Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΥΛΛΟΣ

21 Αυγούστου 2025

45 τρισεκατομμύρια λόγοι για την κρίση ΗΠΑ – Βενεζουέλας

Στις 3 Φεβρουαρίου 2025, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε το πρώτο βήμα για μια τομή που φιλοδοξεί να αλλάξει την ίδια τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στην παγκόσμια οικονομία. Υπέγραψε την εντολή για τη δημιουργία ενός Εθνικού Ταμείου Πλούτου των ΗΠΑ, ενός sovereign wealth fund που θα πρέπει να σχεδιαστεί, να συσταθεί και να αποκτήσει κανόνες λειτουργίας μέσα σε 90 ημέρες. Δεν πρόκειται για μια απλή λογιστική ή επενδυτική κίνηση. Η αμερικανική κυβέρνηση σχεδιάζει να θέσει ως ενέχυρο ένα τεράστιο εύρος εγχώριων φυσικών πόρων συνολικής αξίας 45 τρισ. δολαρίων, ενώ το ταμείο θα τροφοδοτείται και από τις προσόδους που θα προκύπτουν από την αξιοποίηση φυσικών πόρων σε τρίτες χώρες μέσω πολυεθνικών εταιρειών. Στην πραγματικότητα, αυτό που χτίζεται είναι το θεμέλιο μιας στρατηγικής που συνδέει τη δημοσιονομική σταθερότητα με τη γεωπολιτική ισχύ, και που έχει στον πυρήνα της την αναζωογόνηση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος.

Η επιλογή δεν είναι τυχαία ούτε συγκυριακή. Η κατάσταση στην Ουκρανία και η αναδιάταξη της ενεργειακής σκακιέρας μετά την εισβολή της Ρωσίας έχουν καταστήσει σαφές ότι ο επόμενος μεγάλος κόμβος της αμερικανικής στρατηγικής θα είναι η Βενεζουέλα. Η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον ότι για να διατηρήσει τον έλεγχο του διεθνούς νομισματικού συστήματος, χρειάζεται να διασφαλίσει την επάρκεια και τη ροή πρώτων υλών, ώστε να μπορέσει να περάσει χωρίς κραδασμούς στη μετάβαση που όλοι προεξοφλούν: από την πετροχημική οικονομία στο τέταρτο ενεργειακό παράδειγμα, την εποχή της πυρηνικής ενέργειας, των σπάνιων γαιών, των data centers και της ψηφιακής ισχύος.

Το μοντέλο του sovereign wealth fund δεν είναι νέο στην παγκόσμια ιστορία. Ακόμη και στην αρχαιότητα βρίσκουμε ένα πρώιμο παράδειγμα. Το 483 π.Χ., όταν ανακαλύφθηκαν τα κοιτάσματα αργύρου στη Λαυρεωτική, η αρχική πρόθεση ήταν να διανεμηθεί το κέρδος ισομερώς σε όλους τους πολίτες της Αθήνας, με τη μορφή ενός είδους κοινωνικού μερίσματος. Ήταν η πρόταση του Θεμιστοκλή που μετέβαλε αυτή την κατεύθυνση, προτείνοντας αντί για τις 10 δραχμές σε κάθε πολίτη, τα 100 τάλαντα της εκτιμώμενης αξίας της φλέβας να επενδυθούν στη δημιουργία ενός πανίσχυρου στόλου. Το σχήμα ήταν απλό και μεγαλοφυές: το κεφάλαιο κατανεμήθηκε σε 100 τίτλους, κάθε τίτλος παραχωρήθηκε σε εύπορους πολίτες που είχαν την τεχνογνωσία και τη δυνατότητα να ναυπηγήσουν πλοία για λογαριασμό της πόλης, και έτσι γεννήθηκε η θαλάσσια ισχύς της Αθήνας. Αυτός ο αρχέτυπος μηχανισμός δείχνει πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν ανέκαθεν η διαχείριση του πλούτου με την εθνική στρατηγική.

Σήμερα στον κόσμο λειτουργούν περίπου 80 εθνικά ταμεία πλούτου, που διαχειρίζονται συνολικά κεφάλαια 13 τρισ. δολαρίων, δηλαδή περίπου το 12% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το πιο γνωστό είναι το νορβηγικό Government Pension Fund Global, που ιδρύθηκε το 1990 και τροφοδοτήθηκε από το πετρέλαιο το 1996. Η αξία του φθάνει τα 1,83 τρισ. δολάρια, αντιστοιχώντας σε περίπου 400.000 ευρώ για κάθε Νορβηγό πολίτη. Το νορβηγικό ταμείο επενδύει 70-75% σε μετοχές, 20-25% σε αξιόπιστα ομόλογα και 1-2% σε καινοτόμες τεχνολογίες. Είναι ένα πρότυπο διαχείρισης φυσικών πόρων με στόχο τη διαγενεακή δικαιοσύνη και τη σταθερότητα του κράτους πρόνοιας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όμως δεν μπορούν να αντιγράψουν απλώς το νορβηγικό μοντέλο. Οι υδρογονάνθρακες δεν επαρκούν για μια βιώσιμη στρατηγική. Με τους σημερινούς ρυθμούς παραγωγής, τα αποθέματα πετρελαίου τους φθάνουν για 12 χρόνια και του φυσικού αερίου για 14. Αυτό σημαίνει ότι η φαινομενική ενεργειακή υπεροχή τους είναι εξαιρετικά εύθραυστη και αδύνατο να υποστηριχθεί μακροπρόθεσμα. Η αύξηση της παραγωγής για να καλυφθεί η διεθνής ζήτηση γίνεται ακόμη δυσκολότερη, καθώς δεν έχει ανακοινωθεί κανένα νέο πρόγραμμα ερευνών που θα μπορούσε να αποδώσει έγκαιρα. Έτσι, ενώ οι ΗΠΑ διαθέτουν φυσικούς πόρους αξίας 45 τρισ. δολαρίων, βρίσκονται δεύτερες μετά τη Ρωσία, η οποία μετρά 75 τρισ. δολάρια αν συνυπολογιστούν και οι πόροι της Αρκτικής.

