24 Απριλίου 2026

111 χρόνια από τη Γενοκτονία των Αρμενίων: Η διαδρομή προς τη μνήμη της 24ης Απριλίου

Σήμερα συμπληρώνονται 111 χρόνια από τη Γενοκτονία των Αρμενίων, με την 24η Απριλίου να αποτελεί τη συμβολική ημερομηνία μνήμης για τα γεγονότα που εκκίνησαν το 1915. Είχε προηγηθεί μια μακρά αλυσίδα εξελίξεων. Την περίοδο 1894-1896 καταγράφηκε η κορύφωση μιας διαδικασίας που είχε τις ρίζες της στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878. Στη δεκαετία του 1890 αναδείχθηκε ουσιαστικά το Αρμενικό Ζήτημα ως διεθνές θέμα στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος.

Η αρμενική αφύπνιση συνδέθηκε με τις επιρροές του Διαφωτισμού και τις ιδέες που μεταφέρθηκαν από τη Δύση. Την ίδια περίοδο επηρέασε τους Αρμένιους η εθνική απελευθέρωση των χριστιανικών λαών των Βαλκανίων, καθώς και η κλιμάκωση της ρωσο-οθωμανικής αντιπαράθεσης, που έφερε ρωσικά στρατεύματα στον Καύκασο και καλλιέργησε προσδοκίες απελευθέρωσης από το «ξανθό γένος». Στα τέλη του 19ου αιώνα οι Αρμένιοι προχώρησαν σε διεκδικήσεις εθνικής ανεξαρτησίας μέσα από δυναμικές κινητοποιήσεις που έφτασαν έως την εξέγερση.

Η πορεία του Αρμενικού Ζητήματος διαμορφώθηκε σε σημαντικό βαθμό από τις κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες επιδίωκαν να ενισχύσουν τη θέση τους ενόψει της μεταοθωμανικής περιόδου. Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ είχαν ήδη μεταβάλει το περιβάλλον στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ το Σύνταγμα του 1876 κατέγραψε αυτές τις αλλαγές. Οι διαφοροποιήσεις αυτές περιορίστηκαν κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, χωρίς να επεκταθούν στην περιφέρεια.

Από την Κρήτη έως την Αρμενία διατηρήθηκε η αυταρχική στάση των τοπικών αρχών, που δεν εφάρμοζαν τις μεταρρυθμίσεις. Τα συμφέροντα των μουσουλμανικών ελίτ και η αντίληψη υπεροχής έναντι των χριστιανικών πληθυσμών διατήρησαν ένα καθεστώς διακρίσεων. Το κλίμα φόβου, οι συλλήψεις και η βαριά φορολογία οδήγησαν σε αντιδράσεις από τους πληθυσμούς που υφίσταντο πιέσεις.

Η κατάσταση αυτή έφερε το Αρμενικό Ζήτημα στο προσκήνιο των μεγάλων δυνάμεων. Προβλέψεις υπέρ των Αρμενίων ενσωματώθηκαν στο άρθρο 16 της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και στο άρθρο 61 της Συνθήκης του Βερολίνου. Οι παρεμβάσεις στόχευαν στην κατοχύρωση ισονομίας και στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Οι Αρμένιοι επηρεάστηκαν από την εξέλιξη του βουλγαρικού κινήματος και επιχείρησαν αντίστοιχη πορεία στις ανατολικές περιοχές της Αυτοκρατορίας. Οι περιοχές αυτές βρίσκονταν στα όρια της Ανατολίας, περιβαλλόμενες από μουσουλμανικούς πληθυσμούς με έντονα στοιχεία θρησκευτικής συσπείρωσης. Η αντίληψη της Αρμενίας ως ενδεχόμενης δεύτερης Βουλγαρίας από τον σουλτάνο οδήγησε σε ενίσχυση της καταστολής μέσω εξοπλισμένων κουρδικών ομάδων.

Η ένταση της καταπίεσης συνέβαλε στη συγκρότηση αρμενικού επαναστατικού κινήματος με δύο βασικές οργανώσεις: τη Χιντσακιάν, που υποστήριζε την πλήρη ανεξαρτησία, και τη Ντασνακτσουτιούν, που προωθούσε την αυτονομία. Οι οργανώσεις αυτές στήριξαν την εξέγερση στο Ζεϊτούν το 1887, ενώ το 1890 πραγματοποιήθηκε διαδήλωση στην Κωνσταντινούπολη που κατέληξε σε βίαιη καταστολή. Ακολούθησαν ενέργειες αντίστασης στο Σασούν και εξεγέρσεις στη Γιοσκάτη και την Κεντρική Ανατολία το 1893.

