρισμένη σε δύο υποομάδες. Οι δύο πυρήνες φέρονται να συναντήθηκαν κοντά στο κατάστημα και, έπειτα από συνεννόηση, ορισμένα μέλη αποκόπηκαν και κατευθύνθηκαν προς την τράπεζα.
Ένα πρόσωπο φέρεται να έσπασε τον υαλοπίνακα με βαριοπούλα, άλλο να έριξε τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ και εύφλεκτο υγρό, ενώ άλλα μέλη φέρονται να παρείχαν κάλυψη, να επιτηρούσαν τον χώρο ή να είχαν συντονιστικό ρόλο. Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα στο εσωτερικό του υποκαταστήματος.
Η επίθεση σημειώθηκε στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια μεγάλης απεργιακής κινητοποίησης στο κέντρο της Αθήνας, ενάντια στα μέτρα λιτότητας και στο πρώτο πρόγραμμα οικονομικής στήριξης της χώρας. Ήταν μια ημέρα έντασης, με δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους και σοβαρά επεισόδια σε αρκετά σημεία.
Από τον εμπρησμό έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι: η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών και τεσσάρων μηνών έγκυος, η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών, και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών. Οι τρεις εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν στο κτίριο και πέθαναν από τις αναθυμιάσεις.
Η τραγωδία της Marfin σημάδεψε βαθιά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και παραμένει μία από τις πιο φορτισμένες υποθέσεις της Μεταπολίτευσης. Η υπόθεση είχε επανέλθει στο προσκήνιο το 2020, ενώ οι νέες συλλήψεις θεωρούνται οι πρώτες για την εκτέλεση της εμπρηστικής επίθεσης μετά την αθώωση προσώπου που είχε κατηγορηθεί σε παλαιότερη διαδικασία.
Παράλληλα, η υπόθεση είχε και διαφορετική δικαστική διάσταση για τα μέτρα ασφάλειας του υποκαταστήματος. Το 2013 είχαν καταδικαστεί στελέχη της τράπεζας για ελλείψεις στην πυρασφάλεια και στην προστασία των εργαζομένων, σκέλος που αφορά τις συνθήκες λειτουργίας του κτιρίου και όχι τον εντοπισμό των φυσικών αυτουργών.
Μετά την έκδοση των ενταλμάτων πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε κατοικίες που συνδέονται με τους κατηγορουμένους, μεταξύ άλλων στην Κυψέλη, στα Άνω Λιόσια, στο Μαρούσι και στο Χαλάνδρι. Κατασχέθηκαν φορητοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, USB sticks και εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, τα οποία αναμένεται να εξεταστούν για τυχόν πρόσθετα στοιχεία.
Σε κατοικία όπου διέμενε ένας από τους συλληφθέντες εντοπίστηκαν επίσης 18,6 γραμμάρια κατεργασμένης κάνναβης σε μορφή «σοκολάτας». Για το συγκεκριμένο εύρημα σχηματίστηκε ξεχωριστή δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, χωρίς να συνδέεται αποδεικτικά με την υπόθεση της Marfin.
Η υπεράσπιση των δύο συλληφθέντων εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για την αποδεικτική ισχύ της δικογραφίας, υποστηρίζοντας ότι σημαντικό μέρος της στηρίζεται σε ανώνυμη πληροφορία και σε φωτογραφικές συγκρίσεις μετά από πολλά χρόνια. Οι δύο άνδρες αρνούνται ότι συμμετείχαν στην ομάδα που επιτέθηκε στο υποκατάστημα.
Ανάλογη είναι και η θέση της 46χρονης. Η συνήγορός της δηλώνει ότι η εντολέας της ζει στο Μπράιτον, είναι μητέρα δύο παιδιών, δεν κρύβεται και προτίθεται να επιστρέψει στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την κατηγορία. Κατά την υπεράσπιση, επικοινώνησε με τις αρχές μόλις πληροφορήθηκε την έκδοση του εντάλματος και ζήτησε πρόσβαση στη δικογραφία.
Η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε ότι οι δύο 42χρονοι συνελήφθησαν βάσει ενταλμάτων για την εμπλοκή τους στην εμπρηστική επίθεση, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και αναζητείται μία γυναίκα. Σύμφωνα με την Αστυνομία, η παλαιά δικογραφία κατά αγνώστων ανασύρθηκε από το αρχείο μετά την αξιοποίηση νέων πληροφοριακών στοιχείων και την υποβολή συμπληρωματικού προανακριτικού υλικού.
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, δήλωσε μετά τις συλλήψεις ότι δεν νοείται αφαίρεση ζωής χωρίς απόδοση Δικαιοσύνης, προσθέτοντας ότι η Δημοκρατία είναι ισχυρή και «πάντα νικά στο τέλος».
Η εξέλιξη μεταδόθηκε και από διεθνή πρακτορεία, τα οποία συνέδεσαν την υπόθεση με το βαρύ κοινωνικό και πολιτικό κλίμα του 2010. Η Marfin παραμένει σύμβολο του τραύματος που άφησε η οικονομική κρίση στην ελληνική κοινωνία, αλλά και μιας υπόθεσης που για χρόνια ζητούσε απαντήσεις ως προς τους φυσικούς αυτουργούς.
Η επόμενη κρίσιμη στιγμή είναι οι απολογίες των δύο 42χρονων και η απόφαση ανακρίτριας και εισαγγελέα για την περαιτέρω ποινική τους μεταχείριση. Παράλληλα, αναμένεται η εμφάνιση της 46χρονης ενώπιον των αρχών και η εξέταση των νέων ψηφιακών πειστηρίων. Η Δικαιοσύνη έχει πλέον την ευθύνη να αξιολογήσει αν η νέα πραγματογνωμοσύνη και οι συσχετίσεις που παρουσιάζει μπορούν να σταθούν με επάρκεια σε μια τόσο βαριά και ιστορικά φορτισμένη υπόθεση.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Αυστηρή καταδίκη επιθέσεων σε σπίτια πολιτικών
Λειψοί: Το πρότυπο βιώσιμου τουρισμού στο Αιγαίο
Απειλές στο σπίτι της Σέβης Βολουδάκη – Σκληρή απάντηση Μαρινάκη