Μητσοτάκης–Σίσι: Η Τουρκία επιστρέφει στο Κάιρο και η Αθήνα δίνει μάχη για τα κεκτημένα
Με μια αποστολή που ξεπερνά κατά πολύ τον χαρακτήρα μιας τυπικής διμερούς επίσκεψης βρίσκεται σήμερα, Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Ελ Αλαμέιν. Απέναντί του θα βρεθεί ο Αιγύπτιος πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, σε μια συνάντηση που λειτουργεί ως κρίσιμο τεστ για τις ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα.
Το επίσημο πρόγραμμα προβλέπει στις 12:00 τη διμερή συνάντηση Μητσοτάκη–Σίσι, στις 13:30 την άτυπη τριμερή Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου με τη συμμετοχή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη και στις 14:30 κοινές δηλώσεις των τριών ηγετών.
Για την Αθήνα, το βασικό ζητούμενο είναι σαφές: να επιβεβαιωθεί ότι η στρατηγική σχέση Ελλάδας και Αιγύπτου παραμένει ισχυρή παρά τη θεαματική επαναπροσέγγιση Καΐρου και Άγκυρας.
Η Τουρκία έχει επενδύσει συστηματικά τα τελευταία χρόνια στην αποκατάσταση των σχέσεών της με την Αίγυπτο, αφήνοντας πίσω μια μακρά περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Η σχέση αυτή έχει πλέον αποκτήσει ουσιαστικό οικονομικό, διπλωματικό και αμυντικό περιεχόμενο, ενώ το Κάιρο ακολουθεί με συνέπεια μια πολιτική πολλαπλών ισορροπιών, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος.
Ακριβώς γι' αυτό το ελληνικό στοίχημα δεν μπορεί να είναι η απαίτηση από τον Σίσι να επιλέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν εκτός πραγματικότητας. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να διασφαλιστεί ότι η βελτίωση των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων δεν θα πραγματοποιηθεί εις βάρος των στρατηγικών κεκτημένων που Αθήνα και Κάιρο οικοδόμησαν την προηγούμενη δεκαετία.
Το διπλωματικό ενδιαφέρον ενισχύεται και από την επικοινωνία του Χακάν Φιντάν με τον Αιγύπτιο υπουργό Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελατί λίγο πριν από την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού. Οι δύο υπουργοί συζήτησαν την περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, την προετοιμασία της επόμενης συνάντησης του Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας Τουρκίας–Αιγύπτου, καθώς και τις εξελίξεις στη Λιβύη, στο Ιράν και στο Παλαιστινιακό.
Η χρονική συγκυρία δεν περνά απαρατήρητη. Το Κάιρο στέλνει το μήνυμα ότι συνομιλεί παράλληλα με Αθήνα και Άγκυρα και ότι δεν προτίθεται να λειτουργήσει ως αποκλειστικός σύμμαχος κανενός.
ΑΟΖ, Τουρκία και η μεγάλη δοκιμασία για την ελληνική διπλωματία
Στην κορυφή της ελληνικής ατζέντας βρίσκονται αναπόφευκτα οι θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 για τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ παραμένει ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά κεκτημένα της Αθήνας.
Η συμφωνία υπεγράφη σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επιχειρούσε να εδραιώσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και αποτέλεσε την ελληνική απάντηση στην προσπάθεια δημιουργίας διαφορετικών δεδομένων στην περιοχή. Η Αθήνα θεωρεί καθοριστική τη διατήρηση της αιγυπτιακής προσήλωσης στο συγκεκριμένο πλαίσιο και στην αρχή ότι οι θαλάσσιες οριοθετήσεις προκύπτουν μέσα από συμφωνίες στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Εδώ βρίσκεται και η πιο ευαίσθητη πλευρά της σημερινής συνάντησης. Η Τουρκία επιδιώκει όλο και στενότερη συνεργασία με την Αίγυπτο και δεν έχει εγκαταλείψει τις δικές της επιδιώξεις για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου.
