22 Ιουνίου 2026

Ασφαλιστικό: Οι αντιφάσεις πίσω από τα επαγγελματικά ταμεία

Το ζήτημα της επάρκειας των μελλοντικών συντάξεων επανέρχεται με ένταση στο προσκήνιο, καθώς οι επισημάνσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, λειτουργούν ως προειδοποιητικό σήμα για το ασφαλιστικό σύστημα. Ο νόμος Κατρούγκαλου, όπως διατηρείται μέχρι σήμερα στον βασικό του πυρήνα, δεν δημιουργεί συνθήκες αισιοδοξίας για τις επόμενες γενιές συνταξιούχων. Αντίθετα, αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για χαμηλές παροχές και για μια νέα μορφή φτωχοποίησης μετά τον εργασιακό βίο.

Με τα σημερινά δεδομένα, ένας ελεύθερος επαγγελματίας που θα συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης κινδυνεύει να βρεθεί με καθαρή μηνιαία σύνταξη περίπου 850 ευρώ. Πρόκειται για ποσό που δύσκολα μπορεί να εγγυηθεί αξιοπρεπή διαβίωση σε συνθήκες υψηλού κόστους ζωής, ακριβής στέγασης, αυξημένων δαπανών υγείας και διαρκούς συμπίεσης της αγοραστικής δύναμης.

Πίσω από τη διαπίστωση για την ανεπάρκεια των μελλοντικών συντάξεων αναδύεται και μια δεύτερη συζήτηση, με σαφές οικονομικό αποτύπωμα: η προώθηση ιδιωτικών και επαγγελματικών ασφαλιστικών συμβολαίων, τόσο για την υγεία όσο και για τη συνταξιοδότηση. Η ανάγκη συμπληρωματικής ασφάλισης είναι υπαρκτή, όμως ο τρόπος με τον οποίο ανοίγει η συζήτηση αποκαλύπτει σοβαρές αντιφάσεις στην κυβερνητική πολιτική.

Από τη μία πλευρά, η αγορά εργασίας στην Ελλάδα έχει μετατοπιστεί σε καθεστώς ατομικών συμβάσεων, ευέλικτης απασχόλησης και αποδυναμωμένων συλλογικών δικαιωμάτων. Από την άλλη, τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης απαιτούν συλλογικές αποφάσεις, κλαδική οργάνωση και θεσμική εμπιστοσύνη. Η αντίφαση είναι εμφανής: η ίδια πολιτική που αποδομεί τη συλλογική διαπραγμάτευση εμφανίζεται να επικαλείται συλλογικούς μηχανισμούς όταν θέλει να προωθήσει επαγγελματική ασφάλιση.

Ατομικές συμβάσεις και συλλογική ασφάλιση

Στην πράξη, οι όροι εργασίας για μεγάλο μέρος των μισθωτών καθορίζονται πλέον από ατομικές συμβάσεις. Ο εργαζόμενος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με 6ήμερη εργασία, εξαντλητικά ωράρια, 13ωρη απασχόληση, σπαστές βάρδιες και μετατροπή της πλήρους απασχόλησης σε μερική. Ακόμη και η μερική απασχόληση μπορεί να οργανώνεται με τρόπο που διαλύει την καθημερινότητα του εργαζομένου, με παρουσία πρωί και απόγευμα.

Το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο όταν η ατομική σύμβαση υπερισχύει στην πράξη της συλλογικής προστασίας, ακυρώνοντας τον κανόνα της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εργαζόμενο. Με αυτόν τον τρόπο, η συλλογική διαπραγμάτευση χάνει τη θεσμική της δύναμη και η εργασία μετατρέπεται σε σχέση άνισης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον εργοδότη και τον μεμονωμένο μισθωτό.

Τα επαγγελματικά ταμεία, όμως, για να συγκροτηθούν ουσιαστικά, χρειάζονται συλλογική απόφαση. Απαιτούν συμμετοχή εργαζομένων, εργοδοτών και κλάδων μέσα από σαφείς θεσμικές διαδικασίες, κατά κανόνα μέσω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Δεν μπορεί να οικοδομηθεί αξιόπιστος δεύτερος πυλώνας ασφάλισης πάνω σε μια αγορά εργασίας που διαρκώς διαλύει τα συλλογικά θεμέλια.

Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης μπορούν να έχουν ρόλο στο ασφαλιστικό σύστημα. Μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, να ενισχύσουν το εισόδημα των μελλοντικών συνταξιούχων και να μειώσουν μέρος του συνταξιοδοτικού κινδύνου. Για να συμβεί αυτό, όμως, πρέπει πρώτα να προστατευθούν από την ίδια την κυβερνητική λογική που μετατρέπει κάθε ασφαλιστικό πόρο σε εργαλείο δημοσιονομικής διαχείρισης.

Όποιος εργαζόμενος έχει την οικονομική δυνατότητα μπορεί ατομικά να συνάψει ιδιωτικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αυτό είναι διαφορετικό από ένα επαγγελματικό ταμείο. Το πρώτο είναι ατομική συναλλαγή με ιδιωτική εταιρεία. Το δεύτερο οφείλει να είναι συλλογικός θεσμός, με κανόνες, εποπτεία, διαφάνεια, συμμετοχή και προστασία των ασφαλισμένων.