Η καταστολή στο Σασούν το 1894 αποτέλεσε ένδειξη επιλογής βίαιης αντιμετώπισης του ζητήματος. Οι αρμενικοί πληθυσμοί της περιοχής, που αντιμετώπιζαν πιέσεις και επιβαρύνσεις, αντέδρασαν ένοπλα. Η αντίδραση των οθωμανικών αρχών υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή και συνοδεύτηκε από σφαγές, γεγονός που αποτυπώθηκε και στον ελληνικό Τύπο, όπου εκφράστηκαν ανησυχίες για πιθανή επέκταση των διώξεων.

Το 1895 στην Κωνσταντινούπολη οι αρμενικές διαδηλώσεις, ως αντίδραση στα γεγονότα του Σασούν, εξελίχθηκαν σε αιματηρά επεισόδια με δεκάδες θύματα. Δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν προετοιμασία του κινήματος και σύνδεση με το Αρμενικό Κομιτάτο του Λονδίνου, καθώς και επαφές με βουλγαρικούς κύκλους που επιδίωκαν ανάλογες εξελίξεις στη Μακεδονία.

Ο ελληνικός Τύπος κατέγραψε ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε εκτός των συγκρούσεων. Μετά τα γεγονότα του 1895 σημειώθηκαν εκτεταμένες σφαγές αρμενικών πληθυσμών σε πολλές περιοχές της Αυτοκρατορίας, από την Τραπεζούντα έως την Κιλικία, ενώ το ζήτημα έλαβε ευρεία διεθνή διάσταση.

Το 1896 η επίθεση στην Οθωμανική Τράπεζα στην Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε απάντηση του αρμενικού επαναστατικού κινήματος. Ακολούθησαν εκτεταμένα πογκρόμ στην πρωτεύουσα, με χιλιάδες θύματα. Οι εξελίξεις αυτές συνδέθηκαν με την ένταση που είχε δημιουργηθεί από την πολιτική της Υψηλής Πύλης.

Ο ελληνικός Τύπος προσέγγισε τις αρμενικές εξεγέρσεις ως ανάλογες με εκείνες του 1821, με το Αρμενικό Ζήτημα να βρίσκεται σε καθημερινή προβολή. Η επίδρασή του αποτυπώθηκε και στις ελληνικές πολιτικές θέσεις της εποχής, επηρεάζοντας την κοινωνική αντίληψη και συνδέοντας τις εξελίξεις με τα εθνικά συμφέροντα.

Την ίδια περίοδο η ελληνική διπλωματία ακολούθησε ήπια στάση στις σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποφεύγοντας εμπλοκή σε κρίσεις, σε μια συγκυρία όπου ελληνικοί πληθυσμοί της περιφέρειας συμμετείχαν σε εξεγέρσεις. Η επιλογή αυτή στόχευε στην προστασία των ελληνικών κοινοτήτων και αντανακλούσε το πνεύμα του ελληνο-οθωμανισμού που επικρατούσε σε κύκλους της εποχής, με τον βουλγαρικό παράγοντα να αξιολογείται ως σημαντικός.

Το 1897 σημειώθηκε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος με αφορμή την Κρητική Επανάσταση, γεγονός που εντάσσεται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου.

Η επιλογή της ειρηνικής συνύπαρξης αποσκοπούσε στην προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και απηχούσε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα του ελληνο-οθωμανισμού που κυριαρχούσε τότε στις οθωμανικές ελληνικές ελίτ, αλλά και σε σημαντικούς κύκλους του ελληνικού Βασιλείου, οι οποίοι είχαν ήδη προκρίνει τον βουλγαρικό κίνδυνο ως σημαντικότερο. Bέβαια, τo 1897 προέκυψε ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος ως απόρροια της Κρητικής Επανάστασης. Όμως, αυτή η πολεμική σελίδα μπορεί να θεωρηθεί ως παρέκβαση της πολιτικής καλής γειτονίας που είχαν υιοθετήσει οι ελληνικές ελίτ.