Σε ασφυκτικό κλοιό ακρίβειας παραμένουν η ελληνική αγορά και τα νοικοκυριά, με τα στοιχεία της Eurostat για τον Απρίλιο του 2026 να επιβεβαιώνουν ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα κινείται με ρυθμό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Την ώρα που σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης οι ανατιμήσεις εμφανίζονται πιο συγκρατημένες, στην Ελλάδα οι τιμές καταναλωτή καταγράφουν νέα έξαρση, διαβρώνοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών και αναγκάζοντας χιλιάδες οικογένειες να περιορίζουν ακόμη και βασικές δαπάνες.
Τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν καθαρά το χάσμα ανάμεσα στην ελληνική πραγματικότητα και την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 4,6% τον Απρίλιο, επίπεδο σαφώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η Ελλάδα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Με βάση τα εγχώρια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο εθνικός δείκτης τιμών καταναλωτή ανέβηκε στο 5,4%, από 3,9% τον Μάρτιο. Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3%, ενώ στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφτασε στο 3,2%.
Η σύγκριση με άλλα κράτη-μέλη είναι αποκαλυπτική. Η Σουηδία κατέγραψε πληθωρισμό μόλις 0,5%, η Δανία 1,2% και η Τσεχία 2,1%, δείχνοντας ότι η άνοδος των τιμών μπορεί να ελεγχθεί όταν λειτουργούν αποτελεσματικά οι μηχανισμοί εποπτείας, ανταγωνισμού και προστασίας του εισοδήματος.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι σαφώς βαρύτερη. Παρότι 21 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είδαν αύξηση του πληθωρισμού τους, η ελληνική περίπτωση ξεχωρίζει για την ένταση και τη διάρκεια του κύματος ανατιμήσεων.
Καύσιμα και ενέργεια οδηγούν το ράλι τιμών
Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται στον κλάδο της ενέργειας και των καυσίμων, όπου οι αυξήσεις αποκτούν πλέον χαρακτήρα μόνιμης επιβάρυνσης για νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το πετρέλαιο θέρμανσης κατέγραψε ετήσια αύξηση 53,2%, ενώ τα λοιπά καύσιμα αυξήθηκαν κατά 42,4%. Το πετρέλαιο κίνησης σημείωσε άνοδο 32,4%, επιβαρύνοντας άμεσα τις μεταφορές, την παραγωγή και τελικά τις τελικές τιμές στην αγορά.
Παράλληλα, το φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 19,3%, η βενζίνη κατά 17,1% και ο ηλεκτρισμός κατά 14%. Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν γιατί το κόστος διαβίωσης παραμένει δυσβάστακτο, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί σταθεροποίησης της οικονομίας.
Στις μεταφορές, η συνολική επιβάρυνση έφτασε σχεδόν το 10% σε ετήσια βάση. Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η αύξηση στη μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο, όπου οι τιμές εκτινάχθηκαν κατά 18,6%, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις και τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ακριβαίνει το καθημερινό τραπέζι και η κατοικία
Η ακρίβεια δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Το καθημερινό τραπέζι γίνεται όλο και ακριβότερο, με τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά να καταγράφουν συνολική αύξηση 4,4%.
Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις στα βασικά είδη διατροφής εντοπίζονται στο μοσχάρι, με αύξηση 19,2%, στο αρνί και κατσίκι, με άνοδο 13,3%, καθώς και στη μαργαρίνη και τα φυτικά έλαια, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 11,6%.
Η πίεση στα νοικοκυριά εντείνεται και από την άνοδο των πάγιων εξόδων. Τα ενοίκια αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 7,6%, ενώ οι εργασίες επισκευής και συντήρησης κατοικιών κατέγραψαν άνοδο 7,3%. Πρόκειται για δαπάνες που δεν μπορούν εύκολα να περικοπούν και επιβαρύνουν ιδιαίτερα όσους ήδη κινούνται στα όρια της οικονομικής αντοχής.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι απολύτως ανησυχητική. Η Ελλάδα βρίσκεται ψηλά στη λίστα των ακριβών ευρωπαϊκών χωρών, με τους πολίτες να πληρώνουν βαρύτερο τίμημα για καύσιμα, ενέργεια, τρόφιμα και στέγαση. Το κύμα ανατιμήσεων δεν αποτελεί απλώς στατιστικό μέγεθος. Μεταφράζεται καθημερινά σε λιγότερα προϊόντα στο καλάθι, μεγαλύτερη πίεση στους μισθούς και βαθύτερη ανασφάλεια για την επόμενη ημέρα.
Πιο Δημοφιλή