Η χαμένη ασφαλιστική πίστη και το παράδειγμα του ΤΕΚΑ

Η ιδιωτική ασφάλιση, για να λειτουργήσει ως αξιόπιστη λύση, χρειάζεται θεσμική εμπιστοσύνη. Όταν όμως η πολιτεία επιτρέπει, με νομοθετικές παρεμβάσεις, τη μονομερή τροποποίηση όρων σε ιδιωτικά συμβόλαια, η ασφαλιστική πίστη πλήττεται ευθέως. Ένα ασφαλιστήριο που ξεκινά με σταθερή δόση και συγκεκριμένες υποσχέσεις απόδοσης δεν μπορεί να μετατρέπεται στην πορεία σε κυμαινόμενη και ακριβότερη υποχρέωση για τον ασφαλισμένο.

Η εμπειρία της Aspis αποτελεί διαρκή υπενθύμιση του προβλήματος. Όταν μια ασφαλιστική εταιρεία καταρρέει και αφήνει πίσω της ακάλυπτους ασφαλισμένους και επενδυτές, το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται εκ των υστέρων ως απλός παρατηρητής. Η εποπτεία, οι έλεγχοι, οι προβλέψεις και η προστασία των πολιτών αποτελούν βασικές υποχρεώσεις της πολιτείας.

Αν το κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί στοιχειώδη ασφάλεια στις ιδιωτικές ασφαλιστικές σχέσεις, τότε η προώθηση ιδιωτικών συνταξιοδοτικών λύσεων αποκτά σοβαρό κοινωνικό ρίσκο. Ο πολίτης καλείται να αναλάβει μεγαλύτερη ατομική ευθύνη για τη σύνταξή του, χωρίς να έχει πάντα απέναντί του ένα θεσμικά θωρακισμένο και αξιόπιστο περιβάλλον.

Το ίδιο ερώτημα τίθεται και για το ΤΕΚΑ, το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης που λειτουργεί για τους νέους και τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας. Παρά τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών λειτουργίας, η δημόσια ενημέρωση για τις αποφάσεις, τη στρατηγική, τους στόχους και τις επενδυτικές επιλογές του παραμένει ανεπαρκής.

Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, τα έσοδα του Ταμείου, που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ, παραμένουν κατατεθειμένα στην Τράπεζα της Ελλάδος με τεχνητό επιτόκιο 2,5%, χωρίς ουσιαστική αξιοποίηση σε αναπτυξιακές επενδύσεις και χωρίς σαφή προσπάθεια βελτίωσης των αποδόσεων. Έτσι, ένα ταμείο που παρουσιάστηκε ως εργαλείο κεφαλαιοποιητικής ασφάλισης κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ακόμη ένας μηχανισμός παραγωγής πλεονασμάτων.

Τα κονδύλια αυτά συνυπολογίζονται στο πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης, γεγονός που προκαλεί εύλογη ανησυχία για τη μελλοντική χρήση τους. Αν οι πόροι των νέων ασφαλισμένων αξιοποιηθούν για τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας ή για πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους, τότε το ασφαλιστικό συμφέρον των σημερινών εργαζομένων υποτάσσεται σε βραχυπρόθεσμες ανάγκες του κρατικού ταμείου.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το τι θα συμβεί μετά από 35 ή 40 χρόνια, όταν τα κεφάλαια αυτά θα γίνουν απαιτητά για την καταβολή επικουρικών συντάξεων. Η εμπειρία του ελληνικού Δημοσίου, των κουρεμένων ομολόγων του 2012 και των διαρκών δημοσιονομικών πειραματισμών δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Οι ασφαλισμένοι χρειάζονται εγγυήσεις, όχι λογιστικές υποσχέσεις.

Το ασφαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να στηρίζεται σε τρεις παράλληλες αβεβαιότητες: χαμηλές δημόσιες συντάξεις, επισφαλή εργασιακά δικαιώματα και ανεπαρκώς θωρακισμένη συμπληρωματική ασφάλιση. Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να αντιμετωπίσει τον συνταξιοδοτικό κίνδυνο, οφείλει να ενισχύσει τις συλλογικές συμβάσεις, να προστατεύσει την ασφαλιστική πίστη και να διασφαλίσει απόλυτη διαφάνεια στη διαχείριση των νέων ταμείων.

Η συζήτηση για τις συντάξεις του μέλλοντος δεν μπορεί να περιορίζεται σε προειδοποιήσεις και τεχνικές διαπιστώσεις. Αφορά το αν οι σημερινοί εργαζόμενοι θα μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς όταν αποχωρήσουν από την αγορά εργασίας. Με μισθούς συμπιεσμένους, ατομικές συμβάσεις, ακριβή ζωή και συντάξεις που προδιαγράφονται χαμηλές, η φτωχοποίηση δεν είναι θεωρητικός κίνδυνος. Είναι πολιτική ευθύνη που ήδη διαμορφώνεται.