Ζεληλίδης κατά Μητσοτάκη: Ανατινάζουν τον λιγνίτη, βαθαίνουν την εξάρτηση
Η γεωπολιτική παγίδα των τιμών και το αμερικανικό μονοπώλιο στην Ανατολική Μεσόγειο
Οι πρόσφατες εξελίξεις στο διεθνές γεωενεργειακό στερέωμα, με φόντο την εύθραστη ανακωχή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, αποκαλύπτουν ένα βαθιά μεθοδευμένο οικονομικό παιχνίδι που επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά και την εθνική μοίρα της Ελλάδας και της Κύπρου. Η τεχνητή διατήρηση της τιμής του πετρελαίου πάνω από το όριο των 70 δολαρίων ανά βαρέλι δεν αποτελεί προϊόν τυχαίων διεργασιών της αγοράς, αλλά μια συνειδητή στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει πάση θυσία να κρατήσει ψηλά τις διεθνείς τιμές, προκειμένου να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα και την κερδοφορία των δικών της εγχώριων επενδύσεων στο σχιστολιθικό αέριο και πετρέλαιο, των οποίων το κόστος παραγωγής υπερβαίνει τα 60 δολάρια ανά ισοδύναμο βαρέλι. Αυτή η ανάγκη για εσωτερική οικονομική ισορροπία στις ΗΠΑ μεταφράζεται άμεσα σε μόνιμη ακρίβεια στην αντλία για τον Έλληνες καταναλωτές, με τις τιμές των καυσίμων να εγκλωβίζονται σε ένα ασφυκτικό εύρος μεταξύ 1.90 και 2.00 ευρώ τουλάχιστον μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μαζική κάθοδος των αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών Chevron και ExxonMobil στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο δεν στοχεύει στην ενεργειακή χειραφέτηση των τοπικών κρατών, αλλά στον απόλυτο έλεγχο της τροφοδοσίας της Ευρώπης. Οι συγκεκριμένες εταιρείες έχουν εξαγοράσει το συντριπτικό μέρος των δικαιωμάτων γεώτρησης στη λεκάνη της Λεβαντίνης και στην Κύπρο, εξασφαλίζοντας ότι τουλάχιστον το 60% των κοιτασμάτων που θα εντοπιστούν θα περιέλθει στην ιδιοκτησία τους. Το γεγονός αυτό μετατρέπει αυτόματα το φυσικό αέριο της περιοχής σε καθαρά αμερικανικό προϊόν, το οποίο θα πωλείται στους Ευρωπαίους υπό τους όρους και τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η επανέναρξη των συζητήσεων για τον αγωγό East Med εξυπηρετεί ακριβώς αυτή τη σκοπιμότητα: τη δημιουργία ενός ασφαλούς δικτύου μεταφοράς των αμερικανικών πλέον πόρων προς τη γηραιά ήπειρο, παρακάμπτοντας τις διεκδικήσεις της Τουρκίας. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, επιμένει στη δική της στρατηγική που θέλει όλα τα δίκτυα να διέρχονται από το έδαφός της, καθιστώντας τη ρήξη αναπόφευκτη και ενισχύοντας τους φόβους για διπλωματικά ανταλλάγματα εις βάρος του ελληνισμού στο Αιγαίο.
Η υλοποίηση του East Med προϋποθέτει ως θεμελιώδη όρο την επίσημη οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, μια κίνηση που θα εξουδετέρωνε νομικά και πρακτικά τα τουρκικά επιχειρήματα. Παρά την ύψιστη γεωστρατηγική σημασία αυτής της ενέργειας, η ελληνική κυβέρνηση επιδεικνύει μια πρωτοφανή αδυναμία στην ανάληψη πρωτοβουλιών, παραμένοντας προσκολλημένη σε μια πολιτική παθητικής αναμονής και υποταγής στις ξένες υποδείξεις. Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα αντιμετωπίζονται ως μεταβλητές στις διαθέσεις των συμμάχων, καθώς ο αγωγός ακυρώθηκε στο παρελθόν με ένα απλό αμερικανικό έγγραφο που τον έκρινε μη βιώσιμο, παρά την ενσωμάτωσή του στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς. Η γεωπολιτική προστασία που υποτίθεται ότι προσφέρει η παρουσία των ξένων κολοσσών αποδεικνύεται πρόσκαιρη, αφού με την παραμικρή μετατόπιση του ενδιαφέροντός τους –όπως συμβαίνει με την αποχώρηση της Exxon δυτικά της Κρήτης και τη στροφή της προς τη Λιβύη– οι αναθεωρητικές δυνάμεις εγείρουν αμέσως νέες απαιτήσεις, αφήνοντας την Ελλάδα εκτεθειμένη.