Η ελληνική κυβέρνηση θέλει επομένως να διαπιστώσει ότι η τουρκοαιγυπτιακή προσέγγιση δεν ανοίγει κανένα παράθυρο αναθεώρησης ή αμφισβήτησης των συμφωνηθέντων του 2020. Δεν αναμένεται κατ' ανάγκην κάποια θεαματική νέα συμφωνία για επέκταση της οριοθέτησης προς Ανατολάς. Σε αυτή τη φάση ακόμη και η σαφής επαναβεβαίωση του υπάρχοντος πλαισίου αποτελεί σημαντικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει ταυτόχρονα και το δύσκολο περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται η ελληνική εξωτερική πολιτική. Η Αθήνα είχε επενδύσει επί χρόνια στον άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου ως αντίβαρο στον τουρκικό αναθεωρητισμό. Σήμερα καλείται να διατηρήσει αυτό το πλεονέκτημα σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα έχει επιστρέψει δυναμικά στο Κάιρο.
Στη συζήτηση μπαίνουν και οι νέες περιφερειακές ισορροπίες μετά τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Το νέο σχήμα προβλέπει ισχυρότερους μηχανισμούς στρατιωτικού και πολιτικού συντονισμού, με λογική συλλογικής άμυνας.
Η Αίγυπτος δεν συμμετέχει στη συγκεκριμένη αμυντική συμφωνία. Συμμετέχει όμως στο τετραμερές σχήμα R4 μαζί με Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν, μέσα από το οποίο οι τέσσερις χώρες συντονίζονται για ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Το Κάιρο δεν έχει ενταχθεί στο νέο στρατιωτικό μπλοκ, όμως βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τις χώρες που το συγκροτούν. Η αιγυπτιακή στρατηγική δείχνει ξεκάθαρα ότι ο Σίσι επιδιώκει να κρατά ανοιχτές όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές.
Η σημερινή τριμερής με τον Νίκο Χριστοδουλίδη έχει επομένως πρόσθετη πολιτική σημασία. Αθήνα και Λευκωσία θέλουν να αποδείξουν ότι η συνεργασία με το Κάιρο εξακολουθεί να διαθέτει βάθος, συνέχεια και συγκεκριμένο στρατηγικό περιεχόμενο.
Η κοινή παρουσία των τριών ηγετών στο Ελ Αλαμέιν στέλνει μήνυμα ότι η τριμερής δεν αποτελεί συγκυριακή σύμπραξη που δημιουργήθηκε μόνο λόγω των προβλημάτων με την Τουρκία. Η πραγματική αξιοπιστία αυτού του μηνύματος θα κριθεί, βέβαια, από τα έργα και τις συμφωνίες που θα συνεχίσουν να συνδέουν τις τρεις χώρες.
GREGY, Λιβύη, μεταναστευτικό και η ανοιχτή πληγή του Σινά
Ένα από τα σημαντικότερα συγκεκριμένα έργα αυτής της σχέσης είναι το GREGY Interconnector, η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Αιγύπτου.
Το έργο προβλέπει υποθαλάσσιο καλώδιο μήκους περίπου 950 χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς έως 3.000 MW ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως από ανανεώσιμες πηγές. Έχει ενταχθεί στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό και στο Global Gateway, γεγονός που του προσδίδει σημασία πολύ μεγαλύτερη από μια απλή διμερή ενεργειακή επένδυση.
Εάν υλοποιηθεί, θα δημιουργήσει απευθείας ενεργειακή διαδρομή από τη Βόρεια Αφρική προς την Ελλάδα και στη συνέχεια προς την ευρωπαϊκή αγορά. Για την Αθήνα σημαίνει ενίσχυση του ρόλου της ως ενεργειακής πύλης. Για την Αίγυπτο δημιουργεί δυνατότητα μεγάλης κλίμακας εξαγωγής πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας προς την Ευρώπη.
Το κρίσιμο σημείο πλέον είναι η μετάβαση από τη γεωπολιτική εξαγγελία στην υλοποίηση. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι γεμάτη από μεγάλα ενεργειακά σχέδια που συζητούνται επί χρόνια χωρίς να φθάνουν πάντοτε στο στάδιο κατασκευής. Για να αποκτήσει πραγματική αξία ο GREGY, χρειάζονται χρηματοδότηση, τεχνική ωρίμανση και δεσμευτικές συμφωνίες αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο τραπέζι βρίσκεται και η Λιβύη, όπου Ελλάδα και Αίγυπτος έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις. Η τουρκική παρουσία στη χώρα, τα μνημόνια της Άγκυρας με την Τρίπολη και η παρατεταμένη πολιτική διαίρεση της Λιβύης συνδέονται άμεσα με τις ελληνικές και αιγυπτιακές ανησυχίες.
