EPPO: Θεσμική κρίση με την Αθήνα για τις ανακρίσεις βουλευτών και τις ευρωπαϊκές έρευνες
Νέο βαρύ παρασκήνιο γύρω από τη σύγκρουση της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποκαλύπτουν δημοσιεύματα της «Εφημερίδας των Συντακτών», καταγράφοντας μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Αθήνα και την EPPO της Λάουρα Κοβέσι.
Το κρίσιμο στοιχείο που ανατρέπει την κυβερνητική αφήγηση είναι ότι η Ευρωπαία Εισαγγελέας δεν αιφνιδιάστηκε από την τροπολογία Φλωρίδη, ούτε αντέδρασε εκ των υστέρων χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, είχε ήδη ενημερώσει την ελληνική πλευρά εβδομάδες πριν, αμέσως μετά τη συνάντησή της με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου.
Η πρώτη επιστολή της Κοβέσι φέρεται να εστάλη στις 24 Απριλίου 2026 και περιλάμβανε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις για τις διαδικασίες που αφορούν τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα. Η πρωτοβουλία αυτή, όπως αναφέρεται, ήταν συνέχεια της συμφωνίας που είχε υπάρξει στη συνάντηση με τον υπουργό Δικαιοσύνης, ώστε να παραμείνει ανοιχτός θεσμικός δίαυλος συνεργασίας.
Οι προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν
Παρά τη συγκεκριμένη προειδοποίηση, οι επισημάνσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως φέρονται να παραμερίστηκαν πλήρως κατά τη σύνταξη της τροπολογίας που κατατέθηκε αργά το βράδυ της Δευτέρας στη Βουλή. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που επικαλείται η εφημερίδα, η ελληνική πλευρά γνώριζε τις ενστάσεις της EPPO και παρ’ όλα αυτά προχώρησε σε ρύθμιση που δημιούργησε ευθεία θεσμική σύγκρουση.
Η εξέλιξη αυτή εκθέτει πολιτικά την κυβέρνηση, καθώς δείχνει ότι η παρέμβαση Κοβέσι δεν ήταν μια ξαφνική αντίδραση στις τελευταίες εξελίξεις. Ήταν η κατάληξη μιας διαδικασίας στην οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε εγκαίρως διατυπώσει τις ανησυχίες της και είχε ζητήσει συγκεκριμένες εγγυήσεις για την προστασία των αρμοδιοτήτων της.
Το γεγονός ότι η τροπολογία κατατέθηκε χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι παρατηρήσεις της EPPO εντείνει τα ερωτήματα για τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης. Η χρονική στιγμή, η διαδικασία του κατεπείγοντος και η απουσία ουσιαστικού διαλόγου δημιούργησαν εικόνα θεσμικής μεθόδευσης, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά υποθέσεις με έντονο πολιτικό αποτύπωμα.
Η δεύτερη επιστολή και η ευρωπαϊκή οργή
Η δεύτερη επιστολή της Λάουρα Κοβέσι εστάλη λίγες ώρες μετά την κατάθεση της τροπολογίας και, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, είχε ιδιαίτερα αυστηρό τόνο. Σε αυτήν αμφισβητείται ανοιχτά η συμβατότητα της νέας ρύθμισης με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με τον κανονισμό λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Στο επίκεντρο της ένστασης βρίσκεται η πρόβλεψη ότι η κύρια ανάκριση για κακουργηματικές πράξεις βουλευτών θα ανατίθεται αποκλειστικά σε εθνικό ανακριτή, χωρίς ρητή εξαίρεση για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO. Κατά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μια τέτοια διάταξη περιορίζει τον θεσμικό ρόλο των Ευρωπαίων εισαγγελέων και δημιουργεί ειδικό καθεστώς μεταχείρισης για πολιτικά πρόσωπα.
Η διατύπωση αυτή άνοιξε μείζον ζήτημα κράτους δικαίου. Σε υποθέσεις που αφορούν ευρωπαϊκούς πόρους, διαφθορά ή οικονομικά εγκλήματα εις βάρος των συμφερόντων της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες που δεν μπορούν να ακυρώνονται με εθνικές διατάξεις. Η παράκαμψη αυτής της αρχής θα σήμαινε, στην πράξη, ότι πολιτικά πρόσωπα θα απολάμβαναν διαφορετική διαδικαστική μεταχείριση από τους υπόλοιπους πολίτες.
Η ένταση της κρίσης αποτυπώνεται στη φράση που μεταφέρουν διπλωματικές πηγές: «Η εμπιστοσύνη στην Αθήνα έχει πια χαθεί». Πρόκειται για διατύπωση που δείχνει πως η υπόθεση έχει ξεπεράσει τα όρια μιας απλής νομοτεχνικής διαφωνίας και έχει μετατραπεί σε ζήτημα αξιοπιστίας της ελληνικής κυβέρνησης έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η κυβερνητική αναδίπλωση και οι ανοιχτές σκιές
Αρχικά, η κυβέρνηση επιχείρησε να υποβαθμίσει τις αντιδράσεις μέσω διαρροών, υποστηρίζοντας ότι η τροπολογία δεν επηρεάζει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η στάση αυτή κράτησε ελάχιστα. Λίγες ώρες αργότερα, ο υπουργός Δικαιοσύνης αναγκάστηκε να ανακοινώσει νομοτεχνική βελτίωση, ώστε να αποσαφηνιστεί ότι οι υποθέσεις αρμοδιότητας της EPPO εξαιρούνται από τη νέα ρύθμιση.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η αλλαγή αυτή δεν προέκυψε προληπτικά από θεσμική ευαισθησία της κυβέρνησης. Ήρθε μετά τη σκληρή παρέμβαση της Κοβέσι και την πίεση από τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο, οι οποίες κατέστησαν σαφές ότι η επίμαχη διάταξη δεν μπορούσε να περάσει χωρίς ευρωπαϊκή αντίδραση.
Η αναδίπλωση της κυβέρνησης επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα ήταν υπαρκτό. Αν η τροπολογία δεν επηρέαζε πράγματι την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δεν θα χρειαζόταν καμία διορθωτική παρέμβαση. Η νομοτεχνική βελτίωση λειτούργησε ως έμμεση παραδοχή ότι η αρχική διατύπωση δημιουργούσε κενό, ασάφεια ή δυνατότητα περιορισμού των ευρωπαϊκών εισαγγελικών αρμοδιοτήτων.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω των ανοιχτών ερευνών της EPPO στην Ελλάδα, με κορυφαίο παράδειγμα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Στις Βρυξέλλες υπάρχει έντονη ανησυχία ότι ανάλογες εθνικές ρυθμίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εμπόδιο στη διερεύνηση υποθέσεων που αγγίζουν πολιτικά πρόσωπα ή κρατικούς μηχανισμούς.
Η κατάθεση της τροπολογίας λίγες ώρες πριν από την ψήφισή της ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ευρωπαϊκή δυσπιστία. Η επιλογή αυτή περιόρισε κάθε δυνατότητα ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου και έδωσε την εικόνα μιας κυβέρνησης που επιχειρεί να νομοθετήσει κρίσιμες αλλαγές υπό συνθήκες αιφνιδιασμού.
Το ζήτημα πλέον δεν αφορά μόνο μια τεχνική διάταξη του υπουργείου Δικαιοσύνης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον ευρωπαϊκό έλεγχο, τη λογοδοσία και την ανεξαρτησία των εισαγγελικών ερευνών όταν αυτές πλησιάζουν ευαίσθητα πολιτικά πεδία. Η σύγκρουση με την Κοβέσι αφήνει βαριά θεσμική σκιά και ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο καχυποψίας ανάμεσα στην Αθήνα και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Μπακογιάννη: Ρωγμή εμπιστοσύνης από την Τουρκία