Βενεζουέλα: Σενάρια εξόδου από τον ΟΠΕΚ
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Η Βενεζουέλα εξετάζει το ενδεχόμενο αποχώρησης από τον ΟΠΕΚ, σύμφωνα με πηγές του Bloomberg.
- Η ιδέα συζητείται με αξιωματούχους των ΗΠΑ, χωρίς να έχει ληφθεί ακόμη τελική απόφαση.
- Η Ουάσινγκτον επιδιώκει μεγάλο μερίδιο στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας, με σχέδια για μίσθωση έως και 100 ετών.
- Μια έξοδος θα ενίσχυε τις αμφιβολίες για τη συνοχή του ΟΠΕΚ και την επιρροή του στις τιμές του αργού.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το πρακτορείο Bloomberg, η Βενεζουέλα εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από τον Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ). Μια τέτοια εξέλιξη, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα αποτελούσε ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα για το καρτέλ πετρελαίου, στη δημιουργία του οποίου η χώρα της Λατινικής Αμερικής είχε διαδραματίσει ιστορικό και κομβικό ρόλο πριν από έξι δεκαετίες.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η ιδέα της αποχώρησης έχει τεθεί επί τάπητος σε συζητήσεις με Αμερικανούς αξιωματούχους, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί ακόμη η τελική απόφαση. Το ενδεχόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σηματοδοτεί μια ριζική πολιτική αναδιάταξη στο Καράκας, ιδιαίτερα μετά την ανατροπή του επί χρόνια ηγέτη Νικολάς Μαδούρο από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την ανάληψη του ελέγχου των πωλήσεων πετρελαίου της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αυξανόμενη επιρροή της Ουάσινγκτον
Η διευρυνόμενη επιρροή της Ουάσινγκτον στην περιοχή αποτυπώνεται και στις συνομιλίες που φέρεται να διεξάγονται μεταξύ Αμερικανών και Βενεζουελανών αξιωματούχων, με αντικείμενο την απόκτηση μεγάλου μεριδίου στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας. Μια τέτοια εξέλιξη, που μόλις πριν από δύο χρόνια θα ήταν αδιανόητη, περιλαμβάνει σύμφωνα με διαπραγματευτές και από τις δύο πλευρές, τη συζήτηση για μίσθωση αρκετών κοιτασμάτων για διάστημα που φτάνει τα 100 χρόνια.
Η απόκτηση μεριδίου στα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας θα συνιστούσε μια σχεδόν πρωτοφανή παρέμβαση των ΗΠΑ στην οικονομία μιας άλλης χώρας. Ωστόσο, αυτή η κίνηση εντάσσεται στη λογική του λεγόμενου «Δόγματος Monroe», όπως αυτό εκφράζεται από τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος επιδιώκει την επέκταση της αμερικανικής επιρροής στο Δυτικό Ημισφαίριο. Ο ίδιος άλλωστε έχει περιγράψει τη Βενεζουέλα ως την «51η πολιτεία» των ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι η Ουάσινγκτον ελέγχει το πετρέλαιό της.
Αυτή η παρεμβατική προσέγγιση στην επιχειρηματικότητα δεν περιορίζεται μόνο στη Βενεζουέλα. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη αποκτήσει μερίδια σε μεγάλες εταιρείες όπως η Intel Corp., η MP Materials Corp. και η Lithium Americas Corp. Παράλληλα, έχει επιδιώξει την εκμετάλλευση φυσικών πόρων στο εξωτερικό, όπως αποδεικνύεται από τη σύσταση κοινού επενδυτικού ταμείου με την Ουκρανία πέρυσι, το οποίο υποστηρίζεται από έσοδα από τα ορυκτά, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της χώρας.
Η παρακμή της πετρελαϊκής βιομηχανίας
Η πιθανή ανάληψη άμεσου ρόλου από την αμερικανική κυβέρνηση σε πετρελαϊκά έργα στη Βενεζουέλα αναδεικνύει τον ανατρεπτικό αντίκτυπο που έχει η πολιτική μετάβαση στον ενεργειακό κλάδο. Οι μεγάλες διεθνείς εταιρείες παραγωγής πετρελαίου τηρούν ως επί το πλείστον μια στάση αναμονής και προσοχής απέναντι στη χώρα, ενώ οι πιο τολμηροί επενδυτές συρρέουν σε αυτό που πολλοί θεωρούν ως τη μεγαλύτερη ευκαιρία στον τομέα του πετρελαίου από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.
Κάποτε εξέχον μέλος του ΟΠΕΚ, η σημασία της Βενεζουέλας στον οργανισμό έχει υποχωρήσει δραματικά. Οι αμερικανικές κυρώσεις και οι εσωτερικές αναταραχές έχουν διαλύσει την πετρελαϊκή της βιομηχανία. Ενδεικτικό είναι ότι τον Ιούλιο η χώρα αντλούσε 1,16 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, ποσότητα που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το μισό της παραγωγής της πριν από μια δεκαετία, αν και φέτος η παραγωγή παρουσιάζει μια ελαφρά άνοδο.
Δεδομένης της μειωμένης παραγωγής της, μια πιθανή έξοδος της Βενεζουέλας είναι αμφίβολο να έχει άμεσο αντίκτυπο στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου, οι οποίες αυτή την περίοδο επικεντρώνονται στις αναταράξεις που προκαλεί ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν. Ωστόσο, η ιδέα της αποχώρησης κερδίζει έδαφος εν μέσω δημόσιας δυσαρέσκειας για τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ιδιότητα του μέλους στον οργανισμό. Υπενθυμίζεται ότι μόλις πριν από τέσσερις μήνες, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από το καρτέλ, απειλώντας τη συνοχή του και την επιρροή του στις τιμές του αργού.
Μια έξοδος της Βενεζουέλας θα ενέτεινε τις αμφιβολίες για το αν ο ΟΠΕΚ, υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, μπορεί να παραμείνει ενωμένος και να συνεχίσει να επηρεάζει τις τιμές του αργού. Μια νέα αποχώρηση θα μπορούσε να οδηγήσει τα μέλη σε έναν σφοδρό ανταγωνισμό για μερίδια αγοράς, αναβιώνοντας το σενάριο του σύντομου πολέμου τιμών του 2020.
Το όραμα μιας νέας συμμαχίας
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να οραματίζονται τη δημιουργία μιας πετρελαϊκής υπερδύναμης μέσα από μια συμμαχία μεταξύ των ΗΠΑ και της Βενεζουέλας, η οποία θα μείωνε σημαντικά την επιρροή του ΟΠΕΚ. Το Καράκας δεν υπόκειται επί του παρόντος σε όρια παραγωγής, και σύμφωνα με μία από τις πηγές, η απαλλαγή της χώρας από τυχόν ενδεχόμενες ποσοστώσεις θα τη βοηθούσε να μεγιστοποιήσει την παραγωγή της μακροπρόθεσμα, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση των τιμών. Η Ουάσινγκτον, με τη σειρά της, θα ήταν σε θέση να προωθήσει τα σχέδιά της για τον πετρελαϊκό τομέα της χώρας ανεμπόδιστη από υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε άλλη ομάδα.
Η πιθανή αποχώρηση της Βενεζουέλας από τον ΟΠΕΚ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τις πετρελαϊκές εταιρείες από τις ΗΠΑ και αλλού, ώστε να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας. Θα αποτελούσε επίσης μια προσωπική νίκη για τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος υπήρξε μακροχρόνιος επικριτής του ΟΠΕΚ και της ικανότητάς του να αυξάνει τις τιμές του πετρελαίου και το κόστος καυσίμων για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις στις 3 Ιανουαρίου και την ανάληψη της εξουσίας από την υπηρεσιακή πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες, οι σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Καράκας έχουν μετατοπιστεί από την απομόνωση σε μια βαθύτερη εταιρική σχέση. Ο πρόεδρος Τραμπ ασκεί πλέον σημαντική επιρροή στη χώρα και τους τεράστιους φυσικούς της πόρους. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις, ανοίγοντας εκ νέου την αμερικανική πρεσβεία στο Καράκας και διεξάγοντας απευθείας συνομιλίες με τη Ροντρίγκες και τους υπουργούς της. Για να κατευθύνει την πολιτική, χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό ελάφρυνσης κυρώσεων, πρόσβασης στην παγκόσμια χρηματοδότηση και ελέγχου των εσόδων από το πετρέλαιο. Ενδεικτική αυτής της νέας εποχής είναι και η συμφωνία που έκλεισε τον Απρίλιο η Chevron Corp., η δεύτερη μεγαλύτερη αμερικανική εταιρεία παραγωγής πετρελαίου, με τη Βενεζουέλα, εξέλιξη που θα διευρύνει σημαντικά τις δραστηριότητές της στη χώρα.
Η Βενεζουέλα υπήρξε ένας από τους πέντε ιδρυτές του ΟΠΕΚ το 1960 και θεωρείται η χώρα με τη μεγαλύτερη επιρροή στη δημιουργία της ομάδας, χάρη στις επίμονες διπλωματικές προσπάθειες του τότε υπουργού Πετρελαίου της, Χουάν Πάμπλο Πέρεζ Αλφόνσο. Μια αποχώρησή της τώρα θα έκλεινε έναν ιστορικό κύκλο και θα άλλαζε άρδην τον ενεργειακό χάρτη.
Πιο Δημοφιλή
Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον καρδιολόγο Φάνη Ζαμπετάκη
Η ΝΙΚΗ πορεύεται αυτόνομα προς τις εκλογές.
Τουρκική πρόκληση σε Ρόδο και Κάρπαθο: «Θα λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα»
Πιο Πρόσφατα
Έως 9 μποφόρ οι άνεμοι το Σάββατο
Βενεζουέλα: Σενάρια εξόδου από τον ΟΠΕΚ
Πέθανε ο δημοσιογράφος Κυριάκος Καζάκος σε ηλικία 103 ετών