Η βίαιη απολιγνιτοποίηση και η μεθοδευμένη εκποίηση των εθνικών υποδομών
Η πρόσφατη ανατίναξη των γιγαντιαίων καδοφόρων εκσκαφέων στα λιγνιτωρυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, και συγκεκριμένα στο υπόδειγμα της Πτολεμαΐδας 5, αποτελεί το πλέον οδυνηρό σύμβολο μιας πολιτικής που αγγίζει τα όρια του εθνικού ακρωτηριασμού. Οι υποδομές αυτές, οι οποίες επί δεκαετίες αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής βιομηχανικής ανάπτυξης και εξασφάλισαν την ηλεκτροδότηση της χώρας κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, ισοπεδώθηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Η πράξη αυτή, η οποία θυμίζει τακτικές κατοχικών δυνάμεων που καταστρέφουν τα πάντα κατά την αποχώρησή τους, προκάλεσε βαθύτατο σοκ στην ελληνική κοινωνία, καθώς στερεί συνειδητά από τη χώρα τη στρατηγική ενεργειακή της ρεζέρβα. Την ίδια στιγμή που ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες επέστρεφαν προσωρινά στο κάρβουνο και τον λιγνίτη για να θωρακίσουν το ενεργειακό τους μείγμα απέναντι στην παγκόσμια κρίση, η Αθήνα επέλεξε την πλήρη και οριστική απαξίωση της μοναδικής εγχώριας πηγής ενέργειας που διέθετε.
Η μεθόδευση πίσω από αυτή την καταστροφή αποκαλύπτεται από τις νομοθετικές παρεμβάσεις της τελευταίας διετίας, οι οποίες αλλοίωσαν το καθεστώς των απαλλοτριωμένων αγροτικών εκτάσεων. Ενώ η αρχική συμφωνία προέβλεπε την επιστροφή της γης στους αγρότες μόλις σταματούσε η εξόρυξη του λιγνίτη, η κυβέρνηση τροποποίησε τον νόμο, επιτρέποντας στη ΔΕΗ να αλλάξει κατά το δοκούν τις χρήσεις γης. Οι λεκάνες των ορυχείων, οι οποίες λόγω της στεγανότητας του εδάφους αποτελούσαν ιδανικούς χώρους για τη δημιουργία λιμνοδεξαμενών και την παραγωγή καθαρής ενέργειας μέσω αντλησιοταμίευσης, παραχωρούνται πλέον για την κατασκευή ιδιωτικών data centers και βιομηχανικών φωτοβολταϊκών πάρκων. Η ΔΕΗ, έχοντας απολέσει τον δημόσιο χαρακτήρα της και ελεγχόμενη πλήρως από ξένα επενδυτικά κεφάλαια, λειτουργεί με αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού κέρδους, μετατρέποντας τον ιστορικό εξοπλισμό της σε φτηνό scrap προς πώληση.
Η σπουδή για την υλοποίηση της λεγόμενης «πράσινης μετάβασης» οδήγησε την Ελλάδα στην εφαρμογή ευρωπαϊκών οδηγιών πολύ νωρίτερα από τις προβλεπόμενες προθεσμίες, κλείνοντας τα λιγνιτωρυχεία ήδη από το 2020 αντί για το 2028, χωρίς να υπάρχει καμία ρητή νομική υποχρέωση. Η πολιτική αυτή επέβαλε την ισοπέδωση των βουνοκορφών για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών και τη μετατροπή της εύφορης παραγωγικής γης σε απέραντες εκτάσεις φωτοβολταϊκών πάνελ, από τη Μακεδονία μέχρι την Αιτωλοακαρνανία. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι η βίαιη συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα, καθώς οι αγρότες εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις καλλιέργειες για να στραφούν στην ενοικίαση ενέργειας, οδηγώντας τη χώρα σε μια επικίνδυνη εξάρτηση από εισαγωγές βασικών αγαθών ακόμα και από γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία.
