Ανοιχτή η Μόσχα σε έναν ισότιμο και αμοιβαία επωφελή διάλογο

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, η σύγκρουση εξακολουθεί να καθορίζει τη γεωπολιτική ατζέντα της Ευρώπης και να επηρεάζει βαθιά τις διεθνείς ισορροπίες. Σε αυτό το περιβάλλον παρατεταμένης αβεβαιότητας, ο Πρέσβης της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα, Αντρέι Μάλοφ, περιγράφει τη ρωσική οπτική για τον πόλεμο, τις προϋποθέσεις ειρήνης και το μέλλον της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, στέλνοντας ταυτόχρονα μήνυμα για τις σχέσεις με την Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Ρώσο διπλωμάτη, η Μόσχα θεωρεί ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από τις βαθύτερες αιτίες της, τις οποίες εντοπίζει στην επέκταση του ΝΑΤΟ και στην αδιαφορία, όπως υποστηρίζει, για τις ρωσικές ανησυχίες ασφαλείας. Επιμένει ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση οφείλει να λαμβάνει υπόψη «τις πραγματικότητες επί του εδάφους» και να στηρίζεται σε νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις. Η Μόσχα ζητεί, όπως αναφέρει, σαφή δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω διεύρυνση της Συμμαχίας προς Ανατολάς και ότι δεν θα αναπτυχθούν επιθετικά οπλικά συστήματα κοντά στα σύνορά της. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τονίζει, μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο, σταθερό σύστημα ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Κεντρικό στοιχείο της ρωσικής πρότασης αποτελεί η έννοια της «αδιαίρετης ασφάλειας». Κατά τη ρωσική θέση, κανένα κράτος δεν μπορεί να ενισχύει τη δική του ασφάλεια εις βάρος άλλου. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ιδέα της Μεγάλης Ευρασιατικής Εταιρικής Σχέσης, ενός ευρύτερου πλαισίου συνεργασίας που θα εκτείνεται από την Ευρώπη έως την Ασία, με έμφαση στην ισότητα, τον αμοιβαίο σεβασμό και την οικονομική διασύνδεση. Πρόκειται για μια πρόταση που, κατά τη Μόσχα, φιλοδοξεί να υπερβεί τις λογικές των μπλοκ και να αντικαταστήσει την αντιπαράθεση με μια νέα ισορροπία συμφερόντων.

Ο Αντρέι Μάλοφ υπογραμμίζει ότι η Ρωσία δηλώνει έτοιμη να ακούσει «εποικοδομητικές προτάσεις», εφόσον αυτές στηρίζονται στον ρεαλισμό και στη βούληση για αμοιβαία επωφελή λύση. Παράλληλα, αποδίδει στη Δύση ευθύνη για την παράταση της σύγκρουσης μέσω της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης προς το Κίεβο, υποστηρίζοντας ότι αυτή η πολιτική δυσχεραίνει την επίτευξη συμφωνίας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις σχέσεις Ρωσίας–Ελλάδας. Ο Ρώσος πρέσβης επισημαίνει τους ιστορικούς, πολιτισμικούς και θρησκευτικούς δεσμούς που συνδέουν τους δύο λαούς, χαρακτηρίζοντάς τους ως στέρεη βάση για μελλοντική επαναπροσέγγιση. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν επιβαρυνθεί από τις επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και νατοϊκών αποφάσεων. Παρά τις δυσκολίες, εκφράζει την ελπίδα ότι, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, ο διάλογος θα αποκατασταθεί σε ένα πνεύμα ισότητας και αμοιβαίου οφέλους.

Η ρωσική τοποθέτηση, όπως αποτυπώνεται στη συνέντευξη, συνδυάζει τη ρητορική περί διαλόγου με τη σαφή επιμονή σε στρατηγικές κόκκινες γραμμές. Σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή ασφάλεια επαναπροσδιορίζεται μέσα από πολεμικές και ενεργειακές ανακατατάξεις, η Μόσχα επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική της πρόταση για το μέλλον της ηπείρου. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι κατά πόσο οι αντιμαχόμενες πλευρές μπορούν να γεφυρώσουν το χάσμα αντιλήψεων και να μετατρέψουν τις δηλώσεις προθέσεων σε μια βιώσιμη πολιτική συμφωνία.