Υπόθεση Τσαγκαράκη: Απολογία ενώπιον του ανακριτή – Θα αποκαλύψει το όνομα της πηγής του Ευαγγελίου του 1745;

Σήμερα απολογείται ενώπιον του ανακριτή ο γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης, με το κεντρικό ερώτημα να αφορά το πόσο θα αποκαλύψει στις αρχές την ταυτότητα του προσώπου από το οποίο απέκτησε το σπάνιο Ευαγγέλιο του 1745.
Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, ο Τσαγκαράκης παρέλαβε το Ευαγγέλιο από άνδρα με ιστορικό στον χώρο των εκκλησιαστικών κειμηλίων. Ο γκαλερίστας φέρεται να προχώρησε στη δημοπρασία του αντικειμένου εκτιμώντας ότι δεν συνέτρεχε κάποιο νομικό ζήτημα, αντιμετωπίζει το όπως τα εκατοντάδες έργα τέχνης που έχει διαθέσει μέσω διαδικτυακών δημοπρασιών.

Εφόσον ο Τσαγκαράκης δώσει το όνομα του προσώπου που του παρέδωσε το Ευαγγέλιο, θα σχηματιστεί δικογραφία σε βάρος του τελευταίου.
Στην απολογία του, ο γκαλερίστας να υποστηρίξει ότι προόριζε το Ευαγγέλιο για παράδοση στην Εφορεία Αρχαιοτήτων και όχι για πώληση. Θα επικαλεστεί επίσης την έλλειψη ειδικών γνώσεων εκτιμητή αρχαιοτήτων, επιχειρηματολογώντας ότι δεν ήταν σε θέση να κρίνει την αυθεντικότητα του αντικειμένου. Οι αρχές καλούνται να επαληθεύσουν τον ισχυρισμό του δικηγόρου του ότι η περασμένη Παρασκευή είχε κλείσει ραντεβού στην Εφορεία Αρχαιοτήτων για την εξέταση του Ευαγγελίου.

Αναφορικά με τους πλαστικούς πίνακες που κατασχέθηκαν, η υπεράσπιση προτίθεται να επισημάνει ότι στη δικογραφία δεν περιλαμβάνεται μήνυση ιδιώτη ο οποίος αγόρασε κάποιο έργο ως γνήσιο και στη συνέχεια διαπίστωσε ότι ήταν πλαστό. Το υλικό της δικογραφίας βασίζεται σε καταγγελίες που αναφέρονται σε δημοπρασίες πλαστών έργων, χωρίς να τεκμηριώνεται συγκεκριμένη ζημία σε αγοραστές.

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα κατέφθασε στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, περιγράφοντας δημοπρασίες πλαστών έργων τέχνης μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών πλατφορμών. Το μήνυμα συνοδευόταν από φωτογραφίες πινάκων γνωστών ζωγράφων, στιγμιότυπα δημοπρασιών του Τσαγκαράκη και συνδέσμους προς πωλήσεις μέσω YouTube.
Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 6 Μαρτίου 2026, υποβλήθηκε δεύτερη καταγγελία, αυτή τη φορά επώνυμη, με το ίδιο περιεχόμενο. Ο εισαγγελέας, αφού ενημερώθηκε για το σύνολο των στοιχείων, διέταξε στις 11 Μαρτίου προκαταρκτική εξέταση με ειδικές ανακριτικές πράξεις.

Πριν ολοκληρωθεί η έρευνα, στις 19 Μαρτίου έφτασε στην τρίτη καταγγελία, από τον Κύπριο βυζαντινολόγο και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του Υπουργείου Πολιτισμού. Η καταγγελία αφορούσε τη δημοπρασία του Ευαγγελίου του 1745 με τιμή εκτίμησης 8.000 έως 12.000 ευρώ.
Στη βάση αυτών των στοιχείων που αναλύθηκε αστυνομική επιχείρηση στις γκαλερί και την αποθήκη του Τσαγκαράκη σε Κολωνάκι, Γλυφάδα και Ελληνικό.

Κατασχέθηκαν εκατοντάδες πίνακες και αντικείμενα που εμπίπτουν στις διατάξεις περί αρχαιοκαπηλίας. Για την εξακρίβωση της γνησιότητάς τους κλήθηκαν ειδικοί επιστήμονες, μεταξύ των ιστορικών τέχνης της Εθνικής Πινακοθήκης και αρχαιολόγοι της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων.

Σε βάρος του γκαλερίστα σχηματίστηκε δικογραφία για διακεκριμένη διακίνηση κατασκευασμένου έργου τέχνης, διακεκριμένη απάτη, υπεξαίρεση μνημείων, αποδοχή και διάθεση μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, κατοχή απομιμητικών μνημείων με σκοπό τη διάθεσή τους ως γνήσιων, παραβάσεις της νομοθεσίας για την πνευματική ιδιοκτησία και την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.