Με την κίνηση αυτή, η Ουάσιγκτον στοχεύει σε τρία πράγματα. Πρώτον, να μειώσει την εξάρτηση του δολαρίου από τους υδρογονάνθρακες της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, να διαφοροποιήσει τα έσοδα και να τα διοχετεύσει στη δημοσιονομική της σταθερότητα. Και τρίτον, να ενισχύσει το δολάριο ως αποθεματικό νόμισμα διεθνών πληρωμών, αποκτώντας τη δυνατότητα να ελέγχει την τιμή του μέσω της ρύθμισης της προσφοράς, απέναντι σε δυνητικές πιέσεις του ΟΠΕΚ.

Εδώ μπαίνει στο επίκεντρο η Βενεζουέλα. Στις 7 Αυγούστου 2025, οι ΗΠΑ αύξησαν την επικήρυξη για τον Νικολάς Μαδούρο στα 50 εκατομμύρια δολάρια. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Τραμπ διέταξε την ανάπτυξη μιας αμφίβιας αρμάδας στα ανοιχτά της χώρας, που περιελάμβανε τρία πυραυλοφόρα αντιτορπιλικά, ισάριθμα ελικοπτεροφόρα αποβατικά και δύναμη 2.200-4.000 πεζοναυτών. Το Καράκας απάντησε με κινητοποίηση 4,5 εκατομμυρίων Εθνοφυλάκων. Η εικόνα θυμίζει περισσότερο σκηνικό ανοιχτής αντιπαράθεσης παρά μια απλή διπλωματική πίεση.

Ο λόγος είναι απλός. Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου το 18% των διεθνών αποθεμάτων πετρελαίου, αλλά λόγω έλλειψης επενδύσεων και τεχνογνωσίας καλύπτει μόλις το 1% της διεθνούς παραγωγής. Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ κατέχουν το 17% της διεθνούς παραγωγής αλλά μόλις το 4% των αποθεμάτων. Ο συνδυασμός είναι προφανής: η Βενεζουέλα έχει τον φυσικό πόρο, οι ΗΠΑ έχουν την ικανότητα εξόρυξης, διύλισης και διεθνούς διανομής. Αν η Ουάσιγκτον θέλει να διακόψει τη ροή ρωσικών υδρογονανθράκων προς την Ευρώπη και να την υποκαταστήσει με δικούς της ελεγχόμενους πόρους, χρειάζεται να αποκτήσει πρόσβαση στα κοιτάσματα της Βενεζουέλας.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τον Απρίλιο του 2025 οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς 15% στη Βενεζουέλα και 25% σε χώρες που προμηθεύονται το πετρέλαιό της. Ούτε ότι η Chevron, η οποία καλύπτει το 25% της συνολικής παραγωγής της χώρας, φαίνεται να εξασφαλίζει παράταση της άδειας λειτουργίας της. Όλα αυτά δείχνουν μια συντονισμένη προσπάθεια να παγιωθεί η αμερικανική παρουσία στην αγορά πετρελαίου της Λατινικής Αμερικής.

Το βενεζουελάνικο πετρέλαιο είναι χαμηλής ποιότητας, με υψηλή περιεκτικότητα σε θείο και χαμηλό δείκτη API, γεγονός που αυξάνει το κόστος διύλισης. Αλλά μπροστά στα στρατηγικά οφέλη, αυτές οι τεχνικές δυσκολίες θεωρούνται δευτερεύουσες. Αυτό που μετρά είναι ότι η Βενεζουέλα πληροί όλα τα κριτήρια που αναζητά η Ουάσιγκτον: έχει άφθονα αποθέματα, δεν διαθέτει τεχνογνωσία για να τα εκμεταλλευθεί μόνη της, διαθέτει φθηνό και διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, έχει μια νομισματική αξία πλούτου που συγκαταλέγεται στις δέκα υψηλότερες του κόσμου, και βρίσκεται στον παραδοσιακό «ζωτικό χώρο» των ΗΠΑ, στη Λατινική Αμερική.

Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται το όραμα μιας μεταβατικής περιόδου 15-20 ετών. Η Αμερική θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο του πετρελαϊκού παραδείγματος μέχρι να μπορέσει να περάσει στο τέταρτο ενεργειακό παράδειγμα. Εκεί όπου η πυρηνική ενέργεια, οι σπάνιες γαίες, τα data centers και το ψηφιακό δολάριο θα καθορίσουν τη νέα παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Για να γίνει όμως αυτή η μετάβαση ομαλά, πρέπει πρώτα να παραμείνει σταθερή η πετροχημική διεθνής οικονομία.

Οι κυνικές αυτές πραγματικότητες είναι ένα μάθημα και για χώρες όπως η Ελλάδα. Η Αθήνα δυσκολεύεται ακόμη να πειστεί ότι ο γεωοικονομικός βραχίονας της χώρας δεν μπορεί να περιορίζεται στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά οφείλει να επεκτείνεται τουλάχιστον μέχρι το Κέρας της Αφρικής και σε όλη τη λεκάνη του Νείλου. Στον κόσμο που έρχεται, όποιος δεν σκέφτεται με όρους πρώτων υλών, ενέργειας και νομισματικής ισχύος, θα μείνει απλός θεατής των εξελίξεων.

Ετικέτες: