Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΕΝΟΒΕΦΑ

30 Ιουλίου 2025

Από το χάος στην υπόσχεση και πάλι στο χάος: Η Ελλάδα του 2015-2025 σε διαρκή δοκιμασία

Η περίοδος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που σημάδεψε την Ελλάδα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, συνοδεύτηκε από έντονο φόβο και ανασφάλεια. Οι πολίτες βίωναν καθημερινά εικόνες που θύμιζαν καταστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης: ουρές στα ΑΤΜ για την ανάληψη χρημάτων, ανησυχίες για την επάρκεια τροφίμων και τον κίνδυνο να βρεθούν εξαρτημένοι από διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια. Η εικόνα της χώρας ως «Σομαλία του Βορρά» δεν ήταν μακριά από το φαντασιακό των πολλών, ενώ τα περιστατικά εγκληματικότητας και η αίσθηση ανασφάλειας στους δρόμους δημιουργούσαν το έδαφος για κοινωνική ένταση.

Σε αυτό το κλίμα, η ελπίδα πολλών στράφηκε στην αλλαγή κυβέρνησης. Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη και η άνοδος της Νέας Δημοκρατίας το 2019 συνοδεύτηκαν από προσδοκίες για επιστροφή στην «κανονικότητα», για ανάκαμψη της οικονομίας, για αποκατάσταση της τάξης και για εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα.

Ένα από τα κεντρικά συνθήματα της νέας κυβέρνησης ήταν η «καθαρή» και «αξιοκρατική» δημόσια διοίκηση, με περιορισμό των μετακλητών υπαλλήλων και πάταξη του πελατειακού κράτους. Ωστόσο, στα επτά χρόνια που ακολούθησαν, τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο: σχεδόν 9.000 μετακλητοί υπάλληλοι έχουν διοριστεί με απευθείας εντολή, ένας αριθμός που υπερβαίνει κατά πολύ τον αντίστοιχο της προηγούμενης περιόδου. Αυτή η αύξηση μετακλητών υπαλλήλων δεν αποτελεί απλώς στατιστική, αλλά υποδηλώνει τη διαιώνιση και ενίσχυση του κομματικού κράτους, όπου διορισμοί και προνόμια δεν αποδίδονται πλέον με βάση τα προσόντα, αλλά με κριτήριο την πολιτική στήριξη και την κομματική «προσφορά».

Ταυτόχρονα, χιλιάδες νέοι και άνεργοι πτυχιούχοι προσπαθούν επίμονα να εισέλθουν στον δημόσιο τομέα μέσω ΑΣΕΠ, αντιμετωπίζοντας έναν άνισο ανταγωνισμό και την απογοήτευση της συστηματικής παράλειψης. Η δημόσια διοίκηση, που θα έπρεπε να είναι πυλώνας σταθερότητας και αξιοκρατίας, παραμένει βαριά φορτωμένη με «χειροκροτητές» και υπαλλήλους που πληρώνονται από το κράτος για να διατηρούν καθεστώς αδράνειας.

Το μεταναστευτικό ζήτημα αποτέλεσε από την αρχή μεγάλη πρόκληση για τη χώρα. Στην περίοδο ΣΥΡΙΖΑ, οι πολιτικές ανοίγματος και οι προσπάθειες για μια πολυπολιτισμική κοινωνία χωρίς σύνορα επιδεινώθηκαν από την ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών και προσφύγων, σε συνδυασμό με το κλείσιμο των δομών και την ελλιπή διαχείριση των ροών. Οι αριστερές αυτές πολιτικές βασίζονταν σε ιδεολογικές προσεγγίσεις, που ωστόσο δεν έλαβαν υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, καθώς και την αντίθεση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Η Νέα Δημοκρατία από την πλευρά της, προκειμένου να ανταποκριθεί στην κριτική, επέλεξε να στραφεί σε μια πολιτική νομιμοποίησης μεταναστών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μαζική χορήγηση εγγράφων διαμονής, ενώ ταυτόχρονα οι ροές παραμένουν σταθερές. Η συνεργασία με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, που συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται με ελάχιστο έλεγχο, επιτείνει τις αμφιβολίες για το πώς διαχειρίζεται η κυβέρνηση το πρόβλημα. Παρά τις αρχικές διακηρύξεις για σκληρή γραμμή, η κατάσταση θυμίζει περισσότερο μια ασαφή πολιτική ανοχής, που αφήνει πολλά περιθώρια εκμετάλλευσης και αταξίας.

Επιπλέον, οι πολιτικές που αφορούν τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και άλλων κοινωνικών ομάδων, καθώς και η υποστήριξη της «woke» ατζέντας, φαίνεται να απασχολούν και να διχάζουν την κοινωνία, με την κυβέρνηση να κάνει βήματα προς την κοινωνική αλλαγή, παρά τις εσωτερικές αντιδράσεις.

