Η αποτίμηση προέρχεται από εν ενεργεία ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος, γνωστό για την ψυχρή του ανάγνωση των συσχετισμών: «Με βάση εσωτερικές και απόρρητες μετρήσεις, έξι στους δέκα πολίτες ζητούν ανατροπή ή βαθιά αλλαγή του συστήματος, ενώ τέσσερις στους δέκα επιθυμούν τη διατήρησή του ως έχει. Οι αναλογίες αυτές παραπέμπουν ευθέως στο δημοψήφισμα του 2015. Από αυτό το 40% που τοποθετείται υπέρ της συνέχειας, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει σήμερα περίπου 22,5%. Οι εκτιμήσεις περί 30% μετά τις αναγωγές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπάρχει περιθώριο μικρής ανόδου, όχι όμως στο μέγεθος που παρουσιάζεται».
Με αυτά τα δεδομένα, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: ποια θα είναι η εξέλιξη αν ο πρωθυπουργός, στις διερευνητικές εντολές, επιμείνει να διεκδικήσει εκ νέου την πρωθυπουργία σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, παρά το περιορισμένο εκλογικό αποτύπωμα; Για τη Ν.Δ. μια τέτοια επιλογή εκλαμβάνεται ως κίνηση υψηλού ρίσκου. Ήδη, από τη συνέντευξή του στον Σκάι, το μήνυμα που εξέπεμψε μέσω της σιωπής του ήταν σαφές: «δώστε μου ακόμη μία θητεία και σε σύντομο χρονικό διάστημα, έξι μήνες ή έναν χρόνο, θα παραδώσω την ηγεσία και το αξίωμα».
Κατά την ίδια πηγή, «είναι ιδιαίτερα πιθανό ο Κυριάκος Μητσοτάκης να συναντήσει εμπόδιο στην πρώτη διερευνητική εντολή και το ΠΑΣΟΚ να θέσει θέμα σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας, μεταβατικού χαρακτήρα, με αφορμή την ευρωπαϊκή προεδρία και πρωθυπουργό πρόσωπο κοινής αποδοχής».
Η εκτίμηση συνεχίζεται με την παρατήρηση ότι «σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο πρωθυπουργός δύσκολα θα παραχωρήσει την ηγεσία της Ν.Δ. Θα επιλέξει να διατηρήσει τον έλεγχο του κόμματος, να οχυρωθεί εντός του, διασφαλίζοντας πολιτική και ποινική προστασία. Σε αυτή την επιλογή θα τον ακολουθήσουν μέλη του υπουργικού συμβουλίου και στελέχη του κρατικού μηχανισμού, των οποίων η πολιτική διαδρομή έχει αφετηρία το ΠΑΣΟΚ».
Το σενάριο οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ακόμη ερώτημα, όπως το θέτει ο ίδιος αξιωματούχος: «Σε μια τέτοια εξέλιξη, ποιος θα εκφράσει το υπόλοιπο 18%-19% των πολιτών από το 40% που δεν επιθυμεί την κατάρρευση του συστήματος;».
Η ανάλυση αυτή μοιάζει προωθημένη, χωρίς να κινείται εκτός των ορίων του εφικτού. Εδώ και καιρό έχει καταγραφεί ότι το πολιτικό τοπίο ως το 2030 θα έχει αλλάξει ριζικά, με νέα κόμματα, νέες επωνυμίες και απομάκρυνση από τα σχήματα της Μεταπολίτευσης.
Ο Αντώνης Σαμαράς ήδη προβάλλει την ονομασία «Νέα Αρχή», ανεξαρτήτως αν έχει κατοχυρωθεί επισήμως, διευκολύνοντας μια συμβολική και πολιτική μετάβαση από τη μία «Νέα» στην άλλη, από τη Νέα Δημοκρατία σε κάτι διαφορετικό.
Δεν πείθει, ωστόσο, η άποψη ότι τα δύο κυρίαρχα ρεύματα, το συστημικό και το αντισυστημικό, λειτουργούν ως στεγανά χωρίς σημεία επαφής και χωρίς δυνατότητα σύγκλισης στην ίδια κοινωνική δεξαμενή.
Ο πρωθυπουργός φαίνεται να το αντιλήφθηκε, προχωρώντας σε σαφή αναδίπλωση στη συνέντευξή του στον Σκάι, δηλώνοντας ότι βρίσκεται μακριά από «αφορισμούς περί ψεκασμένων». Η απόσταση αυτή, πάντως, δεν αναιρεί τη σκληρή στάση που υιοθετήθηκε στις εκλογές του 2023 και στην υπόθεση των Τεμπών.
Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες επικοινωνίας με πολίτες που έχουν χαρακτηριστεί ως λαϊκιστές, ψεκασμένοι ή δήθεν πατριώτες, επιχειρήθηκε μια προσέγγιση, καθώς έγινε σαφές ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Η επιμονή της Μαρίας Καρυστιανού, που έχει αποκτήσει ισχυρά ερείσματα σε αυτό το ρεύμα, λειτουργεί ως καταλύτης πίεσης.
Το ενδεχόμενο που διαγράφεται στον δρόμο προς τις φθινοπωρινές εκλογές, οι οποίες προεξοφλούνται πολιτικά από τη στιγμή που το 2030 τίθεται ως ορόσημο, δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο ρήξης μεταξύ βάσης και ηγεσίας της Ν.Δ. μπροστά στην κάλπη.
Αυτό το σενάριο παραμένει ανοιχτό, όπως ανοιχτό παραμένει και το ενδεχόμενο η Ν.Δ. να οδηγηθεί σε δεύτερες εκλογές ενωμένη υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη ή με διαφορετική ηγεσία, ακόμη και με επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά σε κεντρικό ρόλο.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, καθίσταται εφικτή η ταυτόχρονη διεκδίκηση της ψήφου και των δύο ρευμάτων από έναν ενιαίο πολιτικό φορέα.
Ο πολίτης που αυτοπροσδιορίζεται ως αντισυστημικός δεν επιδιώκει κατ’ ανάγκην τη διάλυση των θεσμών. Το κυρίαρχο αίτημα είναι η μεταρρύθμισή τους, η ενίσχυση της δικαιοσύνης και η ουσιαστική συμπερίληψη. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόλυτη κατηγοριοποίηση κομμάτων και ηγεσιών χάνει το νόημά της. Η δημοκρατία λειτουργεί μέσα από τη διαδικασία της πειθούς.
Αντίστοιχα, ο συστημικός ψηφοφόρος που επιδιώκει τη διασφάλιση περιουσιακών, τραπεζικών και επιχειρηματικών κεκτημένων μπορεί να εκτιμήσει ότι η σταθερότητα ενισχύεται περισσότερο από έναν ηγέτη που θα εντάξει τους αποκλεισμένους στο πολιτικό παιχνίδι, περιορίζοντας τις φυγόκεντρες κοινωνικές πιέσεις που οδηγούν σε γενικευμένη αποσταθεροποίηση.
Οι επόμενες εκλογές προϋποθέτουν ουσιαστικές γέφυρες ανάμεσα στα δύο μεγάλα ρεύματα. Σε διαφορετική περίπτωση, όποια κι αν είναι η εκλογική έκβαση, η χώρα κινδυνεύει να εισέλθει σε περίοδο αδυναμίας διακυβέρνησης.
Ο αντισυστημικός χώρος καλείται να εγκαταλείψει τον φόβο και τον εύκολο λαϊκισμό. Ο συστημικός οφείλει να απομακρυνθεί από πρακτικές αποκλεισμού και ελιτισμού. Οι αλλαγές αυτές απαιτούν πράξεις και συνέπεια.
Η ανάγκη για νέο πλαίσιο σκέψης και βαθιά πολιτική μεταβολή είναι δεδομένη. Σε κάθε περίπτωση, η συνεννόηση μεταξύ ισχυρότερων και ασθενέστερων αποτελεί προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής.
Διαφορετικά, η ένταση των διακυβευμάτων μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις βαθιάς εσωτερικής σύγκρουσης με μακροχρόνιες συνέπειες. Σε μια περίοδο παγκόσμιων ανατροπών, αυτό είναι το τελευταίο που αντέχει η χώρα.
Ένα κόμμα μπορεί να διασπαστεί. Η Ελλάδα, όχι. Αυτό αποτελεί αδιαπραγμάτευτο όριο.
Πιο Δημοφιλή
Συστημικός ανθελληνισμός και εθνική αποσύνθεση στη σύγχρονη Ελλάδα
Οι Έλληνες δεν μιλούν πια την ίδια γλώσσα