14 Ιουλίου 2026

13η σύνταξη: Κοινωνική ανάγκη ή κυβερνητική κινδυνολογία;

Η συζήτηση για τη 13η σύνταξη επιστρέφει στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, με φόντο 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους που είδαν τις αποδοχές τους να μειώνονται δραματικά τα τελευταία 16 χρόνια και εξακολουθούν να χάνουν αγοραστική δύναμη, καθώς οι αυξήσεις παραμένουν χαμηλότερες από τον πληθωρισμό.

Το ερώτημα που τίθεται πολιτικά είναι σαφές: μπορεί να δοθεί ουσιαστική ενίσχυση στους συνταξιούχους ή κάθε παρέμβαση βαφτίζεται αυτομάτως «δημοσιονομικός εκτροχιασμός»; Η απάντηση εξαρτάται από τα πραγματικά στοιχεία και όχι από την επικοινωνιακή κινδυνολογία που επιστρατεύεται κάθε φορά που ανοίγει συζήτηση για μόνιμη κοινωνική στήριξη.

Οι συνταξιούχοι έχουν μετατραπεί σε κρίσιμο πολιτικό ακροατήριο. Έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα από το 2010 και μετά, ενώ παραμένουν από τις πιο συνεπείς ομάδες συμμετοχής στις εκλογές. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τις συντάξεις δεν είναι μόνο κοινωνική. Είναι και βαθιά πολιτική.

Το ΠΑΣΟΚ άνοιξε τον κύκλο των προτάσεων, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να εισηγείται τη χορήγηση 13ης σύνταξης σε όλους τους συνταξιούχους, σε δύο φάσεις: η πρώτη κατά το πρώτο έτος διακυβέρνησης και η δεύτερη κατά το τρίτο, ώστε η εφαρμογή να γίνει σταδιακά και με δημοσιονομική πρόβλεψη.

Η αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν άμεση. Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για κόστος 2,5 δισ. ευρώ και επανέφερε τη γνωστή κυβερνητική κατηγορία περί λαϊκισμού. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα των συντάξεων τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να κλείνει με συνθήματα.

Οι απώλειες των συνταξιούχων και οι αυξήσεις κάτω από τον πληθωρισμό

Μετά τις απώλειες της περιόδου 2010-2019, που υπολογίζονται στο 35% έως 40%, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν έδωσε αυξήσεις στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής της, από το 2019 έως το 2022.

Την περίοδο 2023-2026 οι σωρευτικές αυξήσεις στις κύριες συντάξεις έφτασαν στο 16,4%, ενώ ο επίσημος πληθωρισμός κινήθηκε στο 19,8%. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και μέσα στην περίοδο των ονομαστικών αυξήσεων, οι συνταξιούχοι συνέχισαν να καταγράφουν πραγματικές απώλειες στο διαθέσιμο εισόδημά τους.

Το πρόβλημα έχει θεσμική βάση. Με βάση τον νόμο Βρούτση 4670/2020, οι αναπροσαρμογές στις συντάξεις υπολογίζονται κατά 50% από τον πληθωρισμό της προηγούμενης χρονιάς και κατά 50% από την αύξηση του ΑΕΠ. Για το 2027, με εκτιμώμενο πληθωρισμό περίπου 3,6%, η συνταξιοδοτική αύξηση υπολογίζεται κοντά στο 2,6%.

Με απλά λόγια, οι συνταξιούχοι δεν λαμβάνουν ούτε καν πλήρη κάλυψη του επίσημου πληθωρισμού. Το μοντέλο οδηγεί σε μόνιμη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης, αφού οι αυξήσεις ακολουθούν μερικώς και καθυστερημένα την πραγματική αύξηση του κόστους ζωής.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο βαριά όταν υπολογιστεί η συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη. Οι μέσες αυξήσεις της περιόδου 2022-2026 κινούνται κοντά στο 10%, όταν ο πληθωρισμός πλησίασε το 20%. Αυτό συμβαίνει επειδή οι ονομαστικές αυξήσεις δόθηκαν μόνο στις κύριες συντάξεις, ενώ εξαιρέθηκαν οι επικουρικές.

Παράλληλα, όσοι είχαν προσωπική διαφορά δεν έλαβαν ολόκληρη την αύξηση, ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι αποδοχές τους παρέμειναν ουσιαστικά παγωμένες. Για το 2026, η συνολική δαπάνη για αυξήσεις υπολογίζεται στα 475 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 1,4% επί του συνολικού κονδυλίου των 34 δισ. ευρώ για τις συντάξεις.

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ και η κυβερνητική αντίφαση

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΠΑΣΟΚ προτείνει τη χορήγηση της 13ης σύνταξης σε δύο στάδια. Την πρώτη χρονιά το καθαρό κόστος υπολογίζεται στα 420 εκατ. ευρώ, καθώς η μισή κύρια σύνταξη για 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους κοστίζει 1,2 δισ. ευρώ μεικτά.

Από αυτό το ποσό αφαιρείται περίπου 25%, που επιστρέφει στο κράτος μέσω κρατήσεων, εισφορών υγείας, φόρου και Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Το καθαρό κόστος περιορίζεται έτσι στα 900 εκατ. ευρώ, ενώ ήδη δαπανώνται 540 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση των 300 ευρώ που προβλέπεται για τον Νοέμβριο.

Κατά το τρίτο έτος διακυβέρνησης, το κόστος της δεύτερης φάσης εκτιμάται κοντά στα 900 εκατ. ευρώ, δηλαδή στο καθαρό ποσό που αντιστοιχεί στη μισή σύνταξη μετά τις κρατήσεις.

Το Μέγαρο Μαξίμου απορρίπτει την πρόταση ως λαϊκιστική. Την ίδια ώρα, όμως, σχεδιάζει να εξαγγείλει στη ΔΕΘ τη χορήγηση μίας εθνικής σύνταξης, ύψους 402 έως 446 ευρώ, σε κάθε συνταξιούχο. Αν η παροχή αυτή δεν συνυπολογίσει το ήδη εξαγγελθέν επίδομα των 300 ευρώ, το κόστος της μπορεί να υπερβεί το 1,1 δισ. ευρώ από την πρώτη κιόλας χρονιά.

Εδώ αναδεικνύεται η κυβερνητική αντίφαση. Όταν η πρόταση έρχεται από την αντιπολίτευση, παρουσιάζεται ως απειλή για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Όταν το ίδιο πολιτικό πεδίο αξιοποιείται από την κυβέρνηση ενόψει ΔΕΘ, βαφτίζεται υπεύθυνη κοινωνική πολιτική.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης υπενθύμισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε κάνει το 2019 εξαγγελίες που δεν υλοποίησε. Είχε μιλήσει για οριζόντια μείωση του ΦΠΑ και για κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου, χωρίς να προχωρήσει σε αυτές τις δεσμεύσεις όπως είχαν παρουσιαστεί προεκλογικά.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναφέρθηκε και στο ζήτημα των Βαρέων και Ανθυγιεινών για τους υγειονομικούς, επισημαίνοντας ότι η πρόταση κατατέθηκε επανειλημμένα από το κόμμα του και απορρίφθηκε πολλές φορές από την κυβέρνηση, μέχρι να αναγκαστεί τελικά να την υιοθετήσει υπό πίεση.

Η ουσία είναι ότι η 13η σύνταξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως επικοινωνιακό φόβητρο. Οι συνταξιούχοι έχουν υποστεί τεράστιες απώλειες, ενώ οι σημερινές αναπροσαρμογές δεν καλύπτουν την ακρίβεια. Η πραγματική πολιτική συζήτηση πρέπει να γίνει πάνω στα ποσά, στο κόστος, στις κρατήσεις, στα δημοσιονομικά περιθώρια και στο κοινωνικό αποτέλεσμα.

Η χώρα δεν καταστρέφεται όταν στηρίζει τους ανθρώπους που κράτησαν όρθια τα νοικοκυριά μέσα στις κρίσεις. Καταστρέφεται όταν η κοινωνική πολιτική μετατρέπεται σε εργαλείο προεκλογικής διαχείρισης και όταν η αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων συνταξιούχων συνεχίζει να μειώνεται πίσω από λογιστικές εξισώσεις.