Η επικοινωνιακή βιτρίνα των παραχωρήσεων και η στρατηγική της υποτέλειας
Στον αντίποδα της καταστροφής των εγχώριων πηγών, οι κυβερνητικές εξαγγελίες για την έναρξη θαλάσσιων γεωτρήσεων εντός του πρώτου τριμήνου του επόμενου έτους αποδεικνύονται ένα καλοστημένο επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού. Η επίσημη ρητορική περί άμεσης αξιοποίησης των ελληνικών υδρογονανθράκων προσκρούει στη σκληρή πραγματικότητα των διοικητικών και δικαστικών αγκυλώσεων, οι οποίες χρησιμοποιούνται σκοπίμως για την επιβράδυνση των έργων. Η κοινοπραξία των εταιρειών μεταθέτει διαρκώς την κατάθεση των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ το ενδεχόμενο προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας από περιβαλλοντικές οργανώσεις καθιστά κάθε χρονοδιάγραμμα απολύτως μετέωρο. Η διαχρονική στάση της κρατικής μηχανής από το 2019, με την πολυετή κωλυσιεργία στις σεισμικές έρευνες της Κρήτης και των Ιωαννίνων, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση για την επίτευξη ενεργειακής αυτάρκειας.
Η στρατηγική αυτή συμπορεύεται απόλυτα με τις επιθυμίες των ξένων κέντρων απόφασης και των εγχώριων συμφερόντων, που επιθυμούν μια Ελλάδα μόνιμα εξαρτημένη και ενεργειακά ελεγχόμενη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Πατραϊκού Κόλπου και των Ιωαννίνων, όπου ώριμα οικόπεδα με επιβεβαιωμένα κοιτάσματα πετρελαίου επιστράφηκαν στο δημόσιο με την απλή πρωθυπουργική δήλωση απόρριψης των ορυκτών καυσίμων. Ακόμη και η πρόσφατη είσοδος της Chevron στον Κυπαρισσιακό Κόλπο συνοδεύτηκε από μια προσχηματική παράταση 18 μηνών, η οποία επιτρέπει στον ξένο κολοσσό να αναμένει το αποτέλεσμα των επόμενων πολιτικών εξελίξεων πριν δεσμευτεί σε πραγματικές επενδύσεις, την ώρα που η ελληνική πλευρά χρησιμοποιεί τη θεσμοθέτηση θαλάσσιων πάρκων ως δικαιολογία για την εκδίωξη των εταιρειών.
Σε τελευταία ανάλυση, η συστηματική αποδόμηση του αγροτικού και κτηνοτροφικού τομέα, σε συνδυασμό με την εθελούσια παραίτηση από την ενεργειακή αυτοδυναμία, υπονομεύει άμεσα την εθνική ασφάλεια της χώρας. Μια κρατική οντότητα που στερείται διατροφικής επάρκειας και βασίζεται αποκλειστικά σε πανάκριβες εισαγωγές σχιστοληθικού ή αζερικού αερίου, αδυνατεί να προβάλει οποιαδήποτε ουσιαστική άμυνα, ακόμη και αν διαθέτει εξοπλιστικά προγράμματα αιχμής. Η μετατροπή της Ελλάδας σε ένα απλό «ξενοδοχείο» παροχής υπηρεσιών για την Ευρώπη, με παράλληλη διάλυση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αποτελεί ένα μοντέλο οικονομικής και εθνικής υποτέλειας που θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ίδια την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία.
Πιο Δημοφιλή
Ακρόπολη: Ολοκληρώθηκε κρίσιμη αποκατάσταση
Σορός σε σύστημα προσγείωσης αεροσκάφους
Αγγέλου: Τι πληρώνουν οι επαναλήψεις σειρών
Πιο Πρόσφατα
Μαρινάκης: Ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες για το ένταλμα
Κουτσούμπας στη Βουλή: Διμέτωπη επίθεση σε ΝΔ και Τσίπρα