Αθήνα και Κάιρο εξακολουθούν να υποστηρίζουν πολιτική λύση υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Για την Ελλάδα όμως το θέμα έχει πλέον και έντονη μεταναστευτική διάσταση, καθώς οι διαδρομές από τη Βόρεια Αφρική προς την Κρήτη έχουν μετατραπεί σε πρόσθετο σημείο πίεσης.
Η Αίγυπτος αποτελεί καθοριστικό εταίρο όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς είναι ταυτόχρονα χώρα προέλευσης, διέλευσης και φιλοξενίας μεγάλου αριθμού μεταναστών και προσφύγων. Η Αθήνα έχει υποστηρίξει ενεργά την ενίσχυση της ευρωαιγυπτιακής συνεργασίας και θεωρεί ότι η σταθερότητα της Αιγύπτου αποτελεί άμεσο ευρωπαϊκό συμφέρον.
Υπάρχει ωστόσο και ένα κεφάλαιο που εξακολουθεί να σκιάζει τις κατά τα άλλα στενές σχέσεις: η Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει ένα σαφές και νομικά ασφαλές πλαίσιο που θα κατοχυρώνει τον λατρευτικό χαρακτήρα της Μονής, την απρόσκοπτη παρουσία της μοναστικής κοινότητας και τη διαχείριση των περιουσιακών και γαιοκτητικών ζητημάτων που έχουν δημιουργήσει ένταση.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει μιλήσει για προκαταρκτική κατανόηση Αθήνας και Καΐρου, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι καθοριστικός είναι και ο λόγος της ίδιας της μοναστικής κοινότητας. Η υπόθεση παραμένει σύνθετη και συνδέεται με ζητήματα ιδιοκτησίας, χρήσης γης και νομικής προσωπικότητας.
Γι' αυτό και δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ζήτημα που θα λυθεί με μια πολιτική φωτογραφία ή μια γενική δήλωση καλών προθέσεων. Η κυβέρνηση θα κριθεί εδώ από το τελικό νομικό αποτέλεσμα και όχι από τις διαβεβαιώσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα του Ελ Αλαμέιν είναι τελικά πολύ συγκεκριμένο. Η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει την Αίγυπτο ως στρατηγικό εταίρο την ώρα που η Τουρκία επιστρέφει δυναμικά στην αιγυπτιακή εξωτερική πολιτική.
Το Κάιρο δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την πολιτική των πολλαπλών συνεργασιών. Δεν υπάρχει σοβαρή ένδειξη ότι ο Σίσι επιθυμεί να μετατρέψει τη σχέση του με την Ελλάδα σε εργαλείο αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Ούτε όμως υπάρχει λόγος η Αθήνα να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα οποιαδήποτε εξέλιξη θα έθετε σε αμφισβήτηση τα ελληνικά κεκτημένα.
Το ελληνικό στοίχημα είναι τριπλό: να παραμείνει ακλόνητη η συμφωνία των θαλάσσιων ζωνών του 2020, να διατηρηθεί ζωντανός ο άξονας Αθήνας–Λευκωσίας–Καΐρου και να μετατραπεί η στρατηγική σχέση σε πραγματικά έργα, με πρώτο μεγάλο τεστ τον GREGY.
Εάν αυτά επιβεβαιωθούν σήμερα, το ταξίδι Μητσοτάκη μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα ακόμη και χωρίς θεαματικές υπογραφές. Εάν όμως η επίσκεψη περιοριστεί σε γενικές διακηρύξεις φιλίας, ενώ η Άγκυρα συνεχίζει να κερδίζει έδαφος στο Κάιρο, τότε η κυβέρνηση θα έχει κάθε λόγο να προβληματιστεί.
Στη σημερινή Ανατολική Μεσόγειο η διπλωματική επιτυχία δεν μετριέται μόνο από τις νέες συμμαχίες που δημιουργούνται. Μετριέται και από το αν μπορείς να κρατήσεις τους στρατηγικούς σου εταίρους όταν οι ανταγωνιστές σου επιστρέφουν στο ίδιο τραπέζι με όλο και περισσότερα ανταλλάγματα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Telegraph: Άκομψη και ύπουλη η στάση των απεσταλμένων του Τραμπ
Πρόγραμμα 2,2 δισ. για το 2027 ανακοίνωσε ο Μαρκόπουλος
ΠΑΣΥΝΟ κατά κυβέρνησης: «Τα κτίρια δεν νοσηλεύουν» – ΕΣΥ χωρίς προσωπικό