ΑΑΔΕ: Στο αρχείο χρέη 6 δισ. ευρώ
Στο ειδικό καθεστώς των ανεπίδεκτων είσπραξης οφειλών αναμένεται να καταχωρίσει η ΑΑΔΕ, έως το τέλος του έτους, ληξιπρόθεσμα χρέη ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ. Πρόκειται για οφειλές που κρίνονται πρακτικά αδύνατο να εισπραχθούν, καθώς συνδέονται κυρίως με πτωχευμένες επιχειρήσεις, φορολογούμενους που έχουν αποβιώσει και παλαιές υποθέσεις οι οποίες παραμένουν ανενεργές επί δεκαετίες.
Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις, οι έρευνες της φορολογικής διοίκησης δεν έχουν εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί το Δημόσιο. Με τη νέα καταχώριση, το συνολικό ποσό των χρεών που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 41,264 δισ. ευρώ.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 36% των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση, οι οποίες διαμορφώνονται στα 114,516 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η ΑΑΔΕ στη διαχείριση παλαιών, συσσωρευμένων και ουσιαστικά ανείσπρακτων χρεών.
Τι σημαίνει η ένταξη στα ανεπίδεκτα είσπραξης
Η καταχώριση μιας οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης δεν αποτελεί διαγραφή. Το χρέος εξακολουθεί να υφίσταται και παραμένει υπό παρακολούθηση από τη φορολογική διοίκηση.
Η βασική συνέπεια είναι ότι αναστέλλονται οι ενεργές διαδικασίες είσπραξης για διάστημα δέκα ετών, το οποίο υπολογίζεται από το τέλος του έτους κατά το οποίο η οφειλή καταχωρίζεται στα ειδικά βιβλία. Κατά την ίδια περίοδο, παγώνει και η παραγραφή της οφειλής.
Ο οφειλέτης, καθώς και τα συνυπόχρεα πρόσωπα, στερούνται τη δυνατότητα λήψης φορολογικής ενημερότητας. Αντί αυτής, μπορούν να λάβουν μόνο βεβαίωση οφειλής. Παράλληλα, προβλέπεται πλήρης δέσμευση τραπεζικών και επενδυτικών λογαριασμών, καθώς και του περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων.
Το Δημόσιο διατηρεί πλήρως το δικαίωμα επανενεργοποίησης των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης ή συμψηφισμών, εφόσον στο μέλλον εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία ή απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι τρίτων. Έτσι, η καταχώριση στα ανεπίδεκτα είσπραξης λειτουργεί ως ειδικό καθεστώς παρακολούθησης και όχι ως απαλλαγή από το χρέος.
Οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό
Η διαδικασία ένταξης μιας οφειλής στο ειδικό αυτό καθεστώς διαφοροποιείται ανάλογα με το ύψος της βασικής ληξιπρόθεσμης οφειλής. Σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, βασική προϋπόθεση είναι να έχουν προηγηθεί όλες οι προβλεπόμενες έρευνες για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων.
Πρέπει επίσης να έχει διαπιστωθεί αντικειμενική αδυναμία είσπραξης, ενώ στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται, απαιτείται να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Με τον τρόπο αυτόν, η φορολογική διοίκηση επιχειρεί να διαχωρίσει τα χρέη που μπορούν να εισπραχθούν από εκείνα που, με τα σημερινά δεδομένα, παραμένουν πρακτικά ανενεργά.
Ως ανεπίδεκτες είσπραξης μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμη και οφειλές για τις οποίες υπάρχουν κάποια περιουσιακά στοιχεία, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η συνολική αξία των ακινήτων και των λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5% της βασικής οφειλής και, σε κάθε περίπτωση, τις 100.000 ευρώ.
Παράλληλα, η αξία της κινητής περιουσίας δεν πρέπει να ξεπερνά τις 30.000 ευρώ και πρέπει να κρίνεται δυσανάλογα χαμηλή σε σχέση με το συνολικό ύψος του χρέους. Οι προϋποθέσεις αυτές δείχνουν ότι το ειδικό καθεστώς αφορά οφειλές για τις οποίες η δυνατότητα ουσιαστικής ανάκτησης από το Δημόσιο θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη.
Μετά την καταχώριση, οι οφειλές παραμένουν σε ειδική παρακολούθηση για δέκα χρόνια. Στο διάστημα αυτό δεν χορηγείται φορολογική ενημερότητα ούτε πιστοποιητικά που απαιτούνται για μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν η μεταβίβαση γίνεται με σκοπό την εξόφληση της οφειλής.
Η ΑΑΔΕ διατηρεί ανοιχτό τον φάκελο κάθε υπόθεσης. Αν στο μέλλον αποκαλυφθούν νέα περιουσιακά στοιχεία ή προκύψουν απαιτήσεις υπέρ του οφειλέτη, η φορολογική διοίκηση μπορεί να επανέλθει άμεσα και να διεκδικήσει την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.
Η καταχώριση των 6 δισ. ευρώ στα ανεπίδεκτα είσπραξης αποτυπώνει τη σκληρή πραγματικότητα των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο. Ένα μεγάλο μέρος των οφειλών παραμένει λογιστικά ενεργό, όμως η πραγματική δυνατότητα είσπραξης είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η φορολογική διοίκηση επιχειρεί έτσι να καθαρίσει την εικόνα των εισπράξιμων και μη εισπράξιμων χρεών, χωρίς να παραιτείται από το δικαίωμα αναζήτησής τους στο μέλλον.
Πιο Δημοφιλή
Πένθος για την Πόπη Τσαπανίδου
Πιο Πρόσφατα
G7: Ευρωπαίοι επιδιώκουν γεφύρωση χάσματος με Τραμπ
Ανεργία ΟΟΣΑ: Σταθερή στο 5% τον Απρίλιο 2026