Στον τομέα της ασφάλειας, η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Ο περίφημος νόμος Παρασκευόπουλου επί ΣΥΡΙΖΑ, που απέσυρε από τις φυλακές μεγάλο αριθμό κρατουμένων για αποσυμφόρηση, έδωσε την αίσθηση ότι η εγκληματικότητα θα μπορούσε να αυξηθεί. Παρόμοια φαινόμενα όμως παρατηρούνται και σήμερα, όπου τα δικαστικά συστήματα δεν ανταποκρίνονται με επάρκεια, οι εγκληματίες αφήνονται συχνά ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους και η αίσθηση της ασφάλειας στους πολίτες είναι περιορισμένη.

Η Συμφωνία των Πρεσπών παραμένει ένα ακανθώδες ζήτημα. Η Νέα Δημοκρατία, αν και είχε δεσμευτεί προεκλογικά να την καταργήσει ή να την αναθεωρήσει, τελικά υλοποίησε πλήρως τις προβλέψεις της συμφωνίας. Η στάση αυτή δεν κατάφερε να αναβαθμίσει τη θέση της Ελλάδας διεθνώς. Αντίθετα, η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις από την Τουρκία, τη Λιβύη, και την Αλβανία, ενώ παράλληλα δεν έχει καταφέρει να διευρύνει ουσιαστικά τις διπλωματικές της συμμαχίες, με την εικόνα της χώρας να εμφανίζεται αποδυναμωμένη σε διεθνή φόρα.

Η τραγωδία στα Τέμπη ανέδειξε τις χρόνιες παθογένειες στις υποδομές και τη δημόσια διαχείριση. Ο σιδηρόδρομος, που κάποτε ήταν βασική αρτηρία των μεταφορών, βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης, ενώ η έλλειψη κρατικού ελέγχου στα αεροδρόμια και η αυξανόμενη ασφάλεια στους δρόμους δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα. Τα τροχαία ατυχήματα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η ποιότητα των υπηρεσιών μεταφοράς έχει υποβαθμιστεί αισθητά.

Η οικονομική πίεση στον μέσο πολίτη είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Οι τιμές στα βασικά αγαθά αυξάνονται με ρυθμούς ανησυχητικούς, ενώ το ενεργειακό κόστος έχει μετατραπεί σε αίνιγμα για κάθε νοικοκυριό. Η «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας, αντί να μειώσει τις τιμές, έχει οδηγήσει σε ανατιμήσεις και σύγχυση, με τον λογαριασμό του ρεύματος να γίνεται εφιάλτης. Παράλληλα, η πιθανή μελλοντική ιδιωτικοποίηση του νερού προκαλεί ανησυχίες για την πρόσβαση και το κόστος.

Η αγοραστική δύναμη των πολιτών μειώνεται, με προϊόντα πρώτης ανάγκης να γίνονται δυσπρόσιτα, ενώ τα ενοίκια και τα κόστη διαβίωσης δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την καθημερινότητα.

Οι καταστροφικές πυρκαγιές που πλήττουν τη χώρα κάθε χρόνο, με ιδιαίτερα επώδυνες συνέπειες, φέρνουν στο προσκήνιο ερωτήματα για την περιβαλλοντική πολιτική και τον σχεδιασμό διαχείρισης κρίσεων. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις σε ανεμογεννήτριες και άλλες μορφές ενέργειας εγείρουν υποψίες για συμφέροντα και σκοπιμότητες, ειδικά όταν συνδέονται με περιοχές που έχουν πληγεί βαριά από τις πυρκαγιές.

Στον αγροτικό τομέα, η κατανομή των ευρωπαϊκών κονδυλίων φαίνεται να ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα, με καταγγελίες για επιδοτήσεις ακόμα και σε ακατάλληλες εκτάσεις και πολυτελή οχήματα που εμφανίζονται ως γεωργικά μηχανήματα. Η Κρήτη, που έχει γίνει προπύργιο του κυβερνώντος κόμματος, παρουσιάζει φαινόμενα εκτεταμένης στήριξης προς πολιτικά και οικονομικά ισχυρούς παράγοντες.

Που καταλήγουμε;

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ήρθε με την υπόσχεση της αλλαγής και της βελτίωσης, όμως ο απολογισμός των επτά ετών διακυβέρνησης αποκαλύπτει μία κοινωνία που παραμένει καθηλωμένη σε προβλήματα, με πολλές από τις παθογένειες του παρελθόντος να επιμένουν ή και να διογκώνονται. Από το κράτος και τη δημόσια διοίκηση, μέχρι την οικονομία, το μεταναστευτικό και την ασφάλεια, η διακυβέρνηση Μητσοτάκη αφήνει πίσω της αμφιλεγόμενα αποτελέσματα και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η «κανονικότητα» που αναζητούσαν οι πολίτες είναι πραγματική και βιώσιμη, ή αν η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα φαύλο κύκλο προβλημάτων και απογοητεύσεων.

Ετικέτες: