16 Ιανουαρίου 2026

Αυταρχισμός στο εσωτερικό, ρίσκο στο εξωτερικό: Ο Τραμπ διχάζει την Αμερική και απομονώνει τη Δύση

Στην αρχή της θητείας του Ντόναλντ Τράμπ είχε διαμορφωθεί η εικόνα ότι βασική προτεραιότητα της κυβέρνησής του θα ήταν η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, το οποίο έχει ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ και εκτιμάται στα 38 τρισ. δολάρια. Στο πλαίσιο αυτό, ως πρώτες προς περιορισμό εμφανίζονταν οι στρατιωτικές δαπάνες, καθώς ο διεθνής ανταγωνισμός με την Κίνα αποτυπώνεται κυρίως σε οικονομικούς δείκτες.

Σήμερα, η κατεύθυνση αυτή έχει ανατραπεί. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει από το Κογκρέσο την έγκριση για αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά περίπου 50%, από τα 901 δισ. δολάρια του τρέχοντος έτους σε 1,5 τρισ. δολάρια έως το 2027. Η επιλογή αυτή εντάσσεται σε μια συνολική επιστροφή στη στρατιωτικοποίηση της αμερικανικής πολιτικής.

Την ίδια στιγμή, ο ανταγωνισμός με την Κίνα εξελίσσεται κυρίως στους τομείς του εμπορίου, της τεχνολογίας, της παραγωγικότητας και των διεθνών επενδύσεων. Η μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής προς την αύξηση των εξοπλισμών εντείνει τους οικονομικούς κινδύνους.

Η διεθνής συμπεριφορά των ΗΠΑ, με πιέσεις και απειλές προς χώρες που διαθέτουν σημαντικούς φυσικούς πόρους, όπως η Βενεζουέλα, το Ιράν, η Γροιλανδία και το Μεξικό, έχει συμβάλει σε αλλαγές στις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές ροές. Ισχυρές οικονομίες περιορίζουν τις συναλλαγές τους σε δολάρια και στρέφονται σε επενδύσεις σε χρυσό, τάση που καταγράφεται και σε ευρωπαϊκές χώρες.

Η Κίνα, που συγκαταλεγόταν στους μεγαλύτερους κατόχους αμερικανικών ομολόγων, έχει μειώσει τα αποθέματά της από 1,3 τρισ. δολάρια σε περίπου 800 δισ. δολάρια. Παράλληλα, η εμπορική συμμαχία BRICS+, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ, έχει ολοκληρώσει μηχανισμούς συναλλαγών με τα εθνικά νομίσματα των κρατών-μελών της.

Σε αυτό το περιβάλλον, η σύσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ με εκπροσώπους μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών για τη Βενεζουέλα δεν οδήγησε σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι επιχειρηματικοί όμιλοι αξιολόγησαν ως υψηλό το ρίσκο ανάληψης δραστηριότητας σε μια μεταπολεμική συνθήκη. Αντίστοιχα, υψηλό ρίσκο εκτιμάται και το ενδεχόμενο άμεσης ή έμμεσης εμπλοκής στο Ιράν, με επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Οι εξελίξεις αυτές αντανακλώνται και στο εσωτερικό της αμερικανικής οικονομίας. Τα επιτόκια δανεισμού αυξάνονται, καθώς η διαρκής επέκταση της νομισματικής βάσης έχει φτάσει στα όριά της για την εξυπηρέτηση του χρέους. Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στη δικαστική διερεύνηση που αφορά τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ, με αφορμή δαπάνες για την ανακαίνιση του κτηρίου της Fed.

Ο Πάουελ δήλωσε ότι η Fed έλαβε κλητεύσεις από σώμα ενόρκων και ενημέρωση για πιθανή ποινική έρευνα από το υπουργείο Δικαιοσύνης, σε σχέση με κατάθεσή του στο Κογκρέσο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαδικασία αυτή συνδέεται με πιέσεις στην ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας όσον αφορά τη διαμόρφωση των επιτοκίων. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα επιτεθεί δημόσια στον Πάουελ, λόγω της άρνησής του να μειώσει το κόστος δανεισμού.

Παράλληλα, η πολιτική των δασμών, οι οποίοι μεταβάλλονται συχνά, καθώς και οι δηλώσεις για ενδεχόμενη επέμβαση στη Γροιλανδία, επιβαρύνουν τις σχέσεις των ΗΠΑ με συμμάχους τους. Η εικόνα αυτή προκαλεί ρωγμές στο δυτικό στρατόπεδο και επηρεάζει τη συνολική ισχύ της χώρας.

Η επιβολή δασμών έχει οδηγήσει και σε προσφυγές στη Δικαιοσύνη. Ομοσπονδιακά δικαστήρια έκριναν ότι η γενικευμένη επιβολή τους υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του προέδρου, καθώς αποτελεί αντικείμενο του Κογκρέσου. Ωστόσο, δεν προχώρησαν σε ακύρωσή τους μέχρι να εξαντληθούν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα.

Εταιρείες, τόσο θυγατρικές ξένων ομίλων όσο και αμερικανικές, έχουν προσφύγει στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου ζητώντας αποζημιώσεις για τις επιβαρύνσεις από τους δασμούς, εκτιμώντας ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ενδέχεται να τους κρίνει αντισυνταγματικούς.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η χρήση του στρατού για την αντιμετώπιση κοινωνικών διαμαρτυριών εντείνει τις κοινωνικές αντιδράσεις. Ιδιαίτερη ένταση προκάλεσε η δολοφονία της Ρενέ Γκουντ, η οποία βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της όταν πυροβολήθηκε από ένοπλο άνδρα των δυνάμεων δίωξης παράνομων μεταναστών. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του προέδρου, με τις οποίες υπερασπίστηκε τον δράστη, προκάλεσαν κύμα διαμαρτυριών.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ζήτησε άμεση και ανεξάρτητη έρευνα για την υπόθεση, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η σκόπιμη χρήση θανατηφόρας βίας επιτρέπεται μόνο ως έσχατο μέσο έναντι άμεσης απειλής για τη ζωή.

Και για επίλογο, οι “καμπάνες” της Λαγκάρντ: Σε πρόσφατη συνέντευξή της η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε: «Θα ζήσουμε σε ένα κόσμο διαλυμένο και γεμάτο σοκ» και προανήγγειλε την κατάρρευση της παγκόσμιας σταθερότητας, όπου βίαια οικονομικά σοκ θα αποτελούν τη νέα ζοφερή πραγματικότητα. Και ειδικά για την Ευρώπη σημείωσε: «Η ανισότητα τροφοδοτεί τα άκρα ενώ η Ευρώπη δέσμια της δικής της αναποφασιστικότητας  αδυνατεί να ελέγξει το πεπρωμένο της. Το έδαφος υποχωρεί και η διπλωματία των τραπεζών προετοιμάζει το έδαφος για μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, Ο παλιός κόσμος πέθανε και απομένει μόνο το χάος».