18 Σεπτεμβρίου 2026

Αύξηση επιτοκίων στην Ιαπωνία στο 1,25%

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Αύξηση επιτοκίων στην Ιαπωνία στο 1,25%
  • Δύο μέλη του συμβουλίου καταψήφισαν την αύξηση
  • Το γεν υποχώρησε στα 157,14 έναντι του δολαρίου
  • Ο Nikkei 225 ενισχύθηκε έως 2%
  • Πιέσεις από ΗΠΑ για ταχύτερη σύσφιξη

Η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ) προχώρησε σε νέα αύξηση του βασικού της επιτοκίου, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες της αγοράς, σε μια συνεδρίαση που ανέδειξε τις εσωτερικές διαφωνίες του διοικητικού συμβουλίου αλλά και την αυξανόμενη πίεση από το εξωτερικό για ταχύτερη εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής. Η απόφαση ελήφθη με πλειοψηφία, ενώ δύο μέλη διαφοροποιήθηκαν, υπογραμμίζοντας τις αντικρουόμενες εκτιμήσεις για την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομίας.

Η απόφαση και οι αντιδράσεις της αγοράς

Το επιτόκιο αναφοράς αυξήθηκε κατά 25 μονάδες βάσης, στο 1,25%, μετά την ολοκλήρωση της διήμερης συνεδρίασης. Πρόκειται για κίνηση που είχε προβλεφθεί από το σύνολο σχεδόν των οικονομολόγων σε έρευνα του Bloomberg, γεγονός που περιόρισε τις εκπλήξεις. Ωστόσο, η αντίδραση της αγοράς συναλλάγματος ήταν άμεση: το γεν υποχώρησε, καθώς δύο μέλη του συμβουλίου, ο Toichiro Asada και η Ayano Sato, καταψήφισαν την αύξηση, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στον ταχύτερο ρυθμό σύσφιξης των τελευταίων τριών και πλέον δεκαετιών.

Το ιαπωνικό νόμισμα διολίσθησε στα 157,14 έναντι του δολαρίου, επίπεδο χαμηλότερο κατά περίπου ένα γεν σε σχέση με την ισοτιμία που επικρατούσε ακριβώς πριν από την ανακοίνωση. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την εκτίμηση της αγοράς ότι η απόφαση, παρά την αύξηση, ενδέχεται να μην σηματοδοτεί μια διαρκή και επιθετική πορεία σύσφιξης, δεδομένης της εσωτερικής αντιπολίτευσης.

Πολιτική διάσταση και μελλοντικές ισορροπίες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τόσο ο Asada όσο και η Sato είχαν επιλεγεί προσωπικά από την πρωθυπουργό Sanae Takaichi, η οποία είναι γνωστή για την επιφυλακτική της στάση απέναντι σε ταχείες αυξήσεις επιτοκίων που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με αναλυτές, τα δύο αυτά μέλη ενδέχεται στο μέλλον να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στις αποφάσεις του συμβουλίου, επηρεάζοντας την ταχύτητα των επόμενων κινήσεων.

Ο Kento Minami, ανώτερος οικονομολόγος της Daiwa Securities, σχολίασε ότι το κρίσιμο σημείο ήταν η ψήφος των δύο μελών κατά της αύξησης, κάτι που η αγορά ερμήνευσε ως ένδειξη πιο χαλαρής νομισματικής στάσης σε σχέση με τις προσδοκίες που ήταν ήδη ενσωματωμένες στις τιμές. Παράλληλα, όμως, επισήμανε ότι η εκτίμηση της BOJ για την οικονομία, τις τιμές και τις χρηματοοικονομικές συνθήκες παραμένει αυστηρή (hawkish), καθιστώντας σαφές ότι η κεντρική τράπεζα διαβλέπει την ανάγκη για ταχύτερο ρυθμό αύξησης των επιτοκίων σε σχέση με το παρελθόν.

Εγχώριες και διεθνείς επιπτώσεις

Στο χρηματιστήριο του Τόκιο, ο δείκτης Nikkei 225 διεύρυνε τα κέρδη του έως και 2%, επωφελούμενος από την υποχώρηση του γεν, ενώ ο ευρύτερος δείκτης Topix παρουσίασε μικρές μεταβολές. Εκτός Ιαπωνίας, οι αγορές υποδέχθηκαν την απόφαση με ψυχραιμία: η απόδοση των διετών κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ διατήρησε μια μικρή άνοδο μετά την ανακοίνωση, ενώ τα περισσότερα νομίσματα της Ομάδας των 10 (G10), πλην του γεν, κινήθηκαν εντός στενού εύρους διακύμανσης.

Η αύξηση αυτή, η οποία έρχεται μόλις τρεις μήνες μετά την προηγούμενη κίνηση της BOJ, σηματοδοτεί το μικρότερο χρονικό διάστημα μεταξύ αυξήσεων επιτοκίων από το 1990. Τότε, η ταχεία σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από την κεντρική τράπεζα είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στο σκάσιμο της φούσκας των περιουσιακών στοιχείων στην Ιαπωνία. Πρόκειται για την έκτη αύξηση επιτοκίων υπό τη διοίκηση του Kazuo Ueda, αριθμός ρεκόρ για επικεφαλής της BOJ εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα. Η κίνηση πραγματοποιήθηκε κατόπιν έντονων πιέσεων από τις ΗΠΑ και τον Υπουργό Οικονομικών Scott Bessent για αύξηση των επιτοκίων.

Η πρόσφατη αύξηση στην Ιαπωνία σηματοδοτεί επίσης την πρώτη φορά που η BOJ, η Fed και η ΕΚΤ αυξάνουν ταυτόχρονα, εντός του ίδιου μήνα, το κόστος δανεισμού. Οι συγχρονισμένες αυτές κινήσεις αναδεικνύουν τη μεγάλη απόσταση που έχει διανύσει η BOJ, απομακρυνόμενη από το μακροχρόνιο καθεστώς της ως «εξαίρεση» στην παγκόσμια νομισματική πολιτική, όπως επισημαίνει το Bloomberg.