18 Ιουνίου 2026

Αθήνα: Κύκλωμα κοκαΐνης με κωδικές λέξεις

Εγκληματική οργάνωση που φέρεται να διακινούσε μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης σε στέκια της Αθήνας εξάρθρωσαν οι Αρχές, με τα μέλη της να έχουν αποκομίσει, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, έσοδα που προσεγγίζουν τις 900.000 ευρώ από τον Δεκέμβριο του 2025, οπότε και φέρεται να ξεκίνησε η δράση τους.

Στην υπόθεση εμπλέκονται εννέα άτομα αλβανικής υπηκοότητας, με αρχηγικό πρόσωπο τον επονομαζόμενο «Λεό» και υπαρχηγούς τους «Τόνι», «Μπέρτι» και «Νίκο», καθώς και ακόμη πέντε πρόσωπα. Σύμφωνα με τις Αρχές, τη λειτουργία της οργάνωσης φέρεται να διηύθυνε 39χρονος γνωστός ως «Τόνι», έχοντας ως βασικά στελέχη τρία άτομα ηλικίας 42, 47 και 38 ετών.

Η οργάνωση, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, είχε αναπτύξει δίκτυο διακίνησης κοκαΐνης από τη Δυτική Αττική έως και τα νότια προάστια του λεκανοπεδίου. Τα μέλη της φέρονται να λάμβαναν αυξημένα μέτρα αντιπαρακολούθησης, περιορίζοντας τις τηλεφωνικές συνομιλίες και επιλέγοντας κυρίως διαδικτυακές εφαρμογές επικοινωνίας, όπως Viber και WhatsApp.

Οι κωδικές λέξεις για την κοκαΐνη

Από την ανάλυση των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών, τα στελέχη της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων Αθηνών κατάφεραν να αποκωδικοποιήσουν τις φράσεις που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της σπείρας για να αναφέρονται στις ναρκωτικές ουσίες και στις χρηματικές συναλλαγές.

Οι λέξεις «πράγματα», «κρέας», «μπριζόλα», «μπύρα», «κομμάτια», «λεπτό», «λευκό», «μπαρούτι» και «σκόνη» φέρονται να χρησιμοποιούνταν για να περιγράψουν ποσότητες κοκαΐνης. Όταν τα μέλη της οργάνωσης έκαναν λόγο για «πέτρα» ή «κορφάδι», σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, αναφέρονταν σε κοκαΐνη σε βραχώδη μορφή.

Παράλληλα, η λέξη «λεκ», δηλαδή το νόμισμα της Αλβανίας, φέρεται να χρησιμοποιούνταν ως κωδική αναφορά στο ευρώ. Σε άλλες περιπτώσεις, τα μέλη δεν χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένο συνθηματικό όρο, αλλά αναφέρονταν απευθείας στον αριθμό των συσκευασιών κοκαΐνης που προορίζονταν για πώληση, με φράσεις όπως «θέλω ένα» ή «βάλε δύο».

Σύμφωνα με τους αστυνομικούς, αρκετά μέλη της οργάνωσης άλλαζαν συχνά τηλεφωνικές συνδέσεις, προκειμένου να δυσχεραίνουν την ταυτοποίησή τους. Το πλέγμα αυτό των μέτρων δείχνει, κατά την εκτίμηση των Αρχών, οργανωμένη προσπάθεια αποφυγής εντοπισμού και παρακολούθησης.

Η επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. και τα κατασχεθέντα

Τα ξημερώματα της Τετάρτης 10 Ιουνίου, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων Αθηνών, με τη συνδρομή πάνοπλων στελεχών της ΕΚΑΜ, πραγματοποίησαν δεκατρείς κατ’ οίκον έρευνες σε κατοικίες και «καβάτζες» που φέρονται να χρησιμοποιούσαν οι διακινητές.

Οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν σε Μαγούλα, Αρτέμιδα, Ίλιον, Αθήνα, Θρακομακεδόνες, Βάρη και Αγίους Αναργύρους, παρουσία τεσσάρων εισαγγελέων. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 827 γραμμάρια κοκαΐνης, τρία πιστόλια, ένας γεμιστήρας από καλάσνικοφ, 119 φυσίγγια διαφόρων διαμετρημάτων, 27 κινητά τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό των 14.505 ευρώ.

Οι Αρχές κατέσχεσαν επίσης πέντε αυτοκίνητα που βρίσκονταν στην κατοχή των εμπλεκομένων, ασυρμάτους, ρόπαλα και μαχαίρια. Τα ευρήματα, σε συνδυασμό με τις συνομιλίες και τις κινήσεις που είχαν καταγραφεί, αξιολογούνται ως κρίσιμα για την πλήρη χαρτογράφηση της δράσης της οργάνωσης.

Από την έναρξη της αστυνομικής διερεύνησης μέχρι την επιχείρηση, οι Αρχές εκτιμούν ότι είχαν καταγραφεί 83 αγοραπωλησίες κοκαΐνης, συνολικού βάρους 11 κιλών και 636 γραμμαρίων. Παράλληλα, στο πλαίσιο της ίδιας δράσης φέρονται να διακινήθηκαν δύο πιστόλια και ένα πολεμικό τυφέκιο καλάσνικοφ.

Τα συνολικά κέρδη της οργάνωσης υπολογίζονται σε 942.742 ευρώ. Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες συνομιλίες, τα μέλη που πραγματοποιούσαν τις αγοραπωλησίες κρατούσαν αρχικά το μερίδιο που τους αναλογούσε, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα κατέληγαν στον αρχηγό της οργάνωσης, τον «Λεό», είτε απευθείας είτε μέσω των υπαρχηγών.

Οι υπαρχηγοί φέρονται να είχαν τον ρόλο του συντονισμού και της καθοδήγησης των υπόλοιπων μελών στη διακίνηση των ποσοτήτων κοκαΐνης. Κάθε μέλος που αναλάμβανε πωλήσεις ήταν, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, υπεύθυνο για τις ποσότητες ναρκωτικών που παραλάμβανε και για την απόδοση των χρημάτων που αντιστοιχούσαν στις συναλλαγές.

Η υπόθεση αποτυπώνει, κατά τις Αρχές, μια δομημένη εγκληματική δραστηριότητα με ιεραρχία, ρόλους, συνθηματική επικοινωνία, μέτρα προφύλαξης και εκτεταμένο πεδίο διακίνησης. Η έρευνα συνεχίζεται για την πλήρη αποτύπωση του δικτύου, των οικονομικών διαδρομών και των πιθανών πρόσθετων εμπλεκομένων.