4 Ιουνίου 2026

Άρειος Πάγος: Δικαιώθηκαν δανειολήπτες

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Η πλήρης ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάσισε υπέρ των δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη.
  • Με 35 ψήφους υπέρ και 12 κατά, οι τόκοι θα υπολογίζονται στη μηνιαία δόση.
  • Η απόφαση ανατρέπει την πρακτική των funds που υπολόγιζαν τόκους στο συνολικό ποσό.

Με μια απόφαση που χαρακτηρίζεται ως ιστορική, η πλήρης ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε σήμερα υπέρ των δανειοληπτών που τελούν υπό την προστασία του νόμου Κατσέλη, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων επί των λεγόμενων κόκκινων δανείων. Η απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε επισήμως, αναμένεται να αναρτηθεί στο σύνολό της εντός της ημέρας στην ιστοσελίδα του ανώτατου δικαστηρίου, προκειμένου να υπάρχει πλήρης διαφάνεια και πρόσβαση στο σκεπτικό των δικαστών.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της πλειοψηφίας, η οποία διαμορφώθηκε με 35 δικαστές υπέρ και 12 κατά, ο υπολογισμός των οφειλόμενων τόκων για τα δάνεια που ρυθμίζονται από τον νόμο Κατσέλη θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου. Η συγκεκριμένη ερμηνεία έρχεται να ανατρέψει την πάγια τακτική που ακολουθούσαν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και τα funds, τα οποία επέμεναν ότι οι τόκοι θα πρέπει να υπολογίζονται στο σύνολο του οφειλόμενου ποσού, επιβαρύνοντας δραματικά τους δανειολήπτες.

Η απόφαση αυτή αποτελεί σημαντική εξέλιξη για χιλιάδες δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στο προστατευτικό πλαίσιο του νόμου, καθώς η προηγούμενη πρακτική των funds οδηγούσε σε υπέρογκες επιβαρύνσεις και καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την αποπληρωμή των δανείων. Η νέα νομολογία του Αρείου Πάγου αναμένεται να έχει ευρύτατες συνέπειες, επαναπροσδιορίζοντας τις ισορροπίες μεταξύ οφειλετών και πιστωτών και παρέχοντας μια ανάσα σε όσους αγωνίζονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Η δικαστική αυτή νίκη για τους δανειολήπτες έρχεται σε μια περίοδο όπου η διαχείριση των κόκκινων δανείων αποτελεί κεντρικό ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής ατζέντας, με την προστασία της πρώτης κατοικίας και τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων να βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.