Παυλόπουλος: «Δεν μπορούμε να παίζουμε με το Σύνταγμα» – Σκληρή κριτική στις προσχηματικές αναθεωρήσεις
Σκληρή κριτική στον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό σύστημα χειρίζεται τις συνταγματικές αναθεωρήσεις άσκησε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, παρεμβαίνοντας στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησής του με τον δημοσιογράφο Αντώνη Παπαγιαννίδη, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας διατύπωσε ευθεία προειδοποίηση για τον κίνδυνο εργαλειοποίησης του Συντάγματος, καταγγέλλοντας τις αναθεωρήσεις που υπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες ή επικοινωνιακούς εντυπωσιασμούς.
Ο Προκόπης Παυλόπουλος υπενθύμισε ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί μια συνταγματική αναθεώρηση για λόγους θεσμικού εντυπωσιασμού, όπως –κατά την εκτίμησή του– συμβαίνει σήμερα. Με τη φράση αυτή έθεσε ευθέως ζήτημα σοβαρότητας, συνέχειας και θεσμικής αυτοσυγκράτησης στη διαχείριση του ανώτατου νόμου της χώρας.
«Δεν μπορούμε να παίζουμε με το Σύνταγμα»
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν κατηγορηματικός απέναντι στις προσχηματικές αναθεωρήσεις, τονίζοντας ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικών ασκήσεων, κομματικών τακτικισμών ή επικοινωνιακών συμβολισμών.
Όπως υπογράμμισε, το Σύνταγμα, ως θεμελιώδης νόμος της έννομης τάξης, έχει θεσπιστεί για να εφαρμόζεται πλήρως και όχι για να τροποποιείται κάθε φορά που η πολιτική συγκυρία επιβάλλει κινήσεις εντυπωσιασμού. Η αναθεώρησή του, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι θεμιτή μόνο όταν συγκεκριμένες διατάξεις έχουν ξεπεραστεί από την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα ή όταν έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι δεν μπορούν πλέον να ανταποκριθούν στον ρυθμιστικό τους ρόλο.
Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε ότι το αυστηρό πλαίσιο του άρθρου 110 του Συντάγματος δεν είναι τυπική διαδικαστική πρόβλεψη, αλλά εγγύηση θεσμικής σοβαρότητας. Η συνταγματική αναθεώρηση, όπως ανέφερε, πρέπει να απαντά σε πραγματικές ανάγκες και να αποκαθιστά υπαρκτές κανονιστικές ανεπάρκειες, όχι να κατασκευάζει πολιτικά μηνύματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, άσκησε κριτική σε προηγούμενες αναθεωρήσεις, επισημαίνοντας ότι ορισμένες από αυτές απομακρύνθηκαν από τη λογική και το πνεύμα του άρθρου 110, αποκτώντας προσχηματικό χαρακτήρα.
Η αναθεώρηση του 1986 και ο πρωθυπουργοκεντρισμός
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αναθεώρηση του 1986, την οποία συνέδεσε με τη δραστική αποδυνάμωση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και την εμπέδωση ενός καθαρά πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος.
Κατά τον Προκόπη Παυλόπουλο, οι αρμοδιότητες που διέθετε μέχρι τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ήταν τυχαίες ή περιττές, αλλά συνδέονταν με τον συνολικό ρυθμιστικό του ρόλο μέσα στο πολίτευμα. Η συρρίκνωσή τους, όπως υποστήριξε, οφειλόταν σε πολιτική επιλογή της τότε κοινοβουλευτικά ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας, η οποία δεν ήθελε να αποδεχθεί καμία μορφή πολιτικής «συγκατοίκησης» με έναν μη εκτελεστικό, αλλά θεσμικά ισχυρό Πρόεδρο.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανάλυσή του, ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να καταστεί στην πράξη σε μεγάλο βαθμό ανενεργός, περιορισμένος σε έναν υποβαθμισμένο, διακοσμητικό και εθιμοτυπικό ρόλο. Η εξέλιξη αυτή, όπως σημείωσε, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την κυριαρχία του πρωθυπουργικού κέντρου στο πολιτειακό σύστημα.
Ανάλογη κριτική άσκησε και στην αναθεώρηση του 2019, με την οποία καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να αποφεύγεται η πρόκληση πρόωρων εκλογών. Ο πρώην Πρόεδρος υποστήριξε ότι η αλλαγή αυτή αποδυνάμωσε τη συναινετική βάση του θεσμού, επιτρέποντας πλέον την εκλογή Προέδρου ακόμη και από περιστασιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η άρνηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τόσο το 2009 όσο και το 2014, να συναινέσει στην εκλογή θεσμικά και πολιτικά επαρκών προσώπων στην Προεδρία της Δημοκρατίας συνέβαλε στη δημιουργία μιας σοβαρής παθογένειας: των μονοκομματικά προτεινόμενων και εκλεγόμενων Προέδρων. Μια τέτοια πρακτική, κατά τον ίδιο, υπονομεύει εξαρχής το θεσμικό και πολιτικό κύρος που απαιτείται για την άσκηση της αποστολής τους.
Ο κίνδυνος του «συνταγματικού εντυπωσιασμού»
Ο Προκόπης Παυλόπουλος στάθηκε εκτενώς και σε μια άλλη παθογένεια των αναθεωρητικών πρωτοβουλιών: την προσθήκη στο Σύνταγμα διατάξεων που δεν είναι πραγματικά αναγκαίες, επειδή το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο επαρκεί ήδη για τη ρύθμιση των σχετικών ζητημάτων.
Κατά την άποψή του, τέτοιες προσθήκες δεν ενισχύουν τη θεσμική πληρότητα του Συντάγματος, αλλά καλλιεργούν έναν επικίνδυνο «συνταγματικό εντυπωσιασμό». Ο πρώην Πρόεδρος εκτίμησε ότι ακόμη και πρόσφατες προτάσεις αναθεώρησης κινούνται, έστω εν μέρει, προς αυτή την κατεύθυνση.
Ως πρώτο παράδειγμα ανέφερε την πρόταση για ειδική συνταγματική ρύθμιση σχετικά με τη λειτουργία της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο κ. Παυλόπουλος υποστήριξε ότι οι ήδη ισχύουσες διατάξεις του Συντάγματος είναι επαρκείς, ιδίως οι γενικές ρήτρες για την προστασία της αξίας του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Ως δεύτερο παράδειγμα έφερε την πρόταση για ειδική διάταξη που θα αφορά τη δημοκρατική οργάνωση και δράση των πολιτικών κομμάτων. Αναγνώρισε ότι υπάρχουν κόμματα των οποίων η οργάνωση και η δράση απέχουν από την πλήρη εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εξήγησε, όμως, ότι αυτό δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά ενδεχομένως έναν πιο σύγχρονο και αποτελεσματικό εκτελεστικό νόμο, με συγκεκριμένες κυρώσεις.
Η ελληνική γλώσσα και οι γενικόλογες διακηρύξεις
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Προκόπης Παυλόπουλος άσκησε κριτική και στην πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της κρατικής μέριμνας υπέρ της Ελληνικής Γλώσσας, μέσω προσθήκης στο άρθρο 16 του Συντάγματος.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας σημείωσε ότι η προστασία, η καλλιέργεια και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας αποτελούν αυτονόητη υποχρέωση του κράτους απέναντι στους Έλληνες και τον Ελληνισμό. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι τι εμποδίζει σήμερα την κυβέρνηση να αναλάβει ολοκληρωμένη νομοθετική πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση με βάση το ισχύον Σύνταγμα.
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι μεγάλες θεσμικές τομές για τη γλώσσα, όπως η καθιέρωση της δημοτικής το 1976 και του μονοτονικού το 1982, έγιναν χωρίς ειδική συνταγματική πρόβλεψη. Κατά συνέπεια, η ανάγκη νέας διάταξης δεν προκύπτει από πραγματικό θεσμικό κενό.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η παρατήρησή του για τη χρήση του όρου «μέριμνα» στην προτεινόμενη διάταξη. Όπως εξήγησε, πρόκειται για γενικόλογη διατύπωση που δεν δημιουργεί ισχυρή και συγκεκριμένη κρατική υποχρέωση. Αντί για σαφή δέσμευση λήψης θετικών μέτρων, παράγει μια ατελή και αδύναμη συνταγματική διακήρυξη.
Ο κ. Παυλόπουλος κατέληξε ότι το Σύνταγμα δεν είναι χώρος νομικά αδόκιμων ή πολιτικά ανέξοδων συνθημάτων. Ως αυστηρός και κανονιστικά στιβαρός θεμελιώδης νόμος, πρέπει να στηρίζεται στο δεσμευτικό δέον και να αποφεύγει τις γενικόλογες εξαγγελίες που δεν παράγουν πραγματικές έννομες συνέπειες.
Η παρέμβασή του αποτελεί σαφή θεσμική προειδοποίηση προς το πολιτικό σύστημα: οι συνταγματικές αναθεωρήσεις δεν μπορούν να υπηρετούν την επικαιρότητα, τον εντυπωσιασμό ή την τακτική ευκολία. Οφείλουν να απαντούν σε πραγματικές ανάγκες, με σαφήνεια, θεσμική ωριμότητα και πλήρη σεβασμό στον χαρακτήρα του Συντάγματος ως θεμελίου της έννομης τάξης.
Πιο Δημοφιλή