8 Σεπτεμβρίου 2026

Η κυβέρνηση μετρά ποσοστά, οι εργαζόμενοι μετρούν 563 ευρώ – Αυτή είναι η «ανάπτυξη»

Η ανεργία στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει αισθητά τα τελευταία χρόνια, όμως πίσω από τον κεντρικό αριθμό που προβάλλεται ως απόδειξη ανάκαμψης της αγοράς εργασίας παραμένουν χαμηλοί μισθοί, εκατοντάδες χιλιάδες μακροχρόνια άνεργοι και ένα εξαιρετικά μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και στο μητρώο της ΔΥΠΑ.

Αυτή είναι η εικόνα που προκύπτει από μελέτη του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων του πρώην ΟΑΕΔ, η οποία επιχειρεί να εξετάσει όχι μόνο πόσοι χαρακτηρίζονται στατιστικά άνεργοι, αλλά και πόσοι άνθρωποι παραμένουν συνδεδεμένοι με τη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης, πόσο εύκολα επιστρέφουν σε σταθερή εργασία και με ποιους μισθούς απασχολούνται.

Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο αφορά τον Δεκέμβριο του 2025. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφε 354.904 ανέργους, ενώ στο μητρώο της ΔΥΠΑ υπήρχαν την ίδια περίοδο 915.889 εγγεγραμμένοι. Η διαφορά φθάνει τα 560.985 άτομα.

Οι δύο αριθμοί δεν μετρούν ακριβώς το ίδιο πράγμα και η απλή αντιπαραβολή τους δεν σημαίνει ότι υπάρχουν 560.985 «κρυφοί άνεργοι». Η ΕΛΣΤΑΤ χρησιμοποιεί τον στατιστικό ορισμό της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού, ενώ η ΔΥΠΑ τηρεί διοικητικό μητρώο εγγεγραμμένων. Η απόσταση όμως μεταξύ των δύο μετρήσεων έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να απαιτεί σοβαρή πολιτική και κοινωνική εξήγηση.

Το 2019 αντιστοιχούσαν 1,46 εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ για κάθε στατιστικά άνεργο. Το 2025 η αναλογία είχε ανέβει στο 2,58 προς 1. Παράλληλα, από τους 915.889 εγγεγραμμένους του Δεκεμβρίου, οι 417.534, δηλαδή το 45,6%, παρέμεναν στο μητρώο για τουλάχιστον έναν χρόνο.

Σε συγκριτική επεξεργασία του ΠΑΝΣΥΠΟ για 22 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απόκλιση στην Ελλάδα έφθασε το 158%, τη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν. Πρόκειται για μελέτη του συλλόγου και όχι για επίσημη συγκριτική κατάταξη της Eurostat, καθώς τα εθνικά διοικητικά μητρώα δεν λειτουργούν με ενιαία κριτήρια.

Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει: τι συμβαίνει με τις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που βρίσκονται στο μητρώο της ΔΥΠΑ χωρίς να εμφανίζονται την ίδια στιγμή στον επίσημο στατιστικό αριθμό της ανεργίας; Και κυρίως, πόσο αποτελεσματικός είναι ο μηχανισμός επανένταξής τους σε σταθερή και επαρκώς αμειβόμενη εργασία;

3,38 εκατ. προσλήψεις, αλλά και τεράστια κινητικότητα στην αγορά εργασίας

Μία πλευρά της απάντησης βρίσκεται στην εξαιρετικά μεγάλη κινητικότητα που χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά εργασίας. Το 2025 καταγράφηκαν 3.383.976 προσλήψεις, ενώ οι αποχωρήσεις κινήθηκαν επίσης πάνω από τα 3,3 εκατομμύρια.

Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι προσλήφθηκαν περισσότεροι από τρία εκατομμύρια διαφορετικοί εργαζόμενοι. Το ίδιο άτομο μπορεί να προσλαμβάνεται περισσότερες από μία φορές μέσα σε έναν χρόνο, ιδιαίτερα σε κλάδους με έντονη εποχικότητα, συμβάσεις ορισμένου χρόνου και συχνές μετακινήσεις προσωπικού.

Ο τουρισμός, η εστίαση, οι μικρές επιχειρήσεις και οι εποχικές δραστηριότητες δημιουργούν ένα μοντέλο όπου ένας εργαζόμενος μπορεί μέσα στην ίδια χρονιά να εργάζεται, να μένει για κάποιο διάστημα χωρίς δουλειά και στη συνέχεια να επαναπροσλαμβάνεται.

Η μεγάλη αυτή εναλλαγή αποκαλύπτει μια αγορά εργασίας με περισσότερες θέσεις από τα χρόνια της κρίσης, αλλά και με σημαντικό βαθμό αστάθειας. Οι χαμηλές αποδοχές οδηγούν επίσης εργαζομένους σε συχνότερες αλλαγές εργοδότη, στην αναζήτηση καλύτερου μισθού και ευνοϊκότερων συνθηκών.

Το σοβαρότερο πρόβλημα εντοπίζεται στους ανθρώπους που παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Το 2025 περίπου 235.500 άτομα ήταν άνεργα τουλάχιστον για έναν χρόνο, ενώ περίπου 155.000 παρέμεναν χωρίς εργασία για δύο χρόνια ή περισσότερο.

Οι μακροχρόνια άνεργοι αντιστοιχούσαν στο 55,8% του συνόλου των ανέργων, έναντι περίπου 31,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας στην Ελλάδα βρισκόταν στο 5%, όταν στην ΕΕ ήταν περίπου 1,9%.

Τα πρώτα δεδομένα του 2026 διατηρούν την πίεση. Στο πρώτο τρίμηνο καταγράφονταν περίπου 248.900 μακροχρόνια άνεργοι, εκ των οποίων 114.400 βρίσκονταν εκτός εργασίας για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η δυνατότητα επιστροφής στην απασχόληση. Η μελέτη επισημαίνει ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 36,3% όσων ήταν άνεργοι το 2024 πέρασαν σε εργασία το 2025. Για την Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν κάτω από 20%.

Εδώ αποκαλύπτεται η αδύναμη πλευρά μιας πολιτικής που επικεντρώνεται στον γενικό δείκτη ανεργίας. Η πραγματική επιτυχία δεν κρίνεται μόνο από το πόσο πέφτει ένα ποσοστό, αλλά από το πόσο γρήγορα μπορεί ο άνεργος να επιστρέψει σε σταθερή δουλειά και να παραμείνει σε αυτή.

Σχεδόν μία στις δύο προσλήψεις με μειωμένο χρόνο – Μισθός 563 ευρώ

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά την ποιότητα των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται. Από τις 3.383.976 προσλήψεις του 2025, οι 1.572.294 ή 46,46% αφορούσαν μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση. Σχεδόν μία στις δύο νέες συμβάσεις δεν ήταν πλήρους απασχόλησης.

Τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ κατέγραφαν παράλληλα 528.313 μισθωτούς με εβδομαδιαία απασχόληση έως 35 ώρες.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εμφανίζεται στις αποδοχές. Η μέση μικτή μηνιαία αμοιβή στη μερική απασχόληση βρισκόταν στα 563,30 ευρώ, έναντι 1.397,95 ευρώ για την πλήρη απασχόληση.

Ακόμη και η ίδια η επιλογή της μερικής εργασίας δεν είναι πάντοτε πραγματική επιλογή του εργαζομένου. Το 36,2% των μερικώς απασχολουμένων δήλωνε ότι εργάζεται με αυτό το καθεστώς επειδή δεν κατάφερε να βρει θέση πλήρους απασχόλησης. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 16,7%.

Με άλλα λόγια, για σημαντικό τμήμα των εργαζομένων η μερική απασχόληση δεν αποτελεί ευέλικτη επαγγελματική επιλογή. Αποτελεί τη λύση ανάγκης επειδή η αγορά δεν προσφέρει επαρκείς θέσεις πλήρους εργασίας.

Η μελέτη υπολογίζει ενδεικτικά ότι τα 563,30 ευρώ μικτά της μέσης μερικής απασχόλησης αντιστοιχούν περίπου σε 488 ευρώ μετά τις συνήθεις ασφαλιστικές εισφορές και πριν από ενδεχόμενη φορολογία. Το διαθέσιμο κατώφλι κινδύνου φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό χρησιμοποιείται ως σημείο σύγκρισης στα 585 ευρώ τον μήνα.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι κάθε μερικώς απασχολούμενος βρίσκεται αυτομάτως κάτω από το όριο φτώχειας, καθώς το συνολικό εισόδημα ενός νοικοκυριού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Δείχνει όμως με καθαρό τρόπο πόσο μικρό μπορεί να είναι το πραγματικό εισόδημα πίσω από την επίσημη ιδιότητα του «απασχολουμένου».

Το ίδιο πρόβλημα αποτυπώνεται και στη συζήτηση για τους μισθούς. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις των τελευταίων ετών και την άνοδο του κατώτατου μισθού, η ακρίβεια έχει αφαιρέσει σημαντικό μέρος της βελτίωσης της αγοραστικής δύναμης. Για έναν εργαζόμενο, άλλωστε, δεν έχει σημασία μόνο ο αριθμός που αναγράφεται στη μισθοδοσία, αλλά πόσο ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα και καθημερινές ανάγκες μπορεί πραγματικά να πληρώσει με αυτόν.

Η υποχώρηση της ανεργίας είναι πραγματική και αποτελεί θετική εξέλιξη. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε άλλοθι για να μένουν στο περιθώριο οι 915.889 εγγεγραμμένοι της ΔΥΠΑ, η επίμονη μακροχρόνια ανεργία, η χαμηλή μετάβαση από την ανεργία στη δουλειά και οι εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις μειωμένης απασχόλησης.

Το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση δεν είναι πλέον απλώς να μειώνει τον αριθμό των ανέργων στα στατιστικά δελτία. Είναι να δημιουργεί δουλειές που διαρκούν και μισθούς με τους οποίους ο εργαζόμενος μπορεί πραγματικά να